Το σάρκωμα στην αγιογραφία
image_print

Όταν όλα τα διακοσμητικά, οι ενδυμασίες και τα υπόλοιπα δευτερεύοντα στοιχεία της εικόνας έχουν ολοκληρωθεί έρχεται η στιγμή που περιμένει ο ζωγράφος: Η στιγμή να ασχοληθεί με το σάρκωμα, δηλαδή τον φωτισμό του προσώπου, των χεριών και των γυμνών ποδιών αν υπάρχουν.

Όλα όσα έχουν δημιουργηθεί μέχρι στιγμής, όσο όμορφα κι αν είναι θα περάσουν σε δεύτερο πλάνο όταν θέλω θα ολοκληρωθεί το σάρκωμα. Το μάτι του θεατή θα πέσει πρώτα και κύρια στο πρόσωπο. Αν το πρόσωπο είναι καλό θα θεωρήσει καλή και την εικόνα. Στη συνέχεια το μάτι θα περιπλανηθεί στο υπόλοιπο της εικόνας.

Το μεγάλο ζητούμενο για το ζωγράφο είναι η έκφραση του πάθους που θα αποδοθεί με γραμμές και χρώματα. Στην αρχαία Ελλάδα ο ζωγράφος Θηβαίος ο Αριστείδης πρώτος ζωγράφισε την ψυχή και απέδωσε τα αισθήματα του ανθρώπου, αυτά που οι Έλληνες ονομάζουν ήθη καθώς επίσης και τα πάθη. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που ο ζωγράφος δεν ξεκινά το έργο του από τις σάρκα. Αν από την αρχή συγκεντρώσει όλη του την προσοχή στο πρόσωπο μπορεί μένοντας ικανοποιημένος να μην προσέξει τα υπόλοιπα. Όταν όμως τα περιβάλλοντα της σάρκα στοιχεία δημιουργηθούν από την αρχή, τότε η προσοχή του ζωγράφου μένει απερίσπαστη και υπομονετικά δίνει τον καλύτερο εαυτό του στο σάρκωμα.

Κατά κανόνα το πρόσωπο και τα ακάλυπτα μέρη της σάρκας ζωγραφίζονται όλα μαζί σε πολυπρόσωπες εικόνες όλα τα πρόσωπα και τα ακάλυπτα άκρα ζωγραφίζονται ταυτόχρονα.

Ο ζωγράφος Κόντογλου μας δίνει μια γενική συμβουλή. “Λάβε ώχραν και ψιμύθι μόνον και σάρκωσον και εις τας παρειάς ρόδισε την σάρκα με ολίγον χονδροκόκκινον.” Σε γενικές γραμμές αυτή την διαδικασία ακολουθούμε για το σάρκωμα.

Τα βασικά χρώματα για το σάρκωμα είναι το χοντροκόκκινο, ή ώχρα και το άσπρο, που σε συνδυασμό με τον προπλασμό που έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει στην εικόνα θα δώσουμε τα φώτα. Με τα “φώτα” της σάρκας θα μιλήσουμε αναλυτικά στην συνέχεια.

 

 

image_print