Γ. Ρίτσος Μας κλέβουν το ιδρώ μας.
image_print

Ξεδιάντροπα, κυνικά, με τον στόμφο του μεγάλου αφεντικού οι μεγάλοι σύμμαχοί μας ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ αυξάνουν σε τεράστια ύψη τις πολεμικές δαπάνες και προγραμματίζουν έναν “άνευ προηγουμένου” παγκόσμιο πόλεμο. Ομολογούν πως ο λόγος για τις πολεμικές προετοιμασίες τους είναι το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του πλούτου της γης.

Για την επιτυχία των θανατηφόρων σχεδίων τους χρησιμοποιούν τις τεχνικές του ψυχολογικού πολέμου, την αποσιώπηση της αλήθειας, την παραπλάνηση, την διαστρέβλωση των γεγονότων και χτυπούν με όλα τα μέσα όσους αντιστέκονται σ΄ αυτή την ολέθρια πορεία που οδηγούν την ανθρωπότητα.

Στα πολεμικά τύμπανα που ηχούν στ’ αυτιά μας απαντά ο Γιάννης Ρίτσος με το δικό του μοναδικό τρόπο. Άλλες οι εποχές τότε, άλλες σήμερα. Ο ιμπεριαλισμός όμως δεν αλλάζει, δεν μπορεί να αλλάξει και εξακολουθεί να είναι το ίδιο καταστροφικός.

Οι λέξεις του ποιητή γίνονται φώτα που διαλύουν τα σκοτάδια του μυαλού και χειροβομβίδες που χτυπούν κατευθείαν και αλάθητα το ψέμα, την άγνοια, τη μισή αλήθεια. Το ποίημα χαρτογραφεί δρόμους και ανοίγει μονοπάτια που οδηγούν ασφαλέστερα και ταχύτερα στον όμορφο κόσμο του μέλλοντός μας. Νοιώθοντας εντολοδόχος και υπεύθυνος για τη δημιουργία αυτού του αυριανού κόσμου ο Ρίτσος μας δείχνει ποιοι κρύβονται πίσω από τη φρίκη του πολέμου, ποιοι κερδίζουν από τα σύνεργα του θανάτου.

Καταγγέλλει τους πραγματικούς εχθρούς των λαών, αυτούς που κλέβουν τον ιδρώτα και το ψωμί τους στέλνοντας τον ανθό της νιότης να σκοτωθεί με ψεύτικα συνθήματα, κάλπικες υποσχέσεις, ανούσιες ρητορείες . Αυτούς τους εχθρούς, που βρίσκονται και έξω από τα σύνορα της χώρας μας, αλλά και μέσα στην δική μας χώρα. Χτυπούν με χίλιους δυο τρόπους όσους αντιστέκονται. Καταγγέλλει τους εχθρούς που είναι οι ίδιοι για όλους τους λαούς της γης.

«Γιε μου, είχε συναχτεί προψές το βράδι
όλ’ η φτωχολογιά μας, η αργατειά μας
οι ματιές τους αστράφταν στο σκοτάδι
σαν κάρβουνα πυρά και τρομερά
κι ανάμεσά τους χτύπαγε η καρδιά μας
γιομάτη εμπιστοσύνη και χαρά.
Έτσι, καθώς με κλείναν γύρα – γύρα
μορφές που ιδρώσαν, κλάψαν και πασκίσαν,
ψημένες απ’ του πέλαου την αρμύρα,
σκαμμένες απ’ το κρύο κι απ’ το χιονιά,
ένιωσα, τάχα, αδέλφια μου πως είσαν
κ’ ήβρα στη σκιά τους ήλιο, απανεμιά.

Στη μέση της πλατείας κάποιος μιλούσε
δεν ξέρω ποιος, μα ξέρω ότι η λαλιά του
την ίδια την καρδιά μου αντιλαλούσε:
«Μας κλέβουν τον ιδρώ μας, το ψωμί,
για να φτιάξουνε σύνεργα θανάτου,
και βόλια μας πετούν για πλερωμή».
Και τότε οι γαλονάδες πέσαν, γιε μου,
κ’ είδα να δέρνουν, να τσαλαπατάνε
κ’ είδα τη φρίκη ακέρια του πολέμου.
Μας λένε: «οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι είναι οχτροί»
μα τους Ρωμιούς, Ρωμιοί να τους χτυπάνε;
“Γιε μου, έχεις δίκιο, εχτροί μας είναι Αυτοί».

image_print