Μια διαφορετική Παναγία

Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του ’90 όταν η εκκλησιαστική επιτροπή για την ανέγερση της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας στον Άλιμο αποφάσισε να λειτουργήσει τον ναό, ενώ η οικοδομή βρισκόταν ακόμη στα μπετόν του υπογείου. Είχα ήδη δωρίσει στην εκκλησία το κεντρικό προσκυνητάρι και είχα αναλάβει τις 14 εικόνες του τέμπλου.
Η επιτροπή ήθελε η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα να μην γίνει με βάση τη Βυζαντινή εικόνα του προσκυνηταριού αλλά να μοιάζει με την εικόνα της Μυρτιδιώτισσας των Κυθήρων, η οποία ήταν ολόκληρη καλυμμένη με σφυρήλατο επιχρυσωμένο μέταλλο εκτός από τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού που ήταν μαύρα. Το κατάμαυρο πρόσωπο ήταν κομμάτι της εικόνας που είχε βρεθεί από ένα βοσκό καμμένη μέσα σε ένα δασάκι στα Κύθηρα.
Η ζωγράφος Μάρθα Ξυνοπούλου – Καπετανάκου απόφοιτος της ΑΣΚΤ και καθηγήτρια στα Ανάβρυτα που αγιογραφούσε εκκλησίες θεώρησε, ότι οι εικόνες αυτού του είδους που κυκλοφορούσαν σε μικρά μεγέθη ήταν απαράδεκτες. Θα έπρεπε να ζωγραφίσουμε κάτι που να ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση και να είναι ζωγραφικά σωστό. Δεν καταλάβαινα τί έλεγε. Απλά την παρακάλεσα να αναλάβει εκείνη εξ ολοκλήρου την εικόνα. Δέχτηκε κι εγώ έκανα τις προετοιμασίες και τους προπλασμούς.
Μόνο όταν ολοκληρώθηκε η εικόνα, κατάλαβα ότι τελικά η εικόνα αυτή ήταν μοναδική. Η κ. Μάρθα Ξυνοπούλου ολοκλήρωσε την εικόνα όχι με την τεχνοτροπία της πλήρους επικάλυψης αλλά χρησιμοποιώντας και τεχνικές ακουαρέλας χωρίς να “προδίδει” τον Βυζαντινό χαρακτήρα της.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως δεν μπορεί να είναι κανείς καλός αγιογράφος, αν δεν είναι πριν απ’ όλα καλός ζωγράφος. Οι Βυζαντινές εικόνες στηρίζονται στην αντιγραφή. Καμιά όμως δεν είναι όμοια με τις άλλες. Για μια καλή εικόνα το σχέδιο, τα χρώματα, οι διαβαθμίσεις των τόνων, τα φώτα, οι εκφράσεις ακόμη και τα διακοσμητικά στοιχεία της προϋποθέτουν γνώσεις κλασσικής ζωγραφικής.
Παραθέτουμε λεπτομέρειες της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας: