Ιμπραχίμ Νασράλα: Δεν με αφορά η πίστη σου

Δεν με αφορά η πίστη σου.

“Περίεργες” φαίνονται οι διεθνείς καταστάσεις, ενώ δεν είναι όμως καθόλου περίεργες.

Η Ιορδανία, που είναι μουσουλμανική χώρα, όμορη χώρα του Ισραήλ και η οποία κατοικείται κατά 50% περίπου από Παλαιστίνιους πήρε μέρος στην κατάρριψη Ιρανικού drones που στόχευε το Ισραήλ. Πώς είναι δυνατόν μία όμορη και μάλιστα Παλαιστινιακή γη να συμπράττει στη δολοφονική επίθεση ενάντια στους Παλαιστίνιους;

Οι στρατιωτικοί αναλυτές του πολέμου, που διεξάγει το κράτος-δολοφόνος του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, αναφέρονται στις πολιτικές της Σαουδικής Αραβίας και των Η.Α. Εμιράτων που υποβοηθούν το Ισραήλ. Με λίγα λόγια “αδελφά”, πλούσια και ομόθρησκα αραβικά κράτη συμπαρατάσσονται με το αλλόθρησκο Ισραήλ στη Γενοκτονία των Παλαιστινίων.

Και για να μην αναφερόμαστε μόνο στο Ισλάμ, μπορούμε να αναφερθούμε και στην Χριστιανική θρησκεία. Τόσο οι Ρώσοι τόσο και οι. Ουκρανοί έχουν Ορθόδοξο Χριστιανικό Θρήσκευμα. Σήμερα διεξάγουν έναν αδυσώπητο καταστροφικό, πολύνεκρο πόλεμο που κατεδαφίζει όλο και περισσότερες περιοχές, καταστρέφει υποδομές, αδυνατίζει τις οικονομίες και υποσκάπτει το μέλλον και των δύο χωρών.

Είναι φανερό τόσο από παρελθόντα ιστορικά παραδείγματα, όσο και από τις σημερινές πολεμικές συγκρούσεις ότι τα “πιστεύω” δεν αποτελούν τις αιτίες των συρράξεων.

Τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη μπορούν να χρησιμοποιούν σαν αφορμές ή να εκμεταλλεύονται θρησκευτικά συναισθήματα, εθνικιστικές αντιπαλότητες και καθυστερημένες αντιλήψεις για να επιβάλλουν και να συντηρούν την οικονομική τους κυριαρχία. Αντίθετες σ’ αυτή την εγκληματικότητα στέκονται οι δυνάμεις της προόδου και της ειρήνης που ξεσκεπάζουν και καταγγέλλουν τις εγκληματικές αντιπαραθέσεις στην περιοχή μας δείχνοντας συγχρόνως ως μοναδική επιλογή των λαών το δρόμο του αγώνα για ένα νέο κόσμο, αυτόν της συνεργασίας, της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης για όλους.

Στους αγώνες αυτούς ανεξάρτητα από τα θρησκευτικά μας πιστεύω ή τις όποιες άλλες διαφορές μάς καλεί να είμαστε παρόντες ο Ιμπραχίμ Νασράλα, Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής. Σημασία δεν έχει τί πιστεύεις αλλά τί κάνεις. Κι επειδή τα παχιά τα λόγια και οι εθνικιστικές κορώνες περισσεύουν όπου γης, σημασία έχει τι κάνουν αυτοί με τους οποίους έχεις συμπαραταχθεί. Είσαι μ΄ αυτούς που βομβαρδίζουν πόλεις, που καταργούν ανθρώπινα δικαιώματα, που στερούν το ψωμί από τους πολλούς για να αυγατίσουν τα κέρδη τους οι λίγοι;

Κάτω από ποια σημαία ζητάς δικαίωση; Τις σημαίες αυτών που δημιουργούν και υποθάλπουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση ή αυτών που υπερασπίζονται καθημερινά στους δρόμους το ψωμί και τα δίκιο, την ειρήνη και τη χαρά της ζωής;

Δεν με αφορά η πίστη σου.

Δεν με αφορά η πίστη σου.
Με αφορά το τι κάνεις με αυτή την πίστη.
Αν κτίζεις ή κατεδαφίζεις.
Αν αδικείς ή δικαιώνεις.
Αν παίρνεις ή δίνεις.
Αν μισείς ή αγαπάς.
Αν απελευθερώνεις ή υποδουλώνεις.

Ιμπραχίμ Νασράλα
Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής

 

 

 




Ψηφιακά Μνημεία και Μουσεία Αγώνων του Λαού

Ψηφιακή πλατφόρμα Μνημείων και Μουσείων

Η ιστορία της Ελλάδας συνεχίζει να δέχεται έναν ανελέητο βιασμό. Και είναι φυσικό. Εφόσον την ιστορία τη γράφουν οι νικητές και νικήτρια στις ταξικές αναμετρήσεις στη χώρα μας έχει αναδειχθεί η αστική τάξη, η κακοποίηση και η διαστρέβλωσή της ιστορίας αποτελεί έναν επιπλέον μηχανισμό προπαγάνδας, βίας και βαρβαρότητας του Κεφαλαίου.

Αυτό δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο διότι μέσα στην τρισδιάστατη ιστορική πραγματικότητα το παρελθόν συμμετέχει στο παρόν και φωτίζει το μέλλον. Καμιά κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανακάλυψη και τη σωστή, δηλαδή επιστημονική, αξιολόγηση του παρελθόντος.

Χρόνια τώρα το ΚΚΕ κάνοντας πράξη αυτή την αναγκαιότητα παντού, όπου έχει χυθεί το αίμα του λαού μας στον αγώνα για την υπεράσπιση των ιδανικών της ελευθερίας, της ζωής και της αξιοπρέπειάς του, αναγείρει μνημεία, τιμητικές πλάκες, τρόπαια και μουσεία για την απότιση τιμής και τη διαφύλαξη της ιστορικής γνώσης. Στόχος μέσα από αυτές τις κόκκινες κουκκίδες στο χάρτη είναι να δημιουργηθεί μια ιστορική διαδρομή στο χώρο και στο χρόνο που θα αποτελέσει πολύτιμη παρακαταθήκη αντίστασης για τις γενιές που έρχονται.

Εδώ και λίγες μέρες όλος αυτός ο συγκεντρωμένος πλούτος μνήμης και υπεράσπισης της αλήθειας, που αντιπαλεύει τη λήθη και την παραγραφή, άρχισε να προβάλλεται στο διαδίκτυο ψηφιακά από την ιστοσελίδα:

mnimia.kke.gr

Με τη συμβολή αυτής της πλατφόρμας δημιουργείται ένα τεράστιο μνημονικό τοπίο της πάλης του μαχητικού και πρωτοπόρου λαϊκού κινήματος μέσα από το οποίο αναδύεται και αποκτά υπόσταση μία βίαια παραμερισμένη ιστορία της χώρας μας, αυτής που πηγαίνει ενάντια στην κυρίαρχη αστική ιστορία.

Στην ιστοσελίδα αυτή μέσα από τους ψηφιακούς της χάρτες μπορεί να “επισκεφθεί” κανείς όλα αυτά τα διάσπαρτα θυσιαστήρια για την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας και να ενημερωθεί γι αυτά μέσα από τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες της εικονικής περιήγησης.

Για το τεράστιο αυτό εγχείρημα, που έφερε στην ψηφιακή εποχή την ιστορία της τάξης μας δούλεψαν εκατοντάδες εργατοτεχνίτες, επιστήμονες και εικαστικοί δημιουργώντας μια βάση δεδομένων που θα εμπλουτίζεται στο διηνεκές.

Η πλατφόρμα Μνημεία και Μουσεία Αγώνων εκπληρώνει με άυλα ψηφιακά μέσα μία ιδεολογικά κρίσιμη αποστολή και ένα έργο τεράστιας σημασίας και αναγκαιότητας. Συμβάλλοντας στη διαφύλαξη των πιο σημαντικών και προοδευτικών παραδόσεων του λαού μας λειτουργεί ως θησαυροφυλάκιο των αξιών της κοινωνίας του μέλλοντος. Καθώς και των αξιών εκείνων από τις οποίες θα αντληθούν οι δυνάμεις που θα απαιτηθούν για να γίνει το σπάσιμο των δεσμών της παθητικότητας και μοιρολατρίας και το γκρέμισμα του ιστορικά ξεπερασμένου και ηθικά καταδικασμένου κοινωνικού συστήματος που διαλύει τις ζωές μας.

