image_print

Μεγάλη χαρά είχα εκείνη τη μέρα. Ανέβαζα καφέδες μέσα στο στρογγυλό αλουμινένιο δίσκο από το κυλικείο του ημιώροφου στα γραφεία του μεγάρου στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου 7, απέναντι από το Δημοτικό θέατρο στον Πειραιά και περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο για να ακούσω τη γνωστή φωνή: “Πέππας. Ένα μέτριο και ένα γλυκύ βραστό.”

Δε δούλευα στο κυλικείο τον τελευταίο χρόνο γιατί πήγαινα φροντιστήριο για να δώσω για δεύτερη φορά εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και δεν ήταν δυνατόν ταυτόχρονα να δουλεύω. Αφού όμως έδωσα εξετάσεις, δούλευα κανονικά. Δε μπορούσα εγώ να κάθομαι και η μάνα μου να δουλεύει καφετζού με τη μικρή μου αδερφή για να “βγάλουμε κανένα στραβό έξοδο” όπως έλεγε. Η Τασούλα παρά το μικρό της ηλικίας της είχε μάθει να φτιάχνει καφέδες και η μάνα μου τους ανεβοκατέβαζε με το δίσκο στα γραφεία. Τη μεγάλη μου την αδερφή δεν την αφήνανε να δουλεύει γιατί ήταν σε μια ηλικία που θα μπορούσε κανείς να της ριχτεί. Ο πατέρας μου φρόντισε και σύντομα την προσλάβανε στο λογιστήριο της Ελαΐδας, στο εργοστάσιο που δούλευε κι ο ίδιος.

Δούλευα με την αγωνία κάθε μέρα να κορυφώνεται, καθώς περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων για το Πολυτεχνείο. Ο πατέρας μου μου το είχε ξεκόψει κατηγορηματικά: “Αν δεν περάσεις στους Μηχανολόγους, θα έρθεις να δουλέψεις κι εσύ στην Ελαΐδα”. Άλλη ευκαιρία δεν μου έδινε. Η μάνα μου βλέποντας την αγωνία μου μου έλεγε να μη στεναχωριέμαι, γιατί “έτσι τα λέει ο μπαμπάς μου” για να διαβάζω πολύ και να περάσω, πως με αγαπάει και αν δεν περάσω θα βρεθεί κάποια λύση. Σκεφτόμουνα πως μάλλον είχε δίκιο η μάνα μου, αλλά φοβόμουνα και τον πατέρα μου, που σε μερικά θέματα ήταν αγύριστο κεφάλι.

