Χάσαμε τον Παύλο. Στοπ

Τρεις μέρες είχε να φανεί ο Παύλος κι άρχισα να ανησυχώ στα σοβαρά. Θα το φάει καμιά ώρα το κεφάλι του, έτσι που τρέχει από δω και από κει, έλεγα εδώ καικαιρό καθώς τον έβλεπα να περνάει σαν σίφουνας από τη μια μεριά της δημοσιάς στην άλλη και να σαλτάρει στο σκουπιδοτενεκέ με το κουτσό του το ποδάρι. Όταν τον είχα πρωτοδεί ήταν μια χαρά, αλλά ύστερα από καναδυό βδομάδες δεν μπορούσε να πατήσει το πίσω δεξί του πόδι, που κρεμόταν σαν παράλυτο. Κάποιο αυτοκίνητο θα του την έδωσε και ήταν πολύ τυχερός που δεν τον είχε κάνει λιώμα. Για να πω την αμαρτία μου, δεν τον πήγαινα καθόλου τον Παύλο, αλλά τώρα πήγαινα να σκάσω στη σκέψη πως τον έφαγε κάποιο αυτοκίνητο.

Ο Βαγγέλης, ο σπιτονοικοκύρης μου, μου τον είχε συστήσει από την πρώτη κιόλας μέρα που εγκαταστάθηκα στο νέο μου σπιτικό. ”Αυτός είναι ο Παύλος, ο κεραμυδόγατος της γειτονιάς” μου είχε πει, καθώς ο Παύλος είχε ανασκελωθεί και ζητούσε χάδια. Ο Βαγγέλης του έτριβε την κοιλιά με το πόδι και μου έλεγε: “Ο Παύλος είναι ένας αλανιάρης και πολύ διάσημος γάτος. Μέχρι και στο facebook έχουν βάλει τη φωτογραφία του”.

Παύλος, άκου Παύλος!… μα είναι όνομα αυτό για γάτο; Χαθήκανε τα ονόματα; Δεν συμπαθώ, που δεν συμπαθώ τα γατιά, τώρα με αυτό το όνομα, τον αντιπαθώ διπλά. Το όνομά του μου θύμιζε εκείνον τον “αείμνηστο” Βασιλέα Παύλο, το τσουτσέκι της “βασιλομήτορος” Φρειδερίκης.

Εξομολογούμαι, πως δεν είναι μόνο τα γατιά που δεν συμπαθώ, είναι και τα σκυλιά. Με έχουν δαγκώσει τρεις φορές. Τη μια όταν ήμουνα μικρός στην αυλή της θείας Άννας, πριν ακόμα πάω στο σχολείο. Να χαϊδέψω ήθελα την σκυλίτσα, που τη φώναζαν Κικίτσα, αυτή όμως νομίζοντας πως πήγαινα για το κόκκαλο που έτρωγε, όρμησε και μου ξέσκισε το γόνατο. Αίματα, φωνές, κακό, και ο φόβος μου για τα σκυλιά ξεκίνησε από τότε… Τη δεύτερη φορά, μεγάλος πια, καθώς έκανα την κυριακάτική μου βόλτα σε κάτι στενά δρομάκια, ένας γορίλας σκύλος βγήκε από κάποια ξεκλείδωτη πόρτα μιας αυλής και μου όρμησε στη γάμπα. Το κακό τρίτωσε πρόσφατα με θύμα πάλι τη γάμπα μου και το καινούργιο παντελόνι που φορούσα. Ένας σκύλος είχε αυτοπροσδιοριστεί “φύλακας” ενός δρόμου και η κακοτυχία μου μ’ έβαλε από αυτό το δρόμο να περάσω. Άντε μετά από όλα αυτά να τα πάω καλά με τα κατοικίδια. Σκύλοι και γάτες εντάχθηκαν σε εχθρικό στρατόπεδο. Άσε που συχαινόμουνα και τις τρίχες τους και τη μυρωδιά τους. Μακρυά κι αλάργα από μένα αυτά τα ζωντανά.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που έχουν διαφορετική από μένα άποψη. Θυμάμαι στην αυλή του παλιού μου σπιτιού η πεθερά μου είχε μαζέψει κάποια εποχή εννέα γάτες. Εκεί είχα σταθεί αμείλικτος. Ξεκαθάρισα πως οι αγάπες και τα ταΐσματα θα γίνονταν στο δρόμο έξω από την αυλή. Πέρασε τότε το δικό μου, αλλά να που σήμερα μου ‘τυχε λαχείο, να φιλοξενώ για κάποιο περίεργο λόγο τον Παύλο, τον κεραμιδόγατο.