 




Σφαγή χωρίς τέλος

Όλα στο ιμπεριαλιστικό παζάρι: Αμερικανοί και Ισραηλινοί μελετούν φρικαλέα σενάρια Τί είναι προτιμότερο; Να κλιμακωθεί η εμπλοκή ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ ή να εκτονωθεί η “κρίση” με αντίβαρο την εισβολή των Ισραηλινών στη Ράφα;

Αλήθεια ή απλές δημοσιογραφικές διαδόσεις τα σενάρια; Οι αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες και διαψεύσεις επιβεβαιώνουν τη στυγνή πραγματικότητα: Η γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από τους Ισραηλινούς πρέπει να ολοκληρωθεί. Τα 1,5 εκατομμύρια των στοιβαγμένων στην περιοχή παλαιστινίων ή πρέπει να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς προς την Αίγυπτο ή πρέπει να πεθάνουν.

Τα αστικά μέσα ενημέρωσης προετοιμάζουν την “κοινή γνώμη” να αποδεχθεί το μικρότερο κακό. Οι αναλυτές τους προβάλλουν τον κίνδυνο ενός 3ου Παγκόσμιου Πολέμου στην περίπτωση κλιμάκωσης της σύγκρουσης Ισραήλ-Ιράν, με συνέπεια ανυπολόγιστο αριθμό νεκρών και ολοκληρωτικών υλικών καταστροφών. Μπροστά σ΄ αυτό το σενάριο, δεν είναι σαφώς προτιμότερη η γενοκτονία 1,5 εκ. παλαιστινίων; Τί είναι το ολοκαύτωμα 1,5 εκ. μπροστά στο ολοκαύτωμα πολλαπλάσιου αριθμού ανθρώπων;

Εγκληματικοί εγκέφαλοι. Δολοφονικά παζάρια. Φρικιαστικά σενάρια,. Ως πότε άραγε οι λαοί της περιοχής και όλου του κόσμου θα ανέχονται τις δολοπλοκίες των διεστραμμένων εγκεφάλων του ιμπεριαλισμού; Ως πότε θα ανέχονται τον εκβιασμό για την αποδοχή της σφαγής εκατομμυρίων αθώων στο βωμό των οικονομικών συμφερόντων των επιχειρηματικών μεγαθηρίων;

Η ιστορία μας έχει εξοπλίσει και με οδυνηρή εμπειρία και με επιστημονική γνώση: Ή με τους αγώνες μας θα κόψουμε το δολοφονικό χέρι του ιμπεριαλισμού ή θα συνεχίσουμε το δρόμο της αυτοκαταστροφής μας.

 




Κλείτου Κύρου: Η αναμονή

ANAMONH

Λίγο πριν φανούν στον ουρανό τα πρώτα ροδοχρώματα της αυγής, η νύχτα έχει το πιο σκοτεινό της χρώμα, το πιο μαύρο, το πιο εφιαλτικό . Κι όμως το πιο βαθύ σκοτάδι είναι αυτό που φέρνει το ωραιότερο ξημέρωμα.
Αυτό είναι το μήνυμα που μας δίνει ο ποιητής. Η αλήθεια που με σιγουριά ευαγγελίζεται. Η καλή αγγελία που δεν είναι πίστη θεολογική αλλά βεβαιότητα επιστημονική, νομοτέλεια ιστορική. Στην ανθρώπινη πορεία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι πάντα οι σκοτεινοί αιώνες οδηγούσαν σ ένα χρυσό αιώνα, πάντα οι μεσαίωνες έφερναν μια αναγέννηση. Κάθε οπισθοδρόμηση, όσο λίγο ή πολύ κι αν κρατούσε, ακολουθούνταν από μια εφόρμηση στο μέλλον. Κι αυτό δεν ήταν ούτε τυχαίο ούτε συμπτωματικό.

Οι κοινωνικές συγκρούσεις, που βάση τους είχαν πάντα τον αγώνα για την ελευθερία του ανθρώπου και την αποτίναξη των σχέσεων υποταγής και κυριαρχίας, αποτελούσαν πάντα την κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Η καθοριστική αιτία της προχωρητικής ανάπτυξης της κοινωνίας από τις πρωτόγονες εποχές ως τις μέρες μας και του περάσματος από τον ένα κοινωνικό σχηματισμό στον άλλο υπήρξε η βούληση και η συνειδητή δράση του ανθρώπου για την κατοχύρωση της ελευθερίας του από εκείνες τις φυσικές και κοινωνικές δυνάμεις που του στέκονταν εμπόδιο στο δρόμο του αυτό. Και σε περιόδους ακόμα σήψης και παρακμής, όπως η σημερινή, όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε απρόσωπο, χωρίς θέληση και ταυτότητα πλήθος με τις πλατιές μάζες να παραμένουν άβουλες και αλλοτριωμένες, αμέτοχες στην πάλη για την ελευθερία και την κοινωνική πρόοδο, η σαπίλα και η ίδια η δυσωδία του συστήματος μεγαλώνει τόσο, γίνεται τόσο έντονη, που αυτό το ίδιο το σύστημα με την αποτρόπαιη εγκληματικότητά του, τις τεράστιες αντιφάσεις του και τις βαθιές εσωτερικές του αντιθέσεις θα δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την κατάργησή του.

Κι αυτό δεν είναι μόνο ελπίδα, απλή προσδοκία. Είναι η αναπότρεπτη πραγματικότητα που θα υλοποιήσουν οι κοινωνικές εκείνες δυνάμεις, που θα παλέψουν για έναν κόσμο χωρίς καταπιεστικές και καταπιεζόμενες τάξεις, χωρίς πλούσιους και φτωχούς λαούς, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Οι αναμονές λιγοστεύουν, οι ελπίδες φουντώνουν, το ξημέρωμα δεν αργεί, επιμένει ο ποιητής. Και είναι σίγουρο, γιατί η ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας δεν μπορεί να αποτραπεί.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι, ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουνε στερέψει
Όλα μάς άφησαν γοργά
– τα πεύκα, οι αμμουδιές,
του ανέμου τα σφυρίγματα, τα χάδια, οι επάλξεις..-
Κι όμως το ξέρουμε καλά.
Πριν απ το ξημέρωμα
θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές,
οι ελπίδες θα πληθαίνουν…

Κλείτου Κύρου:

 




Για το τέλος όλων των πολέμων

Για να σταματήσουν οι πόλεμοι

Νέα επιδείνωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή που εγκυμονεί γενικότερη ανάφλεξη στην περιοχή. Το Ιράν απαντώντας στην Ισραηλινή επίθεση στο ιρανικό προξενείο στη Συρία έβαλε με μη επανδρωμένα drones Ισραηλινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Μετά την επίθεση ο Μπ. Νετανιάχου δήλωσε: “Αναχαιτίσαμε, αποκρούσαμε, μαζί θα νικήσουμε”.

Ποιοι συμπεριλαμβάνονται στο “μαζί”; Οι μεγάλοι σύμμαχοι του Ισραήλ, ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία, το ΝΑΤΟ, που ενισχύουν με κάθε μέσον την ισραηλινή γενοκτονία στη λωρίδα της Γάζας. Οι απειλές για αντίποινα που εκτοξεύονται εκατέρωθεν φέρνουν τον κίνδυνο γενικότερης ανάφλεξης στην περιοχή μας όλο και πιο κοντά.
Παρόμοιος κίνδυνος ελλοχεύει και από το πολεμικό μέτωπο στην Ουκρανία. Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης έχει φτάσει στο σημείο να απειλείται χρήση πυρηνικών όπλων. Οι ίδιοι “μαζί” εναντίον της Ρωσίας.

