image_print

“Έλα δω ρε διάολε!”

Τα ‘χασα σαν άκουσα αυτή την προσφώνηση και πλησίασα το τραπεζάκι που ο χοντρός έπινε μπύρες με ένα φίλο του.

“Που είναι ρε η μπύρα που σου παράγγειλα;”

Ζεματίστηκα. Έχασα τη φωνή μου, έκανα μεταβολή και μπήκα στο μαγαζί. Τράβηξα αμέσως για την κουζίνα και ξέσπασα σε ένα βουβό κλάμα. Τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Δεν ήξερα τι γομάρι ήταν ο κύριος Ρεμούνδος; Τον είχα καταλάβει και δεν τον χώνευα. Χοντρός στο σώμα, χοντρός στην ψυχή, χοντρός και στη συμπεριφορά του απέναντί μου. Είχε λεφτά και με τον αέρα του παραλή ερχόταν με φίλους του περισσότερο για να πιει παρά για να φάει.. Παράγγελνε τη μια μετά την άλλη τις μπύρες και δε με άφηνε να μαζεύω τα άδεια μπουκάλια για να τα βλέπουν οι περαστικοί και να λένε “μωρέ λεφτά που έχει αυτός! Για δες τις μπύρες στο τραπέζι του…”

Μπορεί να ήμουνα παιδάκι ακόμα, αλλά είχα αρχίσει να “μυρίζομαι” τους ανθρώπους. Δεν μπορούσα να καταλάβω λεπτομέρειες αλλά μπορούσα με το μικρό μου το μυαλό να διακρίνω χοντρικά τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, σ’ αυτούς που αγαπούσα και σ’ αυτούς που δε χώνευα. Τον Ρεμούνδο τον ανεχόμουνα γιατί ήταν πελάτης και τη δεκαετία του ’50 οι καλοί πελάτες ήταν λίγοι. Κάθε φορά που τον σέρβιρα φοβόμουνα τη χοντρή συμπεριφορά του, αλλά δεν ήταν δα κι ο μόνος πελάτης που όταν καθόταν στο τραπέζι μου συμπεριφερόταν σαν αφέντης προς υπηρέτη. Τι σόι άνθρωπος πρέπει να είσαι για να αποκαλείς “διάολο” ένα μικρό παιδί;

Λίγους αφέντες και πολλούς μεροκαματιάρηδες πρόσφυγες είχε η Κοκκινιά εκείνη την εποχή. Δύσκολο να περισσέψουν λίγες δραχμές στο τέλος της βδομάδας για να απολαύσουν με τις οικογένειές τους κανένα κεμπάπ “στο χέρι” -έτσι λέγανε τότε τα τυλιχτά σε λαδόχαρτο. Και το να περπατάει ένας φτωχός μ’ ένα κεμπάπ στο χέρι ήταν και λίγο καμάρι γιατί σήμαινε “μπορεί να είμαι μεροκαματιάρης αλλά δόξα τω θεώ τα βγάζω πέρα και μπορώ κάπου κάπου να αγοράζω με 3 δραχμές ένα κεμπάπ”.

Το πήρα κατάκαρδα το “διάολε” εκείνη την Κυριακή το βράδυ, δεν το άντεξα και με πήρανε τα κλάματα. Μπορεί και να είχε ξεχειλίσει το ποτήρι από τη συμπεριφορά εκείνου του πελάτη, γι αυτό και ξέσπασα. Ο πατέρας μου που δούλευε στην ψησταριά δεν είχε ακούσει τίποτα. Μ΄ έψαχνε για να σερβίρω κάποια κεμπάπ “στο πιάτο” στα τραπεζάκια που ήταν αραδιασμένα το ένα μετά το άλλο στο στενό πεζοδρόμιο του μαγαζιού. Η μάνα μου, η κυρά