Στην αρχή είχα βρει κι άλλη δικαιολογία για να αντιπαθώ τον Παύλο: “Δε μου αρέσει το χρώμα του. Έχει άσχημο χρώμα, είναι καφεδοκίτρινος”, δικαιολογιόμουνα… “Είναι κεραμιδόγατος, γι αυτό έχει αυτά τα χρώματα,” απάντησε ο Βαγγέλης και συνέχισε να τον χαϊδολογάει. “Αλλά είναι καλός και τα παιδιά μου που μεγάλωσαν σ΄ αυτή την αυλή, τον αγαπούσαν πολύ και τον τάιζαν. Γι αυτό δεν ξεκολλάει. Ρίχνε του κι εσύ τίποτα αποφάγια”. Αποφάγια; Σιγά μη περισσέψουν αποφάγια. Εγώ ανήκω στη μεταπολεμική γενιά και δεν πετάω ψίχουλο.

Μ’ αυτές τις δικαιολογίες κατάπινα τις πρώτες μέρες τις όποιες τύψεις μου, όταν με το που έμπαινα στην αυλή έτρεχε ο Παύλος κατά πάνω μου ζητώντας χάδια κι εγώ τον έδιωχνα. “Φύγε από δω βρε! Θα σε πατήσω κατά λάθος έτσι που μπερδεύεσαι στα πόδια μου. Ξεκουμπίσου!… Δε σε θέλω!… Το καταλαβαίνεις; Δε σε γουστάρω!” Αλλά πού να πάρει ο Παύλος από λόγια. Χάδια ζητούσε ο έρμος κι ερχόταν και τριβόταν πάνω μου σέρνοντας ακόμα το κουτσό του το ποδάρι. Γιατί νομίζω πως δεν θα του έλειπε φαΐ, αφού αλώνιζε όλη τη γειτονιά. “Φύγε βρε από δω!”, του φώναζα. Δεν καταλαβαίνεις ότι δε σε χωνεύω; Έχεις κι αυτό το απαίσιο όνομα!… “Βασιλέα Παύλο” του φώναξα, “Φεύγα από κοντά μου. Εγώ δεν είμαι ούτε ο Βαγγέλης ούτε τα παιδιά του. Εγώ δε σε κάνω κέφι, το καταλαβαίνεις; Σε μένα βρε διάλεξες να τρίβεσαι;” Αλλά ο καημένος ο Παύλος πού να καταλάβει…. Όλο κι ερχόταν, όλο και τριβόταν πάνω μου, όλο και ανασκελωνόταν για να τον χαϊδέψω. Πεινασμένος; χορτάτος; πού να το ξέρω.

Μια μέρα που τον είδα να περνά γρήγορα την άσφαλτο με τα 3 καλά και το ένα κουτσό του πόδι και να σκαρφαλώνει στον σκουπιδοτενεκέ με κίνδυνο να τον πατήσει αυτοκίνητο, τον λυπήθηκα κι έκανα μια πράξη πραγματικά αδιανόητη για μένα. Του αγόρασα μια μεγάλη σακούλα με γατοτροφή, πήρα και ένα άδειο κεσεδάκι από γιαούρτι και του ‘βαλα να φάει. Καλόμαθε αυτό το χαμένο το κορμί, ο Παύλος, και από τότε μου ερχόταν νιαουρίζοντας από ευτυχία. Κι εγώ συνήθισα να τον κακομαθαίνω, ταϊζοντάς τον ακόμα και τρεις φορές τη μέρα. Το κουτσό του το ποδάρι πήγαινε όλο και καλύτερα, άρχισε σιγά-σιγά να το πατάει και η κοιλιά του έκανε τον Παύλο -άντρα πράμα- να μοιάζει με έγκυο. Και για να μη του λείψει ούτε μία μέρα η γατοτροφή είχα προσθέσει στη λίστα για το σούπερ μάρκετ κάτω από τη λέξη “γάλα” με κεφαλαία γράμματα τη λέξη “ΓΑΤΑ”, όλα τα γράμματα κεφαλαία. Πλάκα είχε η καταχώριση στη λίστα, λες και θ’ αγόραζα …καμιά γάτα. Πάντως για να είμαι ειλικρινής, δεν αγόραζα και την πιο ακριβή γατοτροφή. Σιγά μην του αγοράζω του Παύλου του αντιπαθητικού και κονσέρβες πολυτελείας…