Οι απλοί άνθρωποι παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα τον κίνδυνο γενίκευσης των πολεμικών επιχειρήσεων και αναρωτιούνται: Γιατί τόσο αίμα, τόση δυστυχία, τόση φρίκη: Μήπως είναι στο DNA του ανθρώπου ο πόλεμος;

Τα σχολικά βιβλία δεν μιλάνε για τίποτα άλλο παρά για αιματηρούς πολέμους των “κακών” εναντίον των “καλών”. Κρύβουν όμως τη μεγάλη αλήθεια: ΟΙ πόλεμοι δεν υπήρχαν πάντα. Οι άνθρωποι στην παλαιολιθική εποχή δεν γνώριζαν τον πόλεμο. Οι ομάδες τροφοσυλλεκτών και κυνηγών νομάδων μοιράζονταν την τροφή τους και οι αντιπαλότητες ανάμεσα στις ομάδες ήταν κάτι άγνωστο για την ανθρωπότητα.

Μόνο μετά τη Γεωργική Επανάσταση, δηλαδή μόνο όταν άνθρωποι άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα στις εύφορες περιοχές, να καλλιεργούν τη γη και να αποθηκεύουν τα περισσεύματά τους ξεκίνησαν οι πολεμικές επιθέσεις ανάμεσα στις ομάδες των εχόντων και των μη εχόντων. Οι πόλεμοι ξεκίνησαν για την προστασία της ιδιοκτησίας των παραγόμενων αγαθών και στη συνέχεια για την ιδιοποίηση και των μέσων παραγωγής. Και όσο η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής περνούσε σε όλο και μικρότερες ομάδες και όσο πιο καταστροφικά γίνονταν τα όπλα τόσο οι πόλεμοι γίνονταν πιο αποτρόπαιοι.

Η ανθρωπότητα διαρκώς εξελίσσεται ενώ ταυτόχρονα οι καταστροφές από τους πολέμους πολλαπλασιάζονται Ο τερματισμός των πολέμων δεν είναι απλά ένα “ηθικό” πρόβλημα που θα μπορούσε να επιλυθεί με την εκλογίκευση των ηγεσιών των σημερινών κρατών, αλλά με την κατάργηση της αιτίας που δημιουργούν τους πολέμους: Της κατάργησης της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της κατάργησης του κοινωνικού συστήματος που θυσιάζει στο βωμό του επιχειρηματικού κέρδους εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές.

Για να σταματήσουν οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, στην Ευρώπη, σε όλα τα μέρη του κόσμου δεν αρκούν κάποιες φιλειρηνικές διαμαρτυρίες. Παράδειγμα ο πόλεμος στο Βιετνάμ που τερματίστηκε μετά από την αντίδραση εκατομμυρίων ανθρώπων στις ΗΠΑ και σ΄όλο τον κόσμο. Οι πόλεμοι όμως δεν καταργήθηκαν. Φωτιές ανάβουν συνεχώς εκεί όπου το απαιτούν τα κέρδη και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Το φιλειρηνικό κίνημα που θα αγκαλιάσει όλους τους λαούς της γης όχι μόνο πρέπει να γιγαντωθεί και να αναδείξει τον μεγάλο ένοχο, αυτόν που τρέφεται από τον πόλεμο και βρίσκεται πίσω απ όλες τις συρράξεις και αιματοχυσίες όπου γης, αλλά να παλέψει και για την κατάργηση αυτής ακριβώς της μήτρας που γεννά τους πολέμους, την κατάργηση του κυρίαρχου κοινωνικού συστήματος, του καπιταλισμού.

 




Γ. Δροσίνη. Λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει

ΔΡΟΣΙΝΗΣ

O γλυκός, ο τρυφερός, ο ποιητής των παιδικών μας αναμνήσεων. Ποιος απ’ τη γενιά των πενήντα και πάνω δεν απάγγειλε στα σχολικά του χρόνια το “Χώμα Ελληνικό”, και δεν τραγούδησε την “Ανθισμένη μυγδαλιά”;

Ανανεωτής της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας

Ξεπερασμένος σήμερα για πολλούς, όμως στην εποχή του υπήρξε μεταρρυθμιστής, ένας από τους πρωτοπόρους της γενιάς του που απαρνήθηκε τον στόμφο, τη μεγαληγορία, τις ακραίες υπερβολές, το πομπώδες, τη ρητορική έπαρση του ακραίου ρομαντισμού της Αθηναϊκής σχολής ανοίγοντας δρόμους για κάτι καινούργιο και στην έκφραση και στο περιεχόμενο. Ποιος ξέρει αλήθεια ότι ο Δροσίνης έγραψε και τύπωσε στίχους στη δημοτική γλώσσα πριν από τον Παλαμά και πολύ πριν από τον Ψυχάρη;

Ο Δροσίνης αφήνοντας πίσω του ό,τι θεωρούσε ψεύτικο κι άρα παρωχημένο, αγκαλιάζει την περιφρονημένη δημοτική και την παραμελημένη μας λαϊκή παράδοση. Τραγουδάει με στίχους δροσερούς, παιχνιδιάρικους και ερωτικούς τη φύση και τη ζωή. Μπορεί να του λείπει η συνθετική πνοή, να στέκεται στη λεπτομέρεια και ίσως στα πάνω πάνω των πραγμάτων, μπορεί κάθε του ποίημα να εκφράζει μια μεμονωμένη ιδέα, να περιγράφει ενθουσιασμούς της στιγμής, όμως η ποίησή του γραμμένη στη γλώσσα της καθημερινής κουβέντας μιλάει με αβρότητα, αίσθημα και γνήσια συγκίνηση για τον έρωτα, για τις ομορφιές του κόσμου, για όλα τα αληθινά και ουσιαστικά της ζωής, που τα κάνει να φαίνονται απλά αλλά όχι και απλοϊκά.

Ποιητής των βιωμάτων

Είναι ποιητής εμπειρικός. Μια εικόνα, μια στιγμή έντονα βιωμένη, ένα περιστατικό που έζησε, ένας όμορφος ήχος κι αμέσως γίνεται υλικό, γίνεται ερέθισμα για ένα στίχο, ένα ποίημα. “Ό,τι βρίσκεται στα ποιήματά μου, είχε πει κι ο ίδιος, πρόσωπα, εικόνες, περιγραφές, τα είδα και τα έζησα”.
Ο ποιητικός του λόγος είναι παρήγορος, δεν καταθλίβει, δεν απελπίζει, δεν έχει αγωνίες σκοτεινές. Τίποτα το πολύπλοκο, τομπερδεμένο, το σπαραχτικό, το βίαιο και οδυνηρό. Δεν έχει ηρωικές εξάρσεις, ασυγκράτητα και οδυνηρά πάθη. Καταπράσινες πλαγιές,πολύκαρπες ελιές, αυγουστιάτικα φεγγάρια, μαγιάτικες αστερωμένες νύχτες και μαζί “αγαθοί άνθρωποι με πρόσχαρα μάτια και λιγομίλητοστόμα,” συνθέτουν χωριστά και όλα μαζί τον κόσμο του ποιητή.

Ο Δροσίνης, ποιητής του μέτρου και της εγκράτειας στη θεματική του αλλά και στον τρόπο που εκφράζεται δεν αφήνει τίποτε στην τύχη. Η γλώσσα του ομοιόμορφη, ο στίχος του καλοδουλεμένος, εικόνες που μοιάζουν πίνακες ζωγραφικής, όλα προσεγμένα και σε αρμονική ισορροπία.
Ελληνολάτρης καθώς ήταν επιθυμούσε να θεωρείται εθνικός ποιητής και για το θέμα αυτό έγραψε: Θεωρούν εθνικό ποιητή αυτόν που γράφει πολεμικά τραγούδια.

“Γι αυτό και το δικό μου έργο είναι παρεξηγημένο, ενώ αποτελεί έναν ύμνο στην Ελλάδα. Είναι εθνικό σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη, που βλέπει και συμπεριλαμβάνει ως εθνικό κάθε τι ελληνικό κι ωραίο, το χωράφι, το αλέτρι, τη θάλασσα, τον ουρανό, το δάσος, τη ζωή των ανθρώπων μέσα σ΄ αυτές τις ομορφιές.”

