Κ. Βάρναλης: Λευτεριά

Κ. Βάρναλη: Λευτεριά

Η “Λευτεριά” δημοσιευμένη το Δεκέμβρη του 1922 στο περιοδικό “Μούσα” είναι η απάντηση του Βάρναλη στους “Λύκους” του Παλαμά, ο οποίος στο ποίημα αυτό αδυνατώντας να αναγνωρίσει τη διέξοδο που αποτελεί για την ανθρωπότητα η Οκτωβριανή επανάσταση, στρέφεται εναντίον των πάντων και πέφτει στη μοιρολατρία.

Στο πρώτο μέρος της Λευτεριάς ο ποιητής ζητάει από τη “Νύχτα την ονειρομάνα” το χρησμό της προκειμένου να τον μεταφέρει στους ανθρώπους, στους καταπιεσμένους όπου γης.. Και ο χρησμός που αποτελεί και την παρακαταθήκη του ποιητή είναι ξεκάθαρος. Η λευτεριά δε δίνεται χάρισμα και δώρο. Δεν κερδίζεται ούτε με παρακάλια και γονυκλισίες. Είναι πολύ ακριβό αγαθό και γι αυτό, όπως όλα τα πολύ σημαντικά πράγματα σ αυτόν τον κόσμο, απαιτεί και μεγάλες θυσίες.

Στρατευμένο στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης το έργο του Κώστα Βάρναλη έγινε σύνθημα και τραγούδι, γνώση που φωτίζει τα σκοτάδια του μυαλού και της ψυχής όλων όσων παίρνουν την απόφαση να παλέψουν για να πάψουν να είναι οι ταπεινοί, οι μοιραίοι και απόκληροι αυτής της ζωής.

Στις μέρες μας που οι λαοί ματώνουν από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην Ουκρανία και Μέση Ανατολή και που πάνω από 50 εστίες πολέμου πάνω στον πλανήτη καταστρέφουν κι αφανίζουν δίχως τελειωμό, το έργο του Βάρναλη παραμένει διαχρονικό και τραγικά επίκαιρο, Το διαβάζουμε ανάγλυφα στους στίχους του ”Ω! Τί μαύρα σκότη κι αίματα πηχτά! Όλη η ανθρωπότητα κλαίει με βογγητά”.

Αλλά ο ποιητής το ξέρει. Και η ιστορία το ξέρει … Όταν οι λαοί κάνουν μοίρα και ριζικό τους τη στράτευση στην κατάκτηση της ζωής που τους αξίζει, τότε ο παλιός κόσμος πεθαίνει και η πλάση κοκκινίζει.

Μέσα σ έναν κόσμο που φλέγεται απ άκρη σ άκρη, ο Βάρναλης μ αυτούς τους στίχους του γίνεται ξανά οδηγός στους αγώνες της νέας γενιάς, αυτής που θα γράψει την ιστορία των νέων νικηφόρων Πολυτεχνείων.

Κ. Βάρναλη: Λευτεριά

“Τη λεφτεριά δεν τη ζητάν με παρακάλια, τηνε παίρνουν,
με τα δικά τους χέρια, μοναχοί .
Αν δεν υπάρχει όξω από σένα, ούτε και μέσα στην ψυχή σου
έργο δικό της θα την βρεις.
Από τους λίγους, που την έχουν, πάρ΄ τη να τηνε δώσεις σ΄ όλους,
μ΄ όλους μαζί να τη χαρείς.
Όπου κι αν πας, θα κουβαλείς τα σίδερα που σου τα βάλαν
οι όμοιοι σου κι οχ΄ οι ουρανοί.
Όσο μαζέβεις την ψυχή σου, την παρθενιά της για να σώσεις,
τόσο την κάνεις πιο στενή.
Την ύπαρξή σου την οκνή για να πλαταίνεις, να βαθαίνεις
σμίξε με τον αμέτρητο Αριθμό!
Μέσα στου πόνου που βογγά την άσωτη Άβυσσο κατέβα.
Κει θα βρεις της Αλήθειας το Ρυθμό.
Της Ιστορίας το Νόμο ακολούθα πρώτος φωτεινά, δεν έχεις
Μοίρα δικιά σου για οδηγό.
Από τη βία δε σε λυτρώνουν παρακάλια, καλοσύνη
και το ξετύλιμα τ΄ αργό…”