Του άλλαξα και όνομα κι από Βασιλέα Παύλο, του έδωσα ένα όνομα ακόμα πιο μισητό και πιο αντιπαθητικό. Ίσως για να δικαιολογώ τα συναισθήματά μου γι αυτόν. Τον φώναζα Πάουλους, το όνομα του Γερμανού στρατάρχη που παραδόθηκε στους σοβιετικούς με όλη του τη φασιστική στρατιά στη μάχη του Στάλινγκραντ. “Δε σε χωνεύω βρε Πάουλους, δεν το καταλαβαίνεις; Δε σε χωνεύω!…” του έλεγα κάθε μέρα, την ώρα που τον τάιζα. Κάποια φορά που ήμουνα στις πολύ-πολύ καλές μου, του άλλαξα ξανά το όνομα και τον έβγαλα Πωλ, που μου θύμιζε τον αγαπημένο μου μετεπρεσιονιστή ζωγράφο Πωλ Γκογκέν. Νόμιζα, πως αν του έδινα κάποιο όνομα που αγαπούσα μπορεί και να σταματούσα να τον αντιπαθώ. Στ΄ αλήθεια, δε μπορούσα να καταλάβω τον εαυτό μου. Πως γίνεται και να φροντίζω καθημερινά τον Παύλο και την ίδια ώρα να μη τον χωνεύω;

Μέχρι που μετά από μήνες κάποιο Σαββατοκύριακο ο Παύλος εξαφανίστηκε. Τον είχα ταΐσει κανονικά μια Παρασκευή και το Σαββάτο όλη μέρα δεν φάνηκε. Κάπου θα ξενοτρώει σκέφτηκα. Και την Κυριακή τα ίδια, ο Παύλος άφαντος. Ούτε το βράδυ ήρθε για να κοιμηθεί στη μικρή αποθήκη κάτω από τα σκαλάκια. Με ζώσανε τα φίδια. Ο Παύλος ο κεραμιδόγατος, ο αντιπαθητικός Παύλος, ο Πάουλους, ο Πωλ Γκωγκέν έτρεξε στην άσφαλτο -είπα με το νου μου- τον χτύπησε πάλι κάποιο αυτοκίνητο κι αυτή τη φορά τον άφησε στον τόπο. Και δεν πρόλαβε ο κακόμοιρος να φάει και τις τελευταίες μερίδες του που μένανε παραπονεμένες στη σακούλα. Την τρίτη μέρα ήμουνα κυριολεκτικά στις μαύρες μου. Ψι-ψι-ψι από δω, ψι-ψι-ψι από κει, από νωρίς το πρωί, κι άντε να ψάξω και στα κεραμίδια, κι άντε να δω μήπως η άσφαλτος έχει τίποτα αίματα, όμως τίποτα. Ο Παύλος άφαντος κι εγώ μέσα στη μαύρη τη σκασίλα. “Χάσαμε τον Παύλο. Στοπ” έστειλα μήνυμα και στο σπιτονοικοκύρη μου το Βαγγέλη. “Κάπου θα αλανιάζει, μην ανησυχείς, θα γυρίσει”, με διαβεβαίωνε. “Αλλά εσένα τι σε νοιάζει; Εσύ από την πρώτη μέρα μου είχες πει πως δεν τον συμπαθείς το γάτο, τώρα γιατί στεναχωριέσαι;”

Καλά τα έλεγε ο Βαγγέλης. Τι να πω; Τον τάιζα και ταυτόχρονα τον έβριζα. Τον έδιωχνα ακόμη κι από το παράθυρο που με κοιτούσε καθώς μαγείρευα για να μη γεμίσει τρίχες τον τόπο. Ούτε μια φορά δεν του χάιδεψα την κοιλιά, έστω με το παπούτσι, όταν ανασκελωνόταν μπροστά στα πόδια μου. Τι με έπιασε τώρα και δε φεύγει από το μυαλό μου; Άλλη έγνοια δεν είχα; Το βράδυ ενώ είχα τα μαύρα μου τα χάλια αναρωτιόμουνα, πώς είναι δυνατόν και να τον αντιπαθώ και να τον φροντίζω. Και το χειρότερο: Αντί στο τέλος να πω τι καλά που ξεφορτώθηκα τον αντιπαθητικό τον Παύλο, ήμουνα να σκάσω από τη στεναχώρια μου.

