Τη μοίρα μας αν και χυμένο μολύβι μπορεί και πρέπει να την αλλάξουμε

Μιλούσε απλά κι από καρδιάς ο Γιώργος Σεφέρης. Γι αυτό όπως αυτός αγάπησε και πίστεψε στα νιάτα, έτσι αγαπήθηκε κι από τους νέους αυτού του τόπου και πως τους στάθηκε πνευματικός οδηγός και δάσκαλός στις κρίσιμες για τον τόπο ώρες. Και είχε δίκιο το παιδί, γιατί ο Σεφέρης πίστευε στα νιάτα, σ αυτά “τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή τη νύχτα -μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί;…”

Όταν στις 20 του Σεπτέμβρη του 1971 μέσα στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας έφυγε από τη ζωή μια θάλασσα από λαό και νιάτα πορεύτηκαν μαζί του στο στερνό προς το κοιμητήρι δρόμο τραγουδώντας το “Διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό”.

Σ ένα κόσμο, όπου ο ποιητής θα συμφωνούσε, ότι το μέλλον του είναι “άδηλον παντί πλην ει θεώ” και ότι “λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ΄ αρέσουν” εμείς με τα δικά του πάλι λόγια θα αντιτάξουμε ότι “καιρός του σπείρειν καιρός και του θερίζειν”
γιατί “η μοίρα μας αν και χυμένο μολύβι, μπορούμε και πρέπει να την αλλάξουμε”.

Με τον τρόπο του Γ. Σ.

Όπου και να ταξιδέψω η  Ελλάδα με πληγώνει
Στο  Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ᾿ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του  βουνού.
Στη  Σαντορίνη αγγίζοντας νησιὰ που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασμα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ᾿ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τί θέλουν όλοι αυτοί που  λένε
πως βρίσκουνται στην  Αθήνα ή στον Πειραιά;
(…..)
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια
περιγελάμε  εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην  Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά
(……)
Στο  μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κιν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιὰ αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ᾿ άσπρα καὶ στα χρυσά.
όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών  αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ.

Το αρχαίο κλέος με το βάρος των αιώνων που κουβαλά συναντιέται σ αυτό το ποίημα με τις πληγές και τα τραύματα της σύγχρονης Ελλάδας. Μελαγχολικό κοίταγμα  μιας ανούσιας καθημερινότητας που αρνείται πεισματικά ό,τι φωτεινό και σημαντικό της κληροδότησαν οι αξίες του ένδοξου μακρινού παρελθόντος.   Άβουλοι και άπραγες, θαρρείς μαρμαρωμένοι, οι ταγοί αυτού του τόπου, πολιτικοί και πνευματικοί, μέσα σε μια επίπλαστη και κίβδηλη μακαριότητα αδυνατούν να πάρουν τις ευθύνες που τους αναλογούν. Αλλά και ο εργαζόμενος λαός δείχνει να  μένει ανενεργός, αδύναμος στο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών.
Ο Σεφέρης αγωνιά και προβληματίζεται για το αύριο αυτού του τόπου.
Αγωνία μαζί με περισυλλογή  που δε γίνεται βέβαια απελπισία αλλά ούτε και απερίφραστη ελπίδα και αισιοδοξία χωρίς αντίκρυσμα.