Τη χρονιά εκείνη το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων είχε αλλάξει και μπορούσες να συμπληρώσεις κατά σειρά προτίμησης μια λίστα με τις σχολές που επιθυμούσες να περάσεις αν συγκέντρωνες τους απαραίτητους βαθμούς. Εγώ είχα βάλει πρώτα τους Μηχανολόγους του ΕΜΠ -την κορωνίδα των σχολών όπως την ονομάζανε τότε. Δεύτερη επιλογή είχα τους Πολιτικούς μηχανικούς, τρίτη τους Χημικούς Μηχανικούς και ύστερα όλες τις άλλες σχολές του Πολυτεχνείου. Όταν είχα δώσει πια εξετάσεις και περίμενα τα αποτελέσματα, ρώτησα αφελέστατα τον πατέρα μου: “Μπαμπά, πειράζει αν δεν περάσω στους μηχανολόγους και περάσω στους Πολιτικούς Μηχανικούς;” Κι εκείνος χωρίς να διστάσει μου απάντησε: “Τι λες ρε κύριε. Εγώ στο εργοστάσιο έχω πει πως ο γιος μου θα δώσει για Μηχανολόγος. Τι θα πω; Πως έδωσε για Μηχανολόγος και πέρασε στους Πολιτικούς Μηχανικούς; Πώς γίνεται αυτό;. Θα περάσεις Μηχανολόγος!…” Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Έτσι όμως ήταν ο πατέρας μου. Είχε τεράστιες απαιτήσεις όχι μόνο από τον εαυτό του αλλά και από μένα γιατί σε μένα έβλεπε τη συνέχεια του. Αυτόν που θα προχωρούσε στην πραγμάτωση των δικών του ονείρων. Ο Μηχανολόγος του εργοστασίου έπαιρνε τον μεγαλύτερο μισθό απ΄ όλους, άρα κι εγώ, για να ξεφύγω από τη μιζέρια του εργάτη έπρεπε να γίνω μηχανολόγος. Εμένα -για να πω την αλήθεια- δεν με συγκινούσε το επάγγελμα. Είχα και τις καλλιτεχνικές μου φιλοδοξίες, που ήθελα δεν ήθελα, όπως ήτανε τα πράγματα, μπαίνανε τελευταίες στις προτεραιότητές μου. Άλλωστε θεωρούσα πως όχι μόνο δεν είχα τα κότσια να πάω κόντρα στη θέλησή του πατέρα μου αλλά είχα και “γραμμάτια να ξεπληρώσω”, δηλαδή είχα ανύπαντρες αδερφές και έπρεπε να βοηθήσω να αποκτήσουν προίκα για να παντρευτούν. Χαοτικές σκέψεις στοίχειωναν τον ύπνο και τον ξύπνιο μου. Η τρομερή αγωνία για τα αποτελέσματα δε με άφηνε να ανασάνω ούτε λεπτό.

Μπροστά στην πόρτα του μπακάλικου της κυρα-Ρέγως . Πάνω στο τοιχίο που χωρίζει την είσοδο του μπακάλικου από την είσοδο του σπιτιού μας στα Άσπρα Χώματα Κοκκινιάς, οδός Μαρμαροτούρη 11 ποζάρω κρατώντας μια κούκλα.

Να όμως που ξημέρωσε η μέρα που δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα. Ήταν πρωί, όταν η κυρά Ρέγω, η χήρα μπακάλισσα γειτόνισσά μας, χτύπησε την πόρτα και είπε στη μάνα μου πως τη ζητάνε στο τηλέφωνο. Εκείνη πήγε και σε ένα λεπτό ξαναγύρισε σπίτι ξεφωνίζοντας από χαρά: “Πέρασες, πέρασες Αντώνη στους Μηχανολόγους στην Αθήνα!…Το γράφει η εφημερίδα!.” Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ήταν δυνατόν; Από τη συγκίνηση ξανάπεσα στο κρεββάτι ανάσκελα και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. “Μη κάνεις έτσι παιδί μου. Μη μου πάθεις τίποτα! Να γελάς, όχι να κλαις! Πάω ξανά στο μπακάλικο για να τηλεφωνήσω στο εργοστάσιο να πω τα νέα και στον πατέρα σου.” Ντύθηκα και έτρεξα στο περίπτερο για εφημερίδα. Διάβαζα το όνομά μου και δεν πίστευα στα μάτια μου. Σε λίγο συνήλθα, αγκάλιασα και φίλησα τη μάνα μου, τις αδερφές μου και έκανα προσπάθεια να συνειδητοποιήσω ότι η ζωή μου από δω και μπρος θα ήταν διαφορετική.