Μυστήρια πράγματα… Πραγματικά, δεν είμαι στα καλά μου, σκεφτόμουνα. Έχω ψυχολογικό πρόβλημα, δεν εξηγείται αλλιώς. Τα έχω όλα μπερδεμένα μέσα μου. Κι όσο σκεφτόμουνα το θέμα τόσο μου έμπαινε η υποψία πως ο Παύλος δεν ήταν η μοναδική περίπτωση γιατί παρόμοια στάση είχα κρατήσει και με αρκετούς ανθρώπους στη ζωή μου. Άρα σίγουρα έχω πρόβλημα κι όλο και βασάνιζα το μυαλό μου, μπας και καταλάβω τί μου συμβαίνει.

Συζήτησα το θέμα και με κάποιο φίλο που του άρεσε η ψυχανάλυση και με πληροφόρησε πως τα ερωτηματικά μου δεν αφορούν μόνο εμένα αλλά όλους όσοι είναι σαν κι εμένα!… “Αυτό το θέμα είναι λυμένο”, μου είπε. “Το έχουν επεξεργαστεί μεγάλοι ψυχοθεραπευτές, όπως ο διάσημος ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας, Σκοτ Πεκ, ο οποίος γράφει πως «Υπάρχουν άνθρωποι που προσφέρουν αγάπη ακόμη κι όταν δεν αγαπούν». Κόκκαλο εγώ. Και πώς γίνεται κάτι τέτοιο; Δεν είναι παράλογο; “Γίνεται και παραγίνεται, λένε οι ειδικοί κι αυτό μπορείς να το καταλάβεις με ένα απλό παράδειγμα: Αν στύψεις ένα πορτοκάλι, θα βγάλει χυμό πορτοκαλιού, δε μπορεί να βγάλει χυμό λεμονιού. ‘Ο,τι έχει δηλαδή ο καθένας μέσα του, αυτό και βγάζει. Αγάπη έχει ; Αγάπη βγάζει. Κακία έχει; Όταν πιεστεί, η κακία θα του βγει.

Λογική άρχισε να μου φαίνεται αυτή η εξήγηση και όσο τη δούλευα στο μυαλό μου τόσο κατέληγα στο συμπέρασμα πως έτσι μπορεί να γίνουν κατανοητές οι συμπεριφορές μας και προς τους ανθρώπους και προς τα ζώα. Είναι απόλυτα λογικό πως μπορεί να λέω και να ξαναλέω όσες φορές θέλω στον Παύλο πως δεν τον χωνεύω, αλλά από μέσα μου δεν μπορεί παρά στην πράξη να βγαίνει γι αυτόν το συναίσθημα που έχω μέσα μου, η αγάπη. Κι η αγάπη εκφράζεται με την έγνοια, με την καθημερινή φροντίδα και όταν κάποια στιγμή έρθει η ώρα της απώλειας εκδηλώνεται με θλίψη, όπως τώρα που χάθηκε ο Παύλος. Άρα ας μην κοροϊδευόμαστε: αγάπη μόνο μπορώ να προσφέρω στον Παύλο, όσο κι αν λέω το αντίθετο.