Ο Βάρναλης για το Δροσίνη

Γράφει ο Κώστας Βάρναλης: “
Ο αιωνόβιος Γιώργος Δροσίνης, ο ερημίτης του θαλερού προαστίου της Κηφισιάς, θαλερός ως τα τελευταία του, ρομαντικός, ωραιόπαθος, καλοσυνάτος, ο ποιητής της γαλήνης, ζώντας μακριά από τον ταραγμένο κόσμο των άλλων ανθρώπων, στο δικό του ανθισμένο κόσμο της φαντασίας και του ωραίου πέθανε γεμάτος χρόνια και τιμές. Είναι ο τελευταίος της γενιάς του μετά τον Πολέμη, τον Προβελέγγιο και τον Παλαμά, που φεύγει από τη ζωή, αφού την είχε αφιερώσει ολόκληρη στην ποίηση, στην πεζογραφία, στην παιδεία και στη μόρφωση του λαού….”

Σεμνός συνοδοιπόρος σε ελάσσονα κλίμακα

Κι όταν ο Παλαμάς θα του γράψει :
Πώς αλλιώς να σε πω; ο συνοδοιπόρος…; εκείνος θα απαντήσει με διακριτική σεμνότητα:
“Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα όμως με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε του καθενός μας χωριστός ο δρόμος Εσύ στης δάφνης τ΄ ακροκλώναρα άπλωσες κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει.”

Μια μακριά ζωή αφιερωμένη στην ποίηση

Ο ποιητής της “ανθισμένης αμυγδαλιάς” γεννήθηκε σαν σήμερα το 1859 και άφησε την τελευταία του πνοή στα ενενήντα δύο του χρόνια έχοντας αφιερώσει όλη τη μακριά του ζωή σε μια ποίηση ειδυλλιακή που υμνούσε τη φύση, τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Μ΄ ένα όμορφο μικρό του ποίημα, ρέκβιεμ περισσότερο ζωής παρά θανάτου, ο Δροσίνης δίνει μέσα από δυνατές στη σύλληψή τους εικόνες μια πορεία ζωής συνειδητής που τελειώνει με την περηφάνεια του ανθρώπου που μόχθησε, κουράστηκε αλλά έκανε καλά τη δουλειά του

Με το ξημέρωμα της νιότης κίνησα
για της ζωής τη χερσωμένη χώρα.
Τον χέρσο αγρό μου όργωσα, έσπειρα και θέρισα
και με το βράδιασμα γυρίζω τώρα.
Πονεμένο το κορμί μου από τον κάματο,
λυγισμένα τα γόνατά μου,
η όψη φρυγμένη απ τα λιοπύρια κι ανεμόδαρτη,
τα χέρια μου το δρεπάνι έχει κόψει.
Μα πάνω απ΄ όλα ψηλά κι αλύγιστο
προς τ΄ άστρα αναστηλώνω το κεφάλι
κρατώντας των κόπων μου δεμάτι
χρυσά στάχυα στην αγκάλη




Λουί Αραγκόν: Χορικό για κείνον που τραγούδησε μέσα στα βασανιστήρια

ΚΕΡΚΥΡΑ

Όποιος ξεχνάει τα δεινά του η ζωή τον υποχρεώνει να τα ξαναζήσει.
Και το κακό είναι πως από γενιά σε γενιά ξεχνάμε. Όχι επειδή είμαστε ξεχασιάρηδες αλλά επειδή καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από τα Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης με χίλια δυο ανούσια πυρά αλλά και γιατί τα νέα βάσανα απωθούν τα παλιά.

Ο Λουί Αραγκόν μας καλεί να μη λησμονούμε αυτούς που προβληματίστηκαν, πορεύτηκαν,αγωνίστηκαν, μάτωσαν πριν από μας για τον εαυτό τους και για μας. Κι αν το σήμερα δεν είναι ολόιδιο με το χθες, δεν παύει να έχει τα δικά του άθλια χαρακτηριστικά και μας καλεί να συνεχίσουμε την αγωνιστική πορεία του ανθρώπου.

ΧΟΡΙΚΟ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ

Κι αν ήταν να τον ξαναπορευτώ, θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο..”
Μια φωνή ανεβαίνει από τα σίδερα
και μιλάει για μελλούμενες μέρες.
Λένε πως στο κελλί του δυο άντρες απόψε του ψιθυρίζανε:
“ Πες τους το ναι. Τόσο έχεις βαρεθεί τούτη τη ζωή;
Μπορείς να ζήσεις, μπορείς να ζήσεις σαν κι εμάς!
Μια λέξη πες και γλύτωσες!
Γονατιστός μπορείς να ζήσεις…”
“Κι αν ήταν να τον ξαναπορευτώ, θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο.”
Μια φωνή ανεβαίνει από τα σίδερα
και μιλάει για μελλούμενες μέρες.
“Μια λέξη σου, κι η πόρτα ανοίγει
η πόρτα ανοίγει κι εσύ βγαίνεις! Μια σου λέξη
κι ο μακελλάρης χάνει το σφαχτό!
Πες το ξόρκι και παίρνουν τέλος τα δεινά σου!
Πες τους τη λέξη, πες ένα ψέμμα,
όσο που αρκεί να αλλάξει η μοίρα σου…
Για σκέψου, σκέψου, σκέψου, σκέψου
τι γλύκα πώχουνε τα πρωινά…”
“Κι αν ήταν να τον ξαναπορευτώ, θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο…”
Η φωνή του ανεβαίνει από τα σίδερα
είναι για τους μελλούμενους ανθρώπους.
“Το είπα ό,τι ήτανε να ειπωθεί……”
Κι αν ήτανε να τον ξαναπορευτεί θα τον ξαναπορευότανε τούτο το δρόμο;
Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα λέει:
“Κιόλας αύριο θα τον πορευτώ.”
Φτάσανε να τον παραλάβουν.
Ένας τους ορμηνεύει: “ Παραδίνεσαι;”
Αυτός ατάραχος τους ξαναλέει:
“Κι αν ήτανε να τον ξαναπορευτώ
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο
κάτω απ’ τους γρόθους σας, κάτω απ’ τα σίδερα
για να χαρούνε οι μελλούμενες οι μέρες.”
Λουί Αραγκόν




3 ποιήματα για το Νίκο Μπελογιάννη

Νίκος Μπελογιάννης 3 ποιήματα

Όταν η απολογία γίνεται κατηγορητήριο και το εδώλιο του κατηγορουμένου βήμα κατηγόρου.

AΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ (Αντί για πρόλογο στα ποιήματα)

“……..Κατατέθηκε εδώ πέρα ότι κάθε κομμουνιστής είναι κατάσκοπος, ότι οι κομμουνιστές δεν είναι Έλληνες, ότι το ΚΚΕ δεν είναι ελληνικό. Νομίζω ότι οπατριωτισμός ενός κόμματος δεν κρίνεται απ΄ τα λόγια (…) ο πατριωτισμός ενός κόμματος ή και ατόμων ακόμα κρίνεται όταν κινδυνεύει η ανεξαρτησία, ηελευθερία και η ακεραιότητα της πατρίδας μας(..) Και αν θελήσει κανείς με τέτοια κριτήρια να κρίνει το ΚΚΕ, θα δει ότι δεν είναι κόμμα προδοτικό αλλά αντίθετα είναι καθαρά ελληνικό και πατριωτικό.(..) Είναι κοινό μυστικό ότι το ΚΚΕ έχει παράνομο μηχανισμό(..) Ο παράνομος μηχανισμός είναι μια κατάσταση νόμιμης άμυνας, όταν υπάρχουν νόμοι 509 και άλλοι, για να μπορέσει να διατηρηθεί το κόμμα που βρίσκεται στην παρανομία. Το ΚΚΕ εδώ στην Ελλάδα είναι είναι από το 1925 στην παρανομία, από τον καιρό του Πάγκαλου.(…) Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας είναι να γίνει αυτή η θεωρία πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο(..) Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τος κατηγόρους μας. (…) Ακριβώς αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο (..) και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα”

ΣΤΟΥΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΔΕΣ

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,
λες κ΄ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν΄ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.
Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου
το ηλιοστεφάνι τ΄ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα
η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.
Με χέρια αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μάβρο νόμο
σε βάλανε σημάδι οι πλερωμένοι
οι αρματολόγοι το χεροδεμένο
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες
οι τρίδουλοι το λέφτερο
κι η λάσπη τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!
Δεν έχεις τάφο, αλλ΄ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λεφτεριάς,
ολόρθον η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.
Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τ΄ αηδόνια
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.
Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ναι, θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αφτός αναστημένος.
Κώστας Βάρναλης

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

΄Έχω απάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο-
που τον ντουφέκισαν στο μισοσκόταδο
πριν απ΄ την αυγή
κάτω απ΄ το φως των προβολέων.
Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα γαρούφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ΄ την ελληνική θάλασσα.
Τα μάτια του τα τολμηρά, τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω από τα βαριά μαύρα τους φρύδια.
Έτσι άδολα, όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα-
ο Μπελογιάννης γελά.
Και το γαρύφαλλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς, τη μέρα της ντροπής.
Ναζίμ Χικμέτ

O ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.
Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Ένας άνεμος που πέρασε μες απ΄ το σκοτεινό τούνελ της σιωπής
μας έφερε το μαντάτο. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Ο Πέτρος που ξυρίζονταν στην αυλή μπρος σ΄ ένα καθρεφτάκι της τσέπης
απόμεινε με το χέρι στον αέρα κρατώντας την ξυριστική του μηχανή
σα να κρατούσε με τα δυο του δάχτυλα το χέρι του κόσμου
και να μετρούσε το σφυγμό του.
Ο Βαγγέλης που ΄πινε το πρωινό του τσάι
απόμεινε με την μπουκιά στο στόμα
σα να κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του μια πέτρα.
Ήταν πικρό το τσάι σήμερα.
Αφουγκραζόταν ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο
ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.
Μπορεί να ΄ταν ο τροχός της ιστορίας.
Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα
το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της πέτρωσε εκεί
σα να κατάλαβε τί μαύρο που ναι το μαύρο χρώμα
σα να ΄δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.
Μπορεί και να ταν ο τροχός της ιστορίας. Τους σκότωσαν.
Σάλεψε η γη. Σάλεψαν τ΄ αγκωνάρια του ουρανού.
Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού Σάλεψε η κρεμασμένη λάμπα
όπως σαλεύει το καρύδι στο λαιμό του ανθρώπου, που καταπίνει το λυγμό του.
Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
Κι ήταν παράξενο να βλέπεις που δε σαλέψανε καθόλου οι αγελάδες
και τ΄ αρνάκια στην ταμπέλα του χασάπικου
μόνο σα να σκυψαν λιγάκι τα κεφάλια τους
και ν΄ αφουγκράζονταν κάτου απ΄ της γης ένα βαθύ ποτάμι.
Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα: μεθαύριο, μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.
Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της Άνοιξης πολλές χρυσές βελόνες
πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού
να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας, να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι
ένα σπασμένο κρανίο, λέγαμε.
Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο, απ΄ τη μια το ψωμί και το φιλί
απ΄ την άλλη το χρέος – θα σμίξει λέγαμε μεθαύριο Απρίλης.
Κάτου απ΄ τα δέντρα η Ειρήνη , θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι
μες απ΄ τα δίχτυα των ακτίνων
το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη
θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα
ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν
κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές- γραμμές σαν τις αχτίδες του ήλιου
που χαράζουν τα παιδιά στην άμμο.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα: μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα
θα φιληθούνε οι άνθρωποι. Τους σκότωσαν.
Τούτα τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.
Τί ώρα να ναι; Τί ώρα να ναι σήμερα;
Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια; Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;
Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνω στις πόρτες;
Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τί ώρα να ναι;
Ποιος έκοψε στα δύο την ελπίδα;Τί ώρα να ναι, πέστε μου λοιπόν.
Η κυρα-Λένη γύρισε απ’ την αγορά μ΄ άδειο το καλάθι της.
Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.
Όπου πηγαίνω βρίσκομαι μπροστά στους σκοτωμένους.
Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω. Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους.
Το φουστάνι μου αγγριώνει τους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.
Ό,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου αυτοί πεθαίνουν για να ζήσεις.
Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.
Ο Αλέκος δε μιλάει. Μες απ΄ την τρύπια κάλτσα του τα δάχτυλά του παίζουν νευρικά.
Τίποτ΄ άλλο δε φαίνεται. Σιωπή.
Οι άνθρωποι στέκουνται βουβοί μες στον αγέρα
με δυο χοντρές γροθιές σφιγμένες μες στις τσέπες τους.
Δεν ακούς τίποτα. Μόνο που τρίζουνε οι αρμοί στα δάχτυλά τους
καθώς σφίγγουν στη φούχτα τους τον πόνο.
…………………………………………………………………………
Νίκο, είχες μια καρδιά γεμάτη απ΄ το αίμα του ήλιου
Όταν περπατούσες στα ερείπια του Φθινοπώρου
είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου
το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας
γι αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.
Έφυγες τώρα Νίκο
ανάβοντας μ΄ ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών
ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου
πάνω απ΄ τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.
Έπεσες Νίκο, με τ΄ αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου
ν΄ ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον
ν΄ ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ το γέλιο των παιδιών και των κήπων
Να κιόλας βλέπουμε τη νύχτα ετούτη
ανάμεσα στο άνοιγμα της σιωπής
να κρέμεται απ΄ τους κρίκους δυο μεγάλων άστρων
το λουκέτο της οικουμένης ξεκλείδωτο.
Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ΄ όνειρο.
Ένα δέντρο κάνει φτερά. Ένα παιδί μεγαλώνει.
Ορκιστείτε να ΄χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του
να μάθει να γράφει σ΄ αγαπώ
να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ΄ ένα ανθισμένο περιβόλι.
Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου.
Ορκιστείτε.
Ο Μπελογιάννης κλαίει όπου σκοντάφτουμε.
Ορκιστείτε, να ναι γερές οι ρόδες που κυλάνε τη μέρα
να ναι η φωνή του κουλουρτζή μπροστά στις πρωινές πόρτες
σαν τη σιγουριά: Θα πάρουμε καινούργια παπούτσια
θα φτιάξουμε ένα σπίτι με τρία κάτασπρα δωμάτια
με ηλεκτρική κουζίνα, ηλεκτρικό σίδερο
να σιδερώνουμε τ΄ αλατζαδένια πουκάμισα τ΄ Απρίλη
να διαβάζουμε ποιήματα κάτου απ΄ την πασχαλιά.
Θα ξεπεράσουμε το πλάνο μας, κάθε ώρα, κάθε στιγμή
λίγο πιότερη λευτεριά, λίγο πιότερη αγάπη
το καινούργιο εργοστάσιο, η καινούργια εργατική συνοικία
παράξενη πού ναι η χαρά μας
κι όταν πεθαίνουμε – παράξενη πού ναι η χαρά μας
να κοιτάζουμε τις μέρες που ΄ρχονται χαρούμενες στην καμπύλη του ορίζοντα
όπως κοιτάζουμε τα βαγόνια της εναέριας σιδηροδρομικής γραμμής
στην καινούργια σοσιαλιστική πολιτεία μας
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΙΓΚΡΑΝΤ
Ορκιστείτε.
ΑΥΡΙΟ ΜΕΘΑΥΡΙΟ θα επιστρέψουμε απ΄ το μεγάλο πόνο μας
στις καθημερινές δουλειές μας
θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο
όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.
Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.
Μα και την ώρα που α τρώμε θα ΄μαστε έτοιμοι.
Το ξέρουμε, είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη
θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.
Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο
θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.
Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο και η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.
Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ΄ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ΄ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.
Καλημέρα σύντροφοι
καλημέρα ήλιε
καλημέρα Μπελογιάννη
ΑΚΟΜΗ μια φορά. Ακόμη μια φορά
εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας
εσύ νίκησες για όλους μας
εσύ απόδειξες
πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα
η ψάθινη πολυθρόνα του περιβολιού, το πράσινο τραπεζάκι
η σιγουριά απ΄ τα κάγκελα του κρεββατιού τις νύχτες
πόσο μικρά, μπροστά στο μπόι της χαράς
να πεθαίνεις για τη χαρά του κόσμου.
Εσύ απόδειξες πόσο μικρή είναι η λευτεριά να φιλάς ένα στόμα
να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς
δίχως να δίνεις λόγο πού κοιτάζουν τα μάτια σου
να βάζεις κάτου απ την καρδιά σου δυο ζεστά αστρουλάκια
όπως βάζεις πριν κοιμηθείς κάτου απ΄ το προσκέφαλό σου
το κλειδί του σπιτιού σου και το ρολόι σου.
Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά
να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ΄ τον κόρφο σου
για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.
Α, ναι, πονάμε απ΄ τη χαρά να ‘μαστε οι άνθρωποι,
κρατώντας τη βάρδια μας μερόνυχτα σε μια κορφή του κόσμου
βρίσκοντας το κοπάδι των άστρων πάνω απ΄ τα ερείπια
βράζοντας στο μεγάλο καζάνι της νύχτας το πηχτό γάλα της χαράς
για τα παιδιά που αύριο θα γεννηθούνε.
Νίκο, πονάμε καθώς πόνεσες και συ, απ΄ τη χαρά να ΄μαστε άνθρωποι.
Καλημέρα ανθρώποι μου
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.