Είχα μια τρομερή ικανοποίηση στη σκέψη πως τελικά πραγματοποιήθηκε το όνειρο του πατέρα μου, που πάντα έκανε δυο δουλειές για να τα φέρει βόλτα και περίμενα να δω τη χαρά και την ικανοποίηση στο πρόσωπό του, όταν θα σχολούσε από το εργοστάσιο. Τα πράγματα όμως δε γίνανε ακριβώς έτσι. Ο πατέρας μου μπήκε στο σπίτι, μου έριξε μια γρήγορη ματιά, είπε ένα σύντομο “συγχαρητήρια παιδί μου” και τράβηξε για την κουζίνα για να μη δω πως έκλαιγε από συγκίνηση”. Σιγά μη δεν καταλάβαινα. Τον ήξερα τον πατέρα μου. Όσο αυστηρός προσπαθούσε να φαίνεται, τόσο ευαίσθητη και τρυφερή ψυχή είχε μέσα του. Δεν έτρεξα ξωπίσω του. Ήθελε κι εκείνος το χρόνο του για να συνέλθει, να συνειδητοποιήσει την αλλαγή στη ζωή του, στη ζωή μου, στη ζωή όλων μας. Θα συνέχιζε να επαναλαμβάνει με βεβαιότητα και καμάρι πια την προφητική του φράση: “Εγώ είμαι ο τελευταίος εργάτης της οικογένειας. Ο γιος μου θα γίνει επιστήμονας”.

Η κανονικότητα της ζωής της οικογένειας επανήλθε αμέσως από την επόμενη. Όπως κάθε μέρα το άλλο πρωί η μάνα μου κι εγώ πήγαμε στο κυλικείο. Με άλλον αέρα, όμως. Η σημερινή καφετζού, που είχε κάνει κεντήστρα και ταβερνιάρισσα, που είχε έρθει μωρό στην αγκαλιά μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, δεν ήτανε πια η ίδια. Ήταν η μάνα που βοήθησε με τον ιδρώτα της να μπει ο γιος της στο Πολυτεχνείο για να γίνει Μηχανολόγος. Αλλά μήπως κι εγώ ήμουνα ο ίδιος; Τα πόδια είχανε βγάλει φτερά. Πετούσανε, όπως και η καρδιά μου. Όταν ανέβαζα καφέδες στα γραφεία των δικηγόρων, πρώτη μου δουλειά ήταν να τους αναγγείλω την επιτυχία μου για να εισπράξω τα συγχαρητήρια και τις ευχές τους. Το μυαλό μου όμως ήταν κολλημένο στο γραφείο ΠΕΠΠΑΣ-ΜΠΑΚΟΥΡΗΣ των δύο συνεταίρων που σχεδίαζαν και φτιάχνανε πολυκατοικίες. Ο Πέππας, λιγνός και καλοστεκούμενος ήταν πολιτικός Μηχανικός. Ο Μπακούρης, γόνος πλούσιας οικογένειας από τον Πειραιά, παχύσαρκος με γυαλάκια στα μάτια ήταν ο Μηχανολόγος, που έκανε τις μελέτες για ασανσέρ, καλοριφέρ και άλλες τέτοιες εγκαταστάσεις. Ανυπομονούσα να χτυπήσει το τηλέφωνο και να ακούσω: “Πέππας. Ένα μέτριο και ένα γλυκύ βραστό.” Κι αυτό το ρημάδι δεν έλεγε να χτυπήσει. Ήθελα να μπω και να κάνω πλάκα, να πω στον Μπακούρη: “Καλημέρα κύριε συνάδελφε” κι εκείνος να με κοιτάξει πίσω από τα γυαλάκια του με απορία κι εγώ να του αναγγείλω με καμάρι πως πέρασα στους Μηχανολόγους. Μπορεί να ξεκίνησα στα 11 μου σαν σερβιτόρος στο σουβλατζίδικο, μπορεί να πουλούσα φιστίκια και στραγάλια στα διαλείμματα του θερινού σινεμά της γειτονιάς, μπορεί να κουβαλούσα καφέδες και αναψυκτικά με τον αλουμινένιο δίσκο στα γραφεία αλλά τέρμα. Είμαι πια φοιτητής και μια μέρα θα γίνω κι εγώ σαν κι αυτόν. Και θα βγάζω λεφτά. Και δεν θα είμαι του κλότσου και του μπάτσου.

