Η ζωγράφος Μάρθα Ξυνοπούλου Καπετανάκου

Μάρθα Ξυνοπούλου

Την 1 Νοέμβρη 2024 έφυγε από τη ζωή η ζωγράφος Μάρθα Ξυνοπούλου Καπετανάκου, Για όλους τους φίλους της, μικρούς και μεγάλους, ήταν “η Μαρθούλα ”. Άχρονη, χαμογελαστή, γλυκιά και τρυφερή δημιουργούσε χωρίς έπαρση και επιτήδευση και ενθάρρυνε όσους την γνώριζαν να ζωγραφίζουν. Η ζωγραφική γι αυτήν ήταν το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Πίστευε πως αν έχει κανείς μέσα του αγάπη κι ομορφιά μπορεί να την εκφράσει και με χρώματα.

Για τους καθηγητές της στην ΑΣΚΤ, όπως ο Γιάννης Μόραλης, ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο Παντελής Πρεβελάκης ήταν ξεχωριστή. “Έβαζε τα γυαλιά” όπως λέγανε στους συμμαθητές της. Για τις εξαιρετικές εικαστικές της ικανότητες μιλούσε και ο σύντροφος της ζωής της ,Κωνσταντίνος Ξυνόπουλος, καθηγητής Αγιογραφίας στην ΑΣΚΤ.

Παντού η Μαρθούλα έβλεπε την ομορφιά. Η “δασκάλα με τα χρυσά μάτια”,όπως την λέγαμε, δίδασκε στο Γυμνάσιο Αναβρύτων. Δίδασκε και στη ΧΕΝ Κηφισιάς, όπου ένα απόγευμα τη βδομάδα μαζεύονταν στο πατάρι γυναίκες της γειτονιάς κάθε ηλικίας. Δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει πού τέλειωνε το μάθημα και πού άρχιζε το πανηγύρι. Με τη Μάρθα δίπλα μας να μοιράζει έναν καλό λόγο στον καθένα μας, νόμιζες πως τα μολύβια και τα χρώματα μάς μεθούσαν και χωρίς να το καταλαβαίνουμε βγάζαμε στο χαρτί ό,τι καλύτερο είχαμε μέσα μας. Έτσι η ζωγραφική συνδέθηκε για όλους εμάς τους μαθητές της με τη χαρά και μέχρι τώρα το πινέλο διστάζουμε να το πιάσουμε αν η ψυχή μας έχει σκοτεινές.

Θεωρούσε πως το καλό σχέδιο ήταν η βάση για κάθε ζωγραφιά. Αγαπούσε τα χρώματα και την αφαιρετική τάση των εμπρεσσιονιστών αλλά υπάκουε στους κανόνες της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η Μάρθα δεν έμπαινε σε “καλούπια”. Ζωγραφίζω αυτό που βλέπω, έλεγε, κάνοντάς ό,τι ζωγράφιζε να δίνει την εντύπωση πως βγαίνει εύκολα κι αβίαστα. Κι όμως οι χρωματικές αρμονίες της και ο σεβασμός στην τονικότητα των θεμάτων της, που έκαναν τα έργα της ξεχωριστά και ιδιαίτερα, ήταν καρπός σκληρής και πολύ απαιτητικής εργασίας.

Πάντα με κέφι, πάντα με το χαμόγελο. Θεωρούσε ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να βλέπουν την ομορφιά, αυτή που τους στερεί η σκληρή καθημερινή πραγματικότητα. Γι αυτό βλέποντας κάποια έργα της που αναρτούσε στο μικρό διαμέρισμα στην Κηφισια είχες την εντύπωση πως γύρω σου ανοίγονταν παράθυρα στο φως του κόσμου.

Στον εκκλησιαστικό χώρο και στο χώρο των εκκλησιαστικών εκδόσεων ήταν γνωστή σαν σπουδαία “αγιογράφος”. Αυτός ο όρος δεν της πολυάρεσε γιατί πίστευε ότι η Βυζαντινή τεχνική παρά τις ιδιαιτερότητές της δεν παύει να είναι ζωγραφική. Θεωρούσε ότι δεν μπορεί κανείς να είναι κάποιος καλός αγιογράφος αν δεν είναι πρωτ’ απ’ όλα καλός ζωγράφος.

Κατέθετε την ψυχή της σε όλες τις δημιουργίες της είτε ήταν ακουαρέλες, αγιογραφίες ή προσωπογραφίες. Με τα μαγικά της χεράκια έχει εικονογραφήσει δεκάδες παιδικά θρησκευτικά βιβλία που μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν σε δεκάδες χώρες. Μοναδικό σχεδόν εισόδημά της ήταν η σύνταξή της. Από τις αγιογραφίες και τα βιβλία σπάνια έβγαζε τα έξοδα για την δημιουργία τους. Και το αξιοπερίεργο είναι ότι το μεγάλο έργο της δεν το εξέθεσε ποτέ. “Τα έργα μου έχουν για μένα ιδιαίτερη αξία, μεγαλύτερη από τα χρήματα που θα εισπράξω”.

Και πώς είναι δυνατόν -θα έλεγε κανείς- μια τέτοια σε ποσότητα και ποιότητα δημιουργία να μένει άγνωστη ; Ίσως γιατί δεν συνεργάστηκε ποτέ με γκαλερίστες. Ίσως γιατί η ίδια κυνηγούσε την ειλικρινή καλλιτεχνική έκφραση, όπως έβγαινε από την αντικειμενική πραγματικότητα ενώ στις μέρες μας η επιτυχία και η αναγνωρισιμότητα περνάει μέσα από τις δημόσιες σχέσεις και το μάρκετινγκ. Ό,τι και να σκεφτεί κανείς η ουσία παραμένει μία:

Η Μάρθα Ξυνοπούλου-Καπετανάκου ήταν μια ξεχωριστή καλλιτεχνική μορφή της εποχής μας. Το έργο της αξίζει να μελετηθεί σε βάθος.