Για την Παλαιστίνη
image_print

Δεν μπορείς διαβάζοντας αυτούς τους στίχους του Λουντέμη , τους τόσο πικρούς και σκληρά αληθινούς, να μη σκεφτείς πόσο τα λόγια αυτά ταιριάζουν να ειπωθούν και για τη μαρτυρική Παλαιστίνη. Κι αυτή σαν την μάνα Ελλάδα το ίδιο πονεμένη, το ίδιο φορτωμένη με βάσανα και καημούς, το ίδιο προδομένη, πιόνι ταπεινό στη σκακιέρα, όπου οι μεγάλοι παίζουν για τα συμφέροντά τους τις τύχες και το μέλλον της. Δεκαετίες τώρα ο περήφανος και πολύπαθος παλαιστινιακός λαός παλεύει γι όλα όσα του ανήκουν. Δεν εκλιπαρεί, δεν προσπαθεί να υπερασπιστεί με λόγια το δίκιο του. Αγωνίζεται καταθέτοντας στο θυσιαστήριο της λευτεριάς εκατόμβες νεκρούς, άμαχους, γυναίκες, γέρους και παιδιά.

Χωρίς τρόφιμα, χωρίς νερό, χωρίς φάρμακα, μετρώντας τις πληγές του αποκλεισμένος από στεριά και θάλασσα κάτω από έναν ουρανό που βρέχει ασταμάτητα βόμβες και θάνατο. Σπίτια, νοσοκομεία, σχολεία, καταφύγια γίνονται σωρός από ερείπια. Κι ο Παλαιστινιακός λαός στέκεται εκεί ορθός. Δεν επαιτεί, δε ζητιανεύει τη λευτεριά του. Την ορμήνια του Ποιητή την ξέρει καλά. Την έχει μάθει με το αίμα του, αυτό που εδώ και χρόνια ποτίζει τη γη του. Η Λευτεριά κερδίζεται. Όπως όλα τα ύψιστα αγαθά σ αυτή τη ζωή, κατακτιέται με αγώνες και θυσίες και διατηρείται χωρίς καμμία επανάπαυση με τον ίδιο επίσης δύσκολο τρόπο αποδεικνύοντας κάθε στιγμή ότι αξίζεις να την έχεις.

Μην επαιτείς

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου
μάνα Ελλάδα μου.
Στεγνός ήταν πάντα ο κόρφος σου
κι η αγκαλιά σου
-μια φτωχική φωλιά-
που κούρνιαζε ο πόνος μας
Στυφό ήταν πάντα το γέλιο σου
μάνα μου Ελλάδα μου.
Μοιρολόι ήταν πάντα το τραγούδι σου
και ταχτικό σου σπιτικό –
το κοιμητήρι.
Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου
βαριόμοιρη μάνα μας.
Τρέχαμε να το βρέξουμε στις βρύσες μας
μα στάζαν πάντα δάκρυα.
Το βρέχαμε στα ποτάμια μας
μα στάζαν πάντα αίματα.
Μάνα! Γραμμένο σου ήταν
Και το ψωμί… Και το νερό…
ακόμα και το νερό – να ζητιανέψεις.
Μόνο τη λευτεριά, μάνα μου,
μόνο αυτήν ποτέ,
ποτέ μη ζητιανέψεις!
(το ΄πε κι ο Κάλβος)

Μενέλαου Λουντέμη.
Από τα «Τα ποιητικά του» (Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 1999)

 

image_print