“Πέππας. Ένα μέτριο και ένα γλυκύ βραστό.”, ακούστηκε η γνωστή φωνή στο τηλέφωνο του κυλικείου. Η καρδιά μου χτυπούσε. Είχε έρθει η στιγμή να ανακοινώσω στους μελλοντικούς συναδέλφους μου πως πέρασα στους Μηχανολόγους του ΕΜΠ. Μισοζαλισμένος, χτύπησα την πόρτα του γραφείου “ΠΕΠΠΑΣ-ΜΠΑΚΟΥΡΗΣ”. Οι δύο συνέταιροι ούτε που γύρισαν να με κοιτάξουν. Εγώ άφησα τους δυο καφέδες στα αντικριστά γραφεία τους και βρήκα το θάρρος να ψελλίσω: “Κε Μπακούρη, βγήκαν τα αποτελέσματα και πέρασα στους Μηχανολόγους”. Ο Μπακούρης, ο Μηχανολόγος, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε λίγο σα χαμένος. Προσπαθούσε να βρει τι θα πει. Την ίδια στιγμή ο Πέππας, ο Πολιτικός Μηχανικός ακούστηκε να λέει: “Φαντάσου που θα καταντήσει το επάγγελμα όταν μπορεί ο καθένας να μπει στο Πολυτεχνείο”. Εμένα μου ήρθε ζαλάδα. Δεν ξέρω αν ο Μπακούρης μου πέταξε κανένα “μπράβο” ή κανένα “Συγχαρητήρια”. Έκανα μεταβολή και βγήκα από το γραφείο.

“Όταν μπορεί ο καθένας…”. Τι σήμαινε αυτό; Όταν μπορεί και ένας φτωχός; Όταν μπορεί κι ο γιος του εργάτη; Ο γιος της καφετζούς; Το παιδί του κυλικείου; Δηλαδή άλλοι γεννιούνται επιστήμονες και άλλοι σερβιτόροι;

Ένοιωσα “λίγος”, ένοιωσα “μικρός”, ένοιωσα σαν κάτι να είχα κλέψει που δε μου ανήκε. Σα να είχα διαβεί μια πόρτα που έγραφε “απαγορεύεται”. Δεν μπόρεσα να νοιώσω καν θυμό για την άθλια συμπεριφορά των καλοζωισμένων συνεταίρων που τους πήγαινα τον καφέ. Αντί για περηφάνεια που πέρασα στο Πολυτεχνείο ένοιωθα μπροστά στους “φτιαγμένους” ενοχές γιατί “φύτρωσα εκεί που δε με σπείρανε”, όπως έλεγε καμιά φορά η μάνα μου, όταν έκανα κάτι έξω από τα επιτρεπόμενα. Γιατί άραγε; Δεν έπρεπε κανονικά να θυμώσω; Πώς να θυμώσεις όμως μ αυτούς που σου δίνουν φαΐ; Πιο βολικό είναι να τον καταπιείς και να τον αγνοήσεις. Από την άλλη δε θα πρεπε να καμαρώνω που εγώ με τα μπαλωμένα ρούχα και παπούτσια, με τα βιβλία τα δανεικά, με τις τσέπες που δεν είχαν ούτε τη δραχμή για το εισιτήριο, κατάφερα και πέρασα στη σχολή των σχολών του Πολυτεχνείου; Που ούτε λεφτά για να αγοράσω πρόχειρο χαρτί για να λύνω ασκήσεις δεν είχα και πήγαινα στα εκλογικά κέντρα των κομμάτων στις εκλογές που είχαν προηγηθεί κι έπαιρνα μάτσο τα ψηφοδέλτια τάχα για να τα μοιράσω και τα πήγαινα στο σπίτι για να τα χρησιμοποιώ για πρόχειρο; Κι όμως δε καμάρωνα ούτε ένοιωθα ότι έκανα κάτι σπουδαίο.