(Το ποίημα ο Γιάννης Ρίτσος το έγραψε στον Αι-Στράτη το 1952)

 

 

 

 




Τ. Λειβαδίτη: Οι άνθρωποι στη χώρα των θαυμάτων

Τ. Λειβαδίτη. Οι άνθρωποι στη χώρα των θαυμάτων

Να θυμόμαστε. Πρέπει να θυμόμαστε. Και προπαντός να θυμόμαστε τις δύσκολες μέρες σαν τις σημερινές. Τώρα που που πόλεμος κοντεύει σε παγκόσμια κλίμακα να γίνει αποδεκτή πραγματικότητα. Τώρα που τα εγκλήματα διαπράττονται το ένα μετά το άλλο για την εξυπηρέτηση του κεφαλαίου ακόμη και σε περιόδους ειρήνης , Τώρα που οι κυβερνήσεις θεσπίζουν ασύστολα το ένα μετά το άλλο τα αντιλαϊκά μέτρα,

Να θυμόμαστε τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη γραμμένους για την μετακατοχική Αθήνα και αφιερωμένους σε κάθε πόλη του σήμερα και του αύριο, Να θυμόμαστε πως μετά το πιο βαθύ σκοτάδι πάντα ανατέλλει ένας ήλιος πιο λαμπρός. Μπορεί η πορεία μετά τον ΒΠΠ για τη νέα κοινωνία να μη τελεσφόρησε. Δεν χάθηκε όμως η ελπίδα. Η γνώση και η πείρα που αποκτήθηκε είναι η παρακαταθήκη για τους αγώνες που έρχονται και υπόσχεση για τη νίκη την τελειωτική. Γιατί, όπως λέει ο ποιητής: “ ..Ό,τι κι αν κάνουν, θα νικήσουμε.. Ο κόσμος μας ανήκει. Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας…Πάμε, πάμε..”

Δεν πρέπει ούτε στιγμή κανείς να λησμονά πως ουσιαστικά ηττηθήκαμε από τους συμμάχους που είναι και σημερινοί “σύμμαχοι” και “φίλοι” μας. Φίλος δεν πιάνεται το κεφάλαιο, ούτε οι υπηρέτες του. Φίλος δεν πιάνεται το αφεντικό διότι ανήκει στην άρχουσα τάξη. Φίλοι δεν πιάνονται οι “πιστικοί” του αφεντικού γιατί εξαρτώνται από το αφεντικό, εξαργυρώνουν τις αντιλαϊκές υπηρεσίες τους από το αφεντικό. Αυτοί που καταδυναστεύουν το λαό είτε με τον πόλεμο είτε σε καιρό της ειρήνης ποτέ δε μετατρέπονται σε φίλους του λαού. Ή παίρνει ο λαός ολόκληρη την εξουσία στα χέρια του ή τον τρώει το πιο μαύρο σκοτάδι.

Οι άνθρωποι στη χώρα των θαυμάτων

(Απόσπασμα)

Απόψε είμαι ερωτευμένος με μια πόλη
Πόλη φωταγωγημένη από χιλιάδες όνειρα
πόλη τριαντάφυλλο, πόλη χελιδόνι, πόλη ψωμί και
πόλη εμπιστοσύνη.
Σε συλλογίζομαι κ είναι σάμπως ν ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου.
Σ αγαπώ κ είναι σαν ν ακουμπάει στην καρδιά μου
όλου του κόσμου η καρδιά.
Οι άνθρωποι απόψε τραγουδάνε τ΄ όνομά σου
κάνοντας ν΄ αντηχούνε όλες οι καμπάνες , όλα τα βιολοντσέλα
κι όλα τα γιαπιά.
………………………
Τότε τις σκληρές μέρες του πολέμου που κανείς δεν ήξερε
αν θα ζήσει
γλίστραγε μες στα χαρακώματα μια αχτίδα απ΄ τον αυριανό σου ήλιο.
Έτσι ζεσταίναμε τα χέρια μας.
Όπως σηκώναμε τους σκοτωμένους βρίσκαμε κάτω, μέσα στο αίμα τους
δυο ψίχουλα απ΄ την αυριανή αγάπη.
Μ΄ αυτά τα ψίχουλα ζήσαμε.
Απόψε οι ξύλινοι σταυροί τους κάνουνε μια μεγάλη σκαλωσιά
που ανεβασμένοι οι εργάτες με τραγούδια και σφυριά
χτίζουν ένα καινούργιο ορίζοντα
πόλη, πόλη κλειδί που ανοίγεις όλα τ απελπισμένα χέρια
κι όλα τα γιασεμιά
…………………………………..
Έχετε δει λοιπόν μια πόλη να χορεύει.
Να στροβιλίζεται μες σ΄ έναν καταρράχτη από άστρα και φιλιά.
Τρεις λέξεις μόνο φτάνουν για ν΄ αγαπηθούνε οι άνθρωποι.
Δυο χέρια για να ζήσουν. Μια σημαία για να νικήσουν. Πάμε!
Μας υποδέχονται παντού, βουίζουν οι πλατείες, καίει μακριά ο ορίζοντας.
Ξημερώνει.
Ό,τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε. Ο κόσμος μας ανήκει.
Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας σαν το κλειδί του σπιτιού μας.
Είμαστε μεθυσμένοι, μα όχι από κρασί. Είμαστε μεθυσμένοι απ΄ όλο το αύριο.
Πάμε, πάμε….

Τάσος Λειβαδίτης




Για να δραπετεύσεις από τη φυλακή

Για να δραπετεύσει κανείς από τη φυλακή

Η μασκαρεμένη αγυρτεία των υποσχέσεων, η απίστευτη κυνικότητα με την οποία διαπράττονται εγκλήματα σε όλο τον κόσμο, η ενός μέλλοντος ολοένα και πιο ζοφερού δεν φαίνεται να μας προβληματίζει ιδιαίτερα. Λες και δεν ακούμε, λες και δεν βλέπουμε, λες και βρισκόμαστε σε κελί κάποιας ανήλιαγης φυλακής.

Φυλακή δεν είναι μόνο στενοί τοίχοι και μικρά παραθυράκια με σίδερα. Είναι και τα τείχη που χτίζουμε οι ίδιοι γύρω μας με άυλα υλικά, όπως η άγνοια, η ημιμάθεια, οι προκαταλήψεις.

Είναι τα τείχη που φροντίζουν οι άλλοι να υψώνουν γύρω μας για να μην μπαίνει το φως της αλήθειας, της αντικειμενικής γνώσης για πράγματα και ιδέες. Κι εμείς τι κάνουμε; Κι ενώ βλέπουμε μέχρι εκεί που μας επιτρέπουν, ένα μικρό κομμάτι του ουρανού φωτισμένο με ελάχιστες ακτίνες,μένουμε με την εντύπωση πως λουζόμαστε από το φως του σύμπαντος. Βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών που μας τις σερβίρουν σαν γνώση. Μπερδεμένοι μέσα σε λαμπερές λέξεις που δε σημαίνουν τίποτα , σε παρωχημένες αντιλήψεις που μας γυρνάνε στο χθες, θεωρούμε πως κατέχουμε τη γνώση, πως μπορούμε να κρίνουμε και να αποφασίζουμε.

