Για τη ολική κάλυψη της εικόνας με χρώματα έχουμε ήδη φτιάξει και ζωγραφίσει τον προπλασμό της σάρκας (πρόσωπο και άκρα). Καλό είναι τον προπλασμό της σάρκας, όπως και τους υπόλοιπους προπλασμούς να τους κρατάμε σε μορφή λάσπης μέχρι να ολοκληρώσουμε την εικόνα, επειδή θα μας χρειαστούν για να φτιάξουμε τα φώτα και ίσως και για να κάνουμε κάποιες διορθώσεις. Η ποσότητα με δυο λόγια κάθε προπλασμού θα πρέπει να φτάνει και να περισσεύει μέχρι την ολοκλήρωση της εικόνας.
Αφού έχει στεγνώσει τελείως ο προπλασμός της σάρκας θα ξεκινήσουμε να φωτίζουμε τα σημεία που χρειάζεται ώστε να αποδοθεί ο όγκος. Να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό ότι το φως στην Βυζαντινή τεχνική δεν προέρχεται από ένα σημείο (π.χ. Παράθυρο). Είναι συμβατικό και έχει σκοπό να δώσει όγκο στη σάρκα. Για τον φωτισμό φτιάχνουμε 3 φώτα (διαβαθμίσεις φωτός).

Ξεκινάμε με το α’ φως.
Αυτό είναι το λιγότερο φωτεινό χρώμα. Το φτιάχνουμε προσθέτοντας λίγο άσπρο τιτανίου στον προπλασμό της σάρκας. Με αυτό το χρώμα πετυχαίνουμε την ομαλή μετάβαση από τον προπλασμό, που είναι το πιο σκοτεινό τμήμα της σάρκας στο φως. Αντίθετα με αυτό που κάνουμε στα υπόλοιπα μέρη της εικόνας (π.χ. τα ενδύματα), όπου υπάρχει καθαρή μετάβαση από τον ένα τόνο στον επόμενο, στη σάρκα προσπαθούμε ο κάθε τόνος του φωτός να σβήνει ομαλά μέσα στον άλλον. Αυτό μπορεί να το πετύχουμε χρησιμοποιώντας πολύ λεπτό πινελάκι.
Συνεχίζουμε με το Β΄ φως.
Το φτιάχνουμε με άσπρο τιτανίου και το χονδροκόκκινο. Μπορούμε να προσθέσουμε και λίγη ώχρα ώστε να γίνει πιο ζεστή η σάρκα και πιο συγγενική με το επόμενο φως που έχει σαν κύρια πρόσμιξη την ώχρα. Αυτό το φως επικαλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του Α΄φωτός και δίνει στο πρώτο φως την αίσθηση της ζωντάνιας. Δεν χρησιμοποιείται όταν πρόκειται να ζωγραφίσουμε το σώμα του Χριστού στο σταυρό, ή στην αποκαθήλωση κλπ.
Το Γ΄ φως είναι το εντονότερο.
Το Γ φως είναι εκείνο που έχει το περισσότερο άσπρο από τα προηγούμενα. Το φτιάχνουμε με ώχρα και άσπρο και επικαλύπτει ένα τμήμα από το Β’ φως. Χρησιμοποιούμε περισσότερο άσπρο και λιγότερη ώχρα.
Τα ψιμύθια
Τέλος μπορούμε να προσθέσουμε ψιμύθια, δηλαδή σκέτο άσπρο τιτανίου. Η πυκνότητά των ψιμυθιών εξαρτάται από τη φωτεινότητα όλων των άλλων φώτων, από το μέγεθος της εικόνας. Η χρήση του πρέπει να γίνεται προσεκτικά και σε λίγα μόνο σημεία. Χρειάζεται προσοχή διότι η υπερβολική χρήση του άσπρου μπορεί να δώσει ακριβώς τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, δηλαδή να “αγριέψει” το πρόσωπο. Είναι προτιμότερο να βάλει κανείς λιγότερα ψιμύθια παρά να κάνει μεγάλη χρήση.
Έχουμε παρατηρήσει σε παλιές εικόνες ότι υπάρχουν έντονα ψιμύθια. Μερικές φορές πρόκειται για αστοχίες από τις επιζωγραφίσεις στο πέρασμα του χρόνου. Αν είναι αυθεντικά τα πολλά ψιμύθια αυτό οφείλεται στο χώρο που τοποθετήθηκε η εικόνα. Την παλιά εποχή υπήρχε λιγοστό φως στις εκκλησίες και τα έντονα ψιμύθια τόνιζαν τον πρόσωπο και τα χέρια, που ήταν και το ζητούμενο στην αγιογραφία. Σήμερα που ο φωτισμός των εκκλησιών με τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος είναι έντονος δεν υπάρχει ανάγκη μεγάλης χρήσης ψιμυθιών. Το πλάτος και το πλήθος τους είναι θέμα αισθητικής.
Παρατηρήσεις
Όταν προσθέτουμε τα φώτα στη σάρκα θα πρέπει να φροντίσουμε οι πινελιές μας να σβήνουν στην άκρη τους έτσι που να γίνεται ομαλή μετάβαση από τη σκιά στο φως. Αν στο πρώτο φως κάπου κάνουμε κάποιο λάθος το σβήνουμε με ένα πινελάκι που το έχουμε βουτήξει σε καθαρών νερό η χρησιμοποιούμε λίγο προπλασμό.
Η σκίαση στα άκρατης σάρκας
Σε μεγάλες κυρίως εικόνες ίσως χρειαστεί να προσθέσουμε ένα τόνο “σκιάς” στα σημεία που το πρόσωπο εφάπτεται με τα μαλλιά καθώς και εκεί που τα ενδύματα καλύπτουν τη σάρκα. Τα χρώματα της σκίασης πρέπει να “δένουν” με τα χρώματα της σάρκας. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είτε πολύ αραιωμένη όμπρα ψημένη, είτε αραιωμένη σιέννα ψημένη ή προπλασμό σάρκας που τον αραιώνουμε και σκουραίνουμε με συγγενικό χρώμα. Τα αραιωμένα αυτά χρώματα (λαζούρες) πρέπει να προστίθενται αφού τα υπόλοιπα χρώματα έχουν στεγνώσει.