Και δεν ήταν μόνο ο Πέππας. Υπήρχαν πάμπολλες περιπτώσεις και θυμάμαι μερικές.

Να θυμηθώ τον γιο του πλούσιου γείτονά μας στην Κοκκινιά που είχε δικό του ποδήλατο, πατίνι, σωρό παιχνίδια, Κλασσικά Εικονογραφημένα και Μίκυ Μάους κι εγώ έπρεπε κάθε τόσο να ζητάω την άδεια για να παίξω με ένα παιχνίδι ή να διαβάσω ένα περιοδικό; Ο γείτονάς μας αυτός, έμπορος σιδερικών στο Πειραιά, καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι για την σπιταρόνα του και έλεγε στον πατέρα μου: Εσύ ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να “ανέβεις”. Εργάτης είσαι και εργάτης θα μείνεις”. Ο πατέρας μου τον άκουγε και το έριχνε στο καλαμπούρι, αλλά εγώ σκεφτόμουνα πως ήμουνα καταδικασμένος γιατί ήμουνα μέλος μιας οικογένειας εργάτη.

Να θυμηθώ τον αδελφό του πατέρα μου που δεν έχανε ευκαιρία να με πικράνει επαινώντας τον “ατσίδα”, όπως αποκαλούσε τον πρώτο μου ξάδελφο, το Λάκη που είχε περάσει στην Ανωτάτη Εμπορική κι εγώ δεν είχα περάσει με την πρώτη στο Πολυτεχνείο; Να θυμηθώ το ζωγράφο που έμενε κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου και ζωγράφιζε τσίγκινα βρυσάκια; Είχα ζωγραφίσει κάτι καλό και του το έδειξα με καμάρι. Μου είπε πως ο “Βενιζέλος” που είχε ζωγραφίσει ένας συμμαθητής μου ήταν πραγματική ζωγραφική ενώ η δική μου δεν ήταν. Μπορεί να είχε δίκιο, όμως εγώ δεν ζητούσα σύγκριση, ζητούσα ενθάρρυνση και δεν την είχα. Ας σημειώσουμε πως ο συμμαθητής μου δεν ξαναζωγράφισε από τότε.

Να θυμηθώ τον καθηγητή μου στο γυμνάσιο που όταν του έδειξα τα ποιήματά μου μου είπε να τα σκίσω και να διαβάσω ποίηση; Ας μου έλεγε να τα κρύψω, ας μου έλεγε πως ήταν ανώριμα, πως ήταν μέτρια. Μου είπε να τα σκίσω, κι αυτό με πλήγωσε αφάνταστα.

Να θυμηθώ τον ξάδελφο του πατέρα μου, που όταν του ζήτησε ο πατέρας μου να μου δανείσει το βιβλίο των αγγλικών που διάβαζε την προηγούμενη χρονιά ο γιος του, του είπε πως “όποιος δεν έχει λεφτά να αγοράζει βιβλία να μη σπουδάζει τα παιδιά του”; Ο μεγαλύτερος γιος αυτουνού του καλού ανθρώπου έπασχε από μελαγχολία και αυτοκτόνησε. Τόσο καλό ήταν το κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι του.

Να θυμηθώ τις ταπεινώσεις που δεχόμουν σαν σερβιτόρος στο σουβλατζίδικο από τα 11 και μετά; Ή τα χρόνια που πουλούσα με το κασελάκι “λεμονάδες-πορτοκαλάδες-πασατέμπο” στα Μανιάτικα και στον Άη Νικόλα στην Αθήνα;

Έζησα σαν παιδί έναν ορυμαγδό προσβολών και ταπεινώσεων. Ένα πραγματικό “μπούλινγκ” διαρκείας, όπως λένε σήμερα. Μικρές ψυχικές κακοποιήσεις που μπορεί να με ατσάλωσαν, να έγιναν ορμητήριο για σκληρούς αγώνες, για εφορμήσεις πολλές φορές πάνω από το μπόι μου αλλά το μικρό πληγωμένο παιδί με την ευαίσθητη ψυχή ζεί πάντα μέσα μου και δεν ξέρω αν γιάτρεψε ποτέ τα τραύματά του.