Δεν μου ήταν βέβαια εύκολο να αποδεχθώ μια τέτοια άποψη, που με την πρώτη ματιά φαινόταν απλοϊκή. Με βόλεψε ίσως για να λύσω το πρόβλημα της σχέσης μου με τον Παύλο αλλά δεν μπορούσα και να γενικεύσω. Το ΄ριξα λοιπόν στη μελέτη. Άρχισα να ρουφάω κυριολεκτικά το βιβλίο του Σκοτ Πεκ “Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος”. Ξεκίνησα έχοντας την αίσθηση πως έπλεα σε γνώριμα νερά, αλλά όσο προχωρούσα τόσο μάθαινα να κολυμπάω και σε άγνωστα. Δεν είναι εύκολο να βάζεις βαθιά το νυστέρι μέσα σου και να ψάχνεις να βρεις εξηγήσεις σε ανεξήγητες φαινομενικά συμπεριφορές σου. Είναι κι επώδυνο πολλές φορές σαν την αλήθεια, που κι αυτή στην αρχή σε ξαφνιάζει γιατί δεν ξέρεις πώς να την χειριστείς.

Δεν το πιστεύω! Για δες στα καλά καθούμενα που η σχέση με ένα κεραμιδόγατο, μου άνοιξε καινούργιους δρόμους σκέψης. Προσπαθώντας να καταλάβω τη συμπεριφορά μου προς τον Παύλο, άρχισα να μπαίνω και στο νόημα των ανθρώπινων σχέσεων..Άρχισα να καταλαβαίνω, πως η αγάπη τελικά είναι μόνο πράξη. Πως στην ουσία δεν είναι αυτό που λες αλλά αυτό που κάνεις. Είναι ο δρόμος για να φτάνουμε κι εμείς αλλά κι αυτοί που αγαπάμε πιο μακριά απ’ αυτό που είμαστε φτιαγμένοι, όπως λέει κι ένα τραγουδάκι του Μίλτου. Και καθώς μηρύκαζα τις φρέσκες μου γνώσεις και προσπαθούσα να εισχωρήσω στα άδυτα των αδύτων, ώ του θαύματος: την “τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς” ο Παύλος … “ανεστήθη”. Σινάμενος, κουνάμενος έκανε ξαφνικά ένα πρωί την εμφάνισή του στην αυλή σαν κύριος για να διεκδικήσει το γεύμα του! Ε, τί να πω, πώς να το περιγράψω, τρελάθηκα από τη χαρά μου. Η σακούλα με τη γατοτροφή είχε δυο-τρεις μερίδες ακόμα. Την άδειασα όλη στο πιατάκι του και καθώς εκείνος άρχισε να τρώει λαίμαργα εγώ δεν χόρταινα να τον καμαρώνω. Σαν πιο αδύνατος μου φάνηκε ο Παύλος, ο Βασιλεύς Παύλος, ο Πάουλους, ο Πωλ Γκογκέν, ο κεραμιδόγατος, ο αλανιάρης με τη μεγάλη την κοιλάρα. Ήταν η ιδέα μου ή μήπως κάτι έφταιξε κι αδυνάτισε; Γιατί ήταν άφαντος τις τελευταίες μέρες; Μήπως ήταν περιζήτητος από τις θηλυκές γάτες, μια και Γενάρη-Φλεβάρη ζευγαρώνουν; Έτσι θα ‘ναι, ποιος ξέρει…

Δεν κρατιόμουν από τη χαρά μου. Από το σούπερ μάρκετ αγόρασα την ίδια μέρα την πιο ακριβή γατοτροφή, έτσι για να γιορτάσουμε την επιστροφή του Παύλου, του αλανιάρη, του άσωτου γάτου. Ναι, αυτού του γάτου που λέω πως δεν τον χωνεύω, που δεν τον θέλω μέσα στο σπίτι, αλλά που κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μπορεί να γουργουρίζει ευτυχισμένος με γεμάτη την κοιλίτσα του και να πηδάει χαρούμενος κυνηγώντας σαμιαμίδια και πεταλούδες. Κι απ’ τη χαρά μου τον ζωγράφισα κάποιο βράδυ που σκαρφάλωσε στο περβάζι του παραθύρου. Εικαστικό θέμα με τα όλα του! Να πέφτει το φως του δωματίου πάνω στο κιτρινοκαφεδί τρίχωμα και στα άσπρα μουστάκια του, να γυαλίζουν τα χρωματιστά του μάτια, κι ολόκληρος να λάμπει μπροστά από το φόντο της νυχτερινής πόλης. Έμπνευση, όχι αστεία. Γι αυτό αποφάσισα να γιορτάσουμε με πλούσια εδέσματα την αντάμωσή μας.

“ Άντε γεια μας!

Αντώνης Δημητρίου Τσιλάκης