Σ αυτό το περιβάλλον, ούτε τα γενικά ούτε και τα καθημερινά μας προβλήματα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Γινόμαστε έρμαια του ενός ή του άλλου σαλτιμπάγκου που πουλάει κάλπικες ελπίδες και ψεύτικους παραδείσους.

Ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε αυτούς που έχουν την απόλυτη ευθύνη για τα δεινά μας. Τα προγνωστικά για τις τις επερχόμενες Ευρωεκλογές φανερώνουν ότι η πλειοψηφία εξακολουθεί να βρίσκεται φυλακισμένη, έτοιμη να προσυπογράψει τα επόμενα εγκλήματα κατά του εαυτού της.

Το πρόβλημά μας είναι ότι αναθέτουμε τη διεκπεραίωση των υποθέσεών μας και τη λύση των προβλημάτων μας στους ίδιους τους αρχιτέκτονες της στρεβλής γνώσης, της αμάθειας και τελικά της δυστυχίας μας. Οι αναθέσεις και τα πληρεξούσια στα χέρια αυτών που έχουν αντίθετα συμφέροντα από τα δικά μας μετατρέπονται σε θηλιές που μας εμποδίζουν να αναπνεύσουμε και να χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας τις δυνάμεις μας.

Πώς να δραπετεύσουμε όμως από μια φυλακή που δεν καταλαβαίνουμε πως είναι φυλακή;; Το πρώτο και το πιο αποφασιστικό βήμα προς την ελευθερία είναι αυτή η ίδια η γνώση της ανελευθερίας μας, η συνειδητοποίηση των δεσμών μας. Γιατί έτσι προωθείται η κοινωνική εξέλιξη. Η αντίληψη της φωτισμένης από τη γνώση πραγματικότητας γίνεται η βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί η δημιουργία της συνείδησης που θα δώσει τα φτερά για να περάσει η ανθρωπότητα στην πράξη και στην ενεργή παρεμβολή στο ιστορικό γίγνεσθαι.

 

 




Θωμά Γκόρπα: για να σας σπρώξω αντίπερα να φορέσετε τη λευτεριά.

Θωμάς Γκόρπας

“… Φυλάγοντας τη νιότη ξέρω πως φυλάγω το λαό.
Χίλιες φορές τους προδομένους αγαπώ,
έχω τον ήλιο μα δεν παίζω το Θεό.
Τον ήλιο τον μοιράζω όλον στους φτωχούς,
τους φίλους μου μοιράζω σε φυλάκια εφόδου,
στους τόπους ταξιδεύω με τους στεναγμούς
και το εισιτήριο ποτέ ποτέ μετ’ επανόδου.”

Σαρκαστικός και τρυφερός , ειρωνικός και μειλίχιος, απαισιόδοξος κι όμως μαχητικός, πάντα ανατροπέας και αντισυμβατικός ο Θωμάς Γκόρπας, ποιητής της δεύτερης αντιπολεμικής γενιάς, δεν αντιγράφεται, δεν κατατάσσεται σε λογοτεχνικές σχολές ούτε σε καλούπια και σχήματα γνωστά. Ο ποιητικός του λόγος εικονοποιεί και με πιστότητα καταγράφει πότε έναν κόσμο με αρχές και αξίες πλαστικές, με πρότυπα ζωής ανύπαρκτα που φθίνει μέσα στην ανυποληψία του και την παρακμή του κι άλλοτε μια Ελλάδα λαϊκής αυθεντικότητας που τη συναντάς εκεί, που κάποιοι όρθιοι αντιστέκονται και δεν το βάζουν κάτω. Αθυρόστομος με λέξεις απόβλητες, που κάποτε γίνονται και αντιποιητικές, με εκφράσεις αγοραίες και αντικαθωσπρεπικές λακτίζει, καυτηριάζει, καταγγέλλει. Τις πληγές της γενιάς του τις περιγράφει, τις κάνει δικές του, πονάει γι αυτές χωρίς να τις γλύφει όμως σαν δαρμένο σκυλί.

“Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές, ως υπογραφές κόκκινες, κατακόκκινες της φωτιάς σε απίθανα σημεία της νύχτας”.

Το Μεσολόγγι, η πόλη που γεννήθηκε και την κουβαλάει μέσα του, μνήμη και παρακαταθήκη, μπολιάζει το έργο του φανερά ή αθέατα ως σύμβολο διαχρονικό όλων των έγκλειστων που ζητούνε μια διέξοδο, όλων των πολιορκημένων που μάχονται για μία έξοδο, ως ο δικός του “τόπος μικρός, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, απ’ όπου θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες» όπως έγραφε ο Σολωμός για το Μεσολόγγι.

Ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος καταθέτει: “Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι το 1935, επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού… Τα μαθήματα του Δημοτικού, τα άκουσα, μέσα σε μια αποθήκη κρασιών, στο πίσω μιας καρβουναποθήκης, λόγω επιτάξεως των σχολείων. Από το 1945, έως το 1950 έπαιξα Καραγκιόζη, με δικές μου φιγούρες. Το καλοκαίρι του 1951, μαζί με άλλους δύο συμμαθητές κατασκεύαζα φιλολογικό περιοδικό και λειτουργούσα πρωτόγονο κινηματογράφο 1949-50 έγραψα τους πρώτους μου συνειδητούς στίχους, χωρίς ρίμες. Το 1952 άνοιξε ο φάκελός μου στην Ασφάλεια, με πρώτες εγγραφές την ηγετική μου συμμετοχή σε μαθητική διαδήλωση υπέρ της Ενώσεως της Ελλάδας με την Κύπρο, την ασέβειά μου κατά την ώρα της ομαδικής προσευχής, την ανάγνωση κομμουνιστικών εφημερίδων («Νεολόγος Πατρών», «Βήμα», «Ελευθερία» κ.ά.), την ανάγνωση «κομμουνιστικών βιβλίων» (Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι κ.ά.) Στο παράρτημα Ασφάλειας, είχαν καταθέσει ο Γυμνασιάρχης και οι περισσότεροι καθηγητές μου και δυστυχισμένοι άνθρωποι όπως 3-4 συμμαθητές και φίλοι μου, μέλη αριστερών οικογενειών. Το 1953 στο απολυτήριό μου, με άριστα το 20, στη γυμναστική(μέλος των ομάδων βόλεϋ και μπάσκετ και πρωταθλητής στους περιφερειακούς μαθητικούς αγώνες στην δισκοβολία με κατάρριψη του πανελληνίου ρεκόρ)είχα 10, στα Νέα Ελληνικά (με 2-3 κόλλες αναφοράς στην έκθεση) 11, στα Αρχαία Ελληνικά (διάβαζα από το πρωτότυπο, χωρίς μεταφραστικό βοήθημα έως και Θουκυδίδη) 11. Την ίδια χρονιά και την επόμενη απορρίφθηκα στις εξετάσεις της Νομικής λόγω του φακέλου. Το 1954, ήρθα πρώτος στις εξετάσεις της Παντείου, πήγα σε δύο τρία μαθήματα κι από τότε δεν έχω περάσει ούτε απ έξω. Ήδη δούλευα μεταφορέας. Από το 1955 έως σήμερα, δούλεψα λογιστής, τοιχοτρίφτης, επιμελητής εκδόσεων, μπογιατζής, παλαιοβιβλιοπώλης, συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο («Ανεξάρτητος Τύπος», «Μεσημβρινή», «Εξπρές», «Νέα Πολιτεία»). Ακόμα υπήρξα συντάκτης ή Αρχισυντάκτης στα Περιοδικά «Ρουμελιώτικη Βίγλα», «Ο Λογοτέχνης», «Η τέχνη στην Αθήνα», «Η Καλλιτεχνική», «Μουσικά Θέματα», και σύμβουλος εκδόσεως της «Ποιητικής Αντιανθολογίας». Το 1979 εκπροσώπησα την Ελλάδα στο πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπητ στην Όστια της Ρώμης. Εργασίες μου πολύχρονης έρευνας για το Μεσολόγγι, την Αθήνα, το λαϊκό τραγούδι, τον Καραγκιόζη και την Πρωτοπορία του 1920, παραμένουν στα συρτάρια μου».