Στη ζωή μου όλη είχα πολλές επιτυχίες. Δοκιμάστηκα σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς και καλά τα κατάφερα. Δημιούργησα μια επαγγελματική καριέρα κατ άλλους αξιοζήλευτη. Έβγαλα χρήματα. Έφτιαξα μια περιουσία που τη χάρισα στα παιδιά μου κάνοντάς τους τη ζωή εύκολη από το ξεκίνημά της κιόλας. Κι όμως. Αυτό που λένε αίσθηση αυταξίας δεν είχα. Αυτή την όμορφη αίσθηση, που είναι στάση ζωής και λέει ότι αξίζεις μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις, επειδή είσαι ένα υπέροχο ανθρώπινο πλάσμα που δικαιούται το σεβασμό και την αγάπη των άλλων χωρίς να οφείλει να αποδείξει τίποτε ούτε στον εαυτό του ούτε και σε κανέναν . Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να έχεις πάρει γενναίες δόσεις ενθάρρυνσης, αποδοχής και εκτίμησης από τους σημαντικούς μεγάλους της ζωής σου ειδικά στα πρώτα χρόνια , τότε που διαμορφώνεται η εικόνα που έχεις εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου. Ίσως αυτή να ήτανε και η αιτία που πάντοτε υποτιμούσα ό,τι ήμουν κι ό,τι έκανα θεωρώντας σπουδαιότερο αυτό που ήτανε κι αυτό που κάνανε οι άλλοι. Ίσως γι αυτό και συνεχώς έκανα πράγματα για τους άλλους, πρόσφερα, διευκόλυνα, κάλυπτα ανάγκες χωρίς να φείδομαι κόπου και προσπάθειας προκειμένου να δέχομαι απ’ έξω τον καλό λόγο, την μαρτυρία και απόδειξη ότι είμαι σημαντικός και απαραίτητος. Η αξία μου δεν ήταν αυταπόδεικτη αλλά μετρήσιμη με επιτυχίες, κέρδη, οφέλη που τα πιο πολλά δεν ήταν για μένα αλλά γι αυτούς από τους οποίους ζητούσα αγάπη και αποδοχή.

Στα παιδιά μου δε θυμάμαι αν ποτέ μίλησα για όλα αυτά που με σημάδεψαν, αν ποτέ παίνεψα τον εαυτό μου, αν περιέγραψα τα βουνά από τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησα στη ζωή μου, τις μάχες που χρειάστηκε να δώσω με τίμημα την υγεία μου, τις πραγματικές μου ανάγκες, τα δικά μου θέλω προκειμένου να έχουν τον επιτυχημένο πατέρα που έβλεπαν και να χαίρονται τα αγαθά που τους προσέφερα. Προτιμούσα να κονταίνω το δικό μου ύψος για να νοιώθουν αυτά ψηλότερα. Σκοπός μου ήταν να μη νοιώθουν μειονεκτικά απέναντι σε κανένα, να έχουν εμπιστοσύνη στην αξία τους και στη μοναδικότητά τους. Στην προσπάθεια αυτή δεν κράτησα τις ισορροπίες που έπρεπε με μεγάλες ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Δύσκολοι καιροί, περίπλοκες συμπεριφορές, πολλαπλά τραύματα, λαθεμένα συμπεράσματα, ανεπανόρθωτες συνέπειες. Κι αν ήταν δυνατόν να πάρω τη ζωή μου από την αρχή με τις εμπειρίες που έχω αποκτήσει τι θα γινόταν; Μάλλον θα απέφευγα κάποια λάθη αλλά μπορεί να έκανα καινούργια.

 

image_print