Αντώνη Δημητρίου Τσιλάκη. Το φως στην Ακουαρέλα
image_print

Το φως στην ακουαρέλα δεν ζωγραφίζεται. Απλά προκύπτει, όταν ολοκληρωθεί η ζωγραφική όλων των άλλων τμημάτων του θέματος. Το πιο φωτεινό χρώμα μπορεί να είναι το άσπρο του χαρτιού, δηλαδή τα τμήματα του χαρτιού που επίτηδες αφήσουμε τελείως αχρωμάτιστα. Μπορεί όμως το πιο έντονο φως να είναι μια αραιωμένη ώχρα ή ένα αραιωμένος ανοιχτός συνδυασμός χρωμάτων.

Στο σχέδιο με μολύβι, που έχουμε φτιάξει, πρέπει, πριν αρχίσουμε να χρωματίζουμε, να εντοπίσουμε τα σημεία εκείνα, που θέλουμε να είναι τα πιο φωτεινά, ώστε διαρκώς να προσέχουμε να μείνουν χωρίς πρόσθετο χρωματισμό.

Αφού βρέξουμε το χαρτί μας (μέθοδος wet on wet) ξεκινάμε με φαρδύ πινέλο την πρώτη στρώση των χρωμάτων. Η στρώση αυτή θα πρέπει να είναι πολύ αραιή στα σημεία που είναι πιο ανοιχτόχρωμα. Τα χρώματα που επιλέγουμε για τα σχήματα αυτά είναι συνήθως θερμά. Τα ψυχρά χρώματα τα χρησιμοποιούμε κυρίως για τον ουρανό, για κάποιους δρόμους και γενικά εκεί που υπάρχουν οι σκιές.

Παράδειγμα. ακουαρέλα
1:Κάποια σημεία κοντά στο λευκό που έχουμε καλύψει με την πρώτη στρώση. Αυτά θα μείνουν μέχρι το τέλος        2:. Κάποια σημεία που έχουμε καλύψει με την Δεύτερη στρώση. Μερικά από αυτά θα μείνουν χωρίς επικάλυψη μέχρι το τέλος. Κάποια άλλα θα καλυφθούν με την τρίτη στρώση.      3. Κάποια σημεία που τελικά καλύπτουμε με σκούρα χρώματα στην τρίτη στρώση

Όταν στεγνώσει η πρώτη στρώση, είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στη δεύτερη , δηλαδή να ζωγραφίζουμε του μεσαίους τόνους του θέματος. Και σ’ αυτή τη φάση δεν υπεισερχόμαστε σε λεπτομέρειες. Η ενοποίηση των διαφόρων σχημάτων είναι μια καλή πρακτική. Ενοποίηση δε σημαίνει ότι όλα τα σχήματα της δεύτερης στρώσης έχουν το ίδιο χρώμα. Κάθε άλλο. Το βαθμιαίο πέρασμα του ενός χρώματος σε ένα άλλο δίνει έμφαση στα σχήματα και κάνει το σύνολο πιο ενδιαφέρον.

Στη δεύτερη στρώση στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε τις μεσαίες χρωματικές εντάσεις, δηλαδή εκεί που θα προβληθούν τα σχήματα που θα έρχονται σε αντίθεση με τα φωτεινά τμήματα. Για τη δεύτερη στρώση συνήθως χρησιμοποιούμε πινέλα μεσαίου μεγέθους, που μπορούν να κρατήσουν αρκετή ποσότητα χρώματος, έτσι ώστε τα σχήματα να είναι “στρωτά” και να έχουν ομαλή μετάβαση της μιας απόχρωσης στην άλλη.

Ποτέ τελειώνει η δεύτερη φάση; Δεν υπάρχει κανόνας. Όταν τελειώσει, βασικά βρισκόμαστε στο σημείο που η ζωγραφιά μας έχει αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά αλλά δεν έχει ακόμη “ζωντανέψει”, δεν έχει δηλαδή αποκτήσει τις τονικές εντάσεις που απαιτούνται. Στο σημείο αυτό παρατηρούμε προσεκτικά το αντικείμενο που θέλουμε να ζωγραφίσουμε και προβλέπουμε τί θα πρέπει να προστεθεί στην τρίτη και τελευταία στρώση.

Η σωστή πρόβλεψη στη ζωγραφική είναι προϊόν παρατήρησης, σκέψης και εμπειρίας. Όλες οι αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε, τα τελικά χρώματα, η ποσότητα κάθε χρώματος, το πόσο θαμπές ή το πόσο καθαρές θα πρέπει να είναι οι διαχωριστικές γραμμές των σχημάτων, είναι όλα αυτά που θα καθορίσουν την τελική μορφή της ζωγραφιάς μας. Όσο περισσότερο έχουμε εξασκηθεί στο σχέδιο, τη δημιουργία χρωμάτων και τις τονικές εντάσεις, τόσο οι αποφάσεις που θα πάρουμε θα είναι πιο σίγουρες και το τελικό αποτέλεσμα καλύτερο.

Την τρίτη στρώση την ξεκινάμε όταν έχει στεγνώσει η δεύτερη και όταν έχουμε αποφασίσει τους τελικούς τόνους που πρέπει να ζωγραφίσουμε. Σ’ αυτή τη φάση θα προσθέσουμε τις λεπτομέρειες του θέματος. Οι λεπτομέρειες αυτές δε χρειάζεται να είναι φωτογραφικά ακριβείς. Αρκεί να δηλώνουν την παρουσία των αντικειμένων, η οποία μπορεί να συμπληρώνεται από τον ίδιο τον θεατή.

Εργαζόμαστε μεθοδικά, ώστε τις μεγαλύτερες εντάσεις, δηλαδή τις μεγαλύτερες χρωματικές αντιθέσεις να τις δημιουργούμε εκεί που θέλουμε ο θεατής να εστιάσει την προσοχή του. Για το σκοπό αυτό μπορεί να χρειαστεί να προσθέσουμε τόνους ξανά και ξανά σε διάφορα σημεία, ώστε να φτάσουμε στις επιθυμητές εντάσεις.

Όταν έχουμε τελειώσει και αφού ξεκουραστεί το μάτι μας ξαναδούμε το τελικό αποτέλεσμα, μπορεί να θεωρήσουμε ότι σε κάποια σημεία η τονική ένταση πρέπει να είναι μεγαλύτερη, οπότε μπορούμε να ανεβάσουμε τον τόνο. Μπορεί να θεωρήσουμε ότι απαιτείται να εντείνουμε μερικούς μεσαίους τόνους για να “ζωντανέψει” η ζωγραφιά. Αν παρατηρήσουμε ότι κάποια σημεία έχουν “βαρύνει” χωρίς λόγο, τότε μπορούμε να αφαιρέσουμε προσεκτικά λίγο χρώμα με ένα καθαρό βρεγμένο πινέλο ή με νωπή χαρτοπετσέτα.

Ίσως στο τελικό στάδιο να χρειαστεί σε μερικά σημεία να τοποθετήσουμε ελάχιστα έντονα στίγματα φωτός. Αυτό γίνεται αν προσθέσουμε στα σημεία αυτά άσπρη αδιαφανή τέμπερα με ένα λεπτό πινελάκι. Οι τελικές αυτές έντονες αντιθέσεις θα δώσουν έμφαση και θα κάνουν το τελικό αποτέλεσμα πιο ζωντανό.

Αντώνης Δημητρίου Τσιλάκης

image_print