Σικελιώτης - Τάσσος
image_print

«Με τον Γιώργο Σικελιώτη συνδεόμαστε με μία φιλία 35 χρόνων. Αυτός, η Λουκία Μαγγιώρου κι εγώ από κοινού μαζί με πολλούς άλλους δώσαμε αντιφασιστικές μάχες. Εκείνος κι εγώ επιπλέον ανήκαμε στις Εαμικές οργανώσεις των ανατολικών συνοικιών της Αθήνας. Ανήκαμε ακόμα και στην τέχνη, στην ίδια άποψη για την αξία του ουμανισμού. Πραγματικά στην τέχνη του Σικελιώτη ο άνθρωπος έπαιρνε μία οριακή αξία σαν πλαστικό φαινόμενο».

Αυτά έγραφε ο Τάσσος και η σύζυγός του Λουκία Μαγγιώρου στις 5 Σεπτέμβρη 1984 στο Ριζοσπάστη, την επομένη του θανάτου του Σικελιώτη.

Τις παράλληλες καλλιτεχνικές αγωνιστικές πορείες του Σικελιώτη και του Τάσσου ανιχνεύουμε στα έργα των δύο ζωγράφων-χαρακτών που εκτίθενται στο Τελλόγλειο ΄Ίδρυμα Τεχνών του Α.Π.Θ.

Οι δρόμοι των δύο καλλιτεχνών ξεκινούν στην αρχή ασύμβατοι. Ο Σικελιώτης, προσφυγόπουλο από τη Σμύρνη, γεννήθηκε το 1917. Έρχεται στην Αθήνα λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής και φοιτά στην ΑΣΚΤ από το 1935 ώς το 1940 δίπλα στους μεγάλους δασκάλους, Κ. Παρθένη και Σ. Βικάτο.. Ο Τάσσος, γιος βασιλόφρονα αγρότη, απογόνου οπλαρχηγών της Επανάστασης του 1821, γεννήθηκε στη Λευκοχώρα Μεσσήνης το 1914. Παίρνει τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής από τον κομμουνιστή ζωγράφο Γιώργο Κωτσάκη ενώ στην ΑΣΚΤ διδάσκεται χαρακτική από το Γιάννη Κεφαλληνό και . Το 1930 οργανώνεται στην ΟΚΝΕ.

Από το 1941 και μετά και οι δύο καλλιτέχνες δίνουν το παρόν στους αγώνες του ελληνικού λαού, στα βάσανα της Κατοχής και στην Εθνική Αντίσταση πρωτοστατώντας στη συγκρότηση του ΕΑΜ καλλιτεχνών. Ο Σικελιώτης μολονότι ζει και εργάζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Αγγλία και τη Γαλλία δεν ξεκόβει από τις ρίζες του. Ο Τάσσος συνεχίζοντας την στρατευμένη πορεία του αυτοεξορίζεται κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου και μέχρι το τέλος της ζωής του το 1985 δημιουργεί συγκλονιστικά μαυρόασπρα έργα.

Μολονότι τόσο ο Σικελιώτης όσο και ο Τάσσος ήρθαν σε επαφή με τα καλλιτεχνικά κινήματα της Ευρώπης του 20ου αιώνα, δεν ακολούθησαν κανένα από αυτά. Αναζήτησαν την Ελληνικότητα της έκφρασης αφομοιώνοντας στοιχεία από την αρχαία ελληνική, την Βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη.

Παράλληλη αλλά διακριτή παρουσιάζεται η δημιουργική πορεία των δύο καλλιτεχνών στην έκθεση του Τελλόγλειου. Επίκεντρο της τέχνης τους είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος του μόχθου στα καπνά, οι γυναίκες, οι κόρες και τα παιδιά, σκηνές από τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού, τοπία και άγγελοι, λαϊκές φιγούρες από το θέατρο σκιών, οργανοπαίχτες και χορευτές..

Με τα μεγάλα μάτια τους οι μορφές του Σικελιώτη σε κοιτούν ολόισια, καθαρά, με παιδική αθωότητα, με μια γαλήνη που ατενίζει με σιγουριά για ένα καλύτερο αύριο. Ο Τάσσος δεν χρειάζεται παρά μια τριγωνική χαρακιά, το άσπρο του ματιού, για να δηλώσει τον πόνο, την αποφασιστικότητα, την αγωνιστικότητα, την αυστηρότητα που χαρακτηρίζουν τις μορφές του. Δεν σου επιτρέπει να μαντέψεις. “Μιλάει” στα ίσια, ορθά κοφτά, ξεκάθαρα. Μιλάει για τους αλύγιστους που μένουν όρθιοι. Όρθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Σε ωθεί να αποδεχθείς την αναγκαιότητα της θυσίας και το μεγαλείο του αγώνα για το δίκιο και το καλό..

Τα έργα των δύο καλλιτεχνών μοιάζουν να εκπέμπουν και σήμερα το μήνυμα που εικονίζει ο πίνακας με τους γυμνούς και μαυρισμένους κορμούς: Τα ξερά δέντρα θ΄ ανθίσουν. Και δε γίνεται αλλιώς μια και η άνοιξη πάντα έρχεται. Και θα ρθει όσο μεγάλος και βαρύς κι αν είναι ο χειμώνας. Και τότε τα ξερά δέντρα θα ανθίσουν και θα καρπίσουν κάνοντας πραγματικότητα τα όνειρα του Τάσσου και του Σικελιώτη.

 

 

image_print