Για την ποίηση και την καταγωγή του, σε μια εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του η Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών στο Τριφύλλειο Μέγαρο, έδωσε τις εξής πληροφορίες:

«Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής. Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι αυτό και συναντήθηκαμε τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο. Είμαι απόγονος του Ρήγα Φεραίου, του Αλή Πασά, του Καραΐσκάκη, τουΑνδρούτσου. Είμαι απόγονος του Ρόκου Χοϊδά, του Βελουχιώτη, του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη, του Λαμπράκη, αυτών των δολοφονημένων από την σύμπραξη εχθρών και φίλων».

Ίσως για τον Γκόρπα, που δεν καταδέχτηκε να γίνει ο αρεστός καμίας εξουσίας κι έμεινε πιστός στα προστάγματα της δικής του ποιητικής και συνειδησιακής πολιτείας να ταιριάζουν οι στίχοι του Ρίτσου που μιλάνε για την πόλη των απροσκύνητων ποιητών, αυτών που ενώ παρηγορούν τον κόσμο μένουν πάντα απαρηγόρητοι, αυτών που ” βαδίζουν άηχα με σταυρωμένα χέρια, θυμούνται αόριστα, λησμονημένα γεγονότα, λέξεις, τοπία, ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι, οι κυνηγημένοι απ’ τα σκυλιά, τους ανθρώπους, τους σκόρους, τα ποντίκια, τ’ αστέρια, κυνηγημένοι κι απ’ τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.”

Τί σημασία έχει, αν το μέλλον που ονειρεύτηκε ο ποιητής θα ρθει σε 5 ή 50 χρόνια, το σίγουρο είναι ότι θα έρθει. Κατάκτηση και λάφυρο αυτών που ιστορικά, ηθικά τελικά νομοτελειακά το έχουν ανάγκη. Και σ’ αυτό συνηγορούν οι ποιητές. Συνηγορεί η ποίηση, ” που πίσω και πέρα και πάνω απ τον ηλιοβόρο χρόνο ξεπροβάλλει πάντα για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου”, αυτή που “θα μας σπρώξει αντίπερα για να φορέσουμε τη Λευτεριά.”

Το μέλλον σε τολμηρές εικόνες
Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
σπίτια και μαγαζιά ανθισμένα
σίγουρα φώτα και πολύχρωμες σημαίες
πλυμένα μ’ άρωμα σαν αυτό που μεταφέρουν άνοιξη καλοκαίρι
τα λεωφορεία του μπάτη στις παράλιες πόλεις.
Διαβάσεις δίχως τις παγίδες που ρημάζουν
και τις καταπακτές που εξαφανίζουν τις ελπίδες.
Πλατείες και πάρκα χωρίς αχρείαστες προτομές,
πλατείες και πάρκα ρεκλάμες του έρωτα και της ανυποψίας.
Ανάμεσα σε δύο νέους καθισμένους σε παγκάκι
φρεσκοκομμένους γυάκινθους
δυο κιθάρες και δυο βιολιά.
Ανάμεσα σε δαχτυλογράφα κι ασπριτζή
καθισμένους σ’ ένα κάθισμα διπλό
λεωφορείου που πάει στο Κατσιπόδι ή στο Βραχώρι
σιγουριά
του τύπου που παράγει στους αγρότες
το ουράνιο τόξο πάνω από χωράφι
με χαλασμένα σπαρτά.
Ανάμεσα σε δυο πεύκα στην αυλή του σχολείου
πίδακα με το πρόσωπο πιτσιρίκου
ξεκαρδισμένου στα πιο γλυκά στα πιο ασημένια γέλια
κι απέναντι ομάδα μαθητών κι ο δάσκαλος
να παραδίνει ωδική και ιστορία.
Ανάμεσα στις άγνωστες παρέες
συνομιλίες τρυφερές κι ανοιχτές αγκαλιές.
Στα δωμάτια των Ποιητών τον αυγουστιάτικο ήλιο
να παίζει το “σκοινάκι” βγάζοντας τη γλώσσα του
σε αποτσίγαρα βιβλία χαρτιά περιοδικά μολύβια εφημερίδες
φλιτζάνια του καφέ κ’ υπόλοιπα της νύχτας
και στους απέραντους βηματισμούς των Ποιητών
που προσπαθούν ν’ ανατινάξουν τα δωμάτια.
Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
τα πράγματα τη γη και τα κορμιά
βαμμένα με το νέο χρώμα
φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
για να σας προξενήσω διάθεση για τραγούδι
για να σας προξενήσω φωτιά στην καρδιά
για να σας σπρώξω αντίπερα να φορέσετε τη λευτεριά.
Θωμάς Γκόρπας

 




Πόσο Αγία είναι η Υπομονή;

Αγία Υπομονή

Αγία Υπομονή. Υπάρχει και τέτοια αγία. Δεν την ήξερα. Σήμερα γιορτάζει, κυκλοφορεί στο fb και κάποιοι σπεύδουν να την κοινοποιήσουν στους “φίλους” τους. Ονομαζόταν Ελένη Δραγάση, έζησε στα τέλη του 14 αιώνα, παντρεύτηκε τον Μανουήλ τον Β΄ Παλαιολόγο και “στάθηκε άξια δίπλα του 35 χρόνια. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού από αλλόθρησκους και ομόθρησκους κάνοντας υπομονή.

Μήπως πρέπει να διδαχθούμε από το παράδειγμά της και να οπλιστούμε με υπομονή για να αντέξουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας; Υπομονετικά να υπομένουμε τους ιμπεριαλιστές να δολοφονούν αμέτρητους αθώους; Να υπομένουμε τις μαζικές δολοφονίες και τα μαρτύρια των εκατομμυρίων μεταναστών; Να περιμένουμε με υπομονή να δολοφονηθούν από το Ισραήλ ή να εξαναγκαστούν σε εκπατρισμό από την πατρίδα τους οι Παλαιστίνιοι της λωρίδας της Γάζας; Να περιμένουν υπομονετικά οι άνεργοι μέχρι να βρουν κάποια θέση πιτσαδόρου, οι άρρωστοι το μαρτύριο της έλλειψης σωστής ιατρικής περίθαλψης; Υπομονή χρειάζονται οι σεισμόπληκτοι, οι πυρόπληκτοι, οι πλημμυροπαθείς, οι συγγενείς των δολοφονημένων στα Τέμπη;

Αυτό είναι το σωστό; Να οπλιστούν με υπομονή οι πολλοί για να τρώνε με χρυσά κουτάλια οι λίγοι;
Τόση, μα τόση χυδαιότητα, τόση απανθρωπιά, τόση ξεφτίλα, τόση μπόχα αναδύει αυτός ο κόσμος. Η Λιλή Ζωγράφου κραύγαζε με οργή:

“Όχι όχι, εγώ δεν θέλω ν’ αλλάξει ο κόσμος αυτός. Να χαλάσει θέλω, να τον χαλάσω, να τον γκρεμίσω, αυτό θέλω, να τον δω σωριασμένο, να δρασκελίσω τα χαλάσματα τρέχοντας με τα χέρια ανοιχτά στον άνεμο, στη λευτεριά, ν’ αγκαλιάσω τους ανθρώπους, πόσοι ωραίοι άνθρωποι θα υπάρχουν στον κόσμο, όλοι θα ’ναι ωραίοι και αληθινοί, και θα γελούν, θα μιλούν καλοσυνάτα χωρίς να ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον…”

Μπορείς να αλλάξεις κάτι που έχει τόσο σαπίσει; Μπορείς να μπαλώσεις και να μερεμετίσεις κάτι τόσο φθαρμένο; Ένα σύστημα που έχει φτάσει πια στο έσχατο στάδιο της αποσύνθεσής του ούτε βελτιώνεται ούτε εξωραίζεται. Μόνο γκρεμίζεται και ξαναχτίζεται. Κι ο νέος κόσμος που θα προκύψει σίγουρα δεν θα έχει μαμμή την αγία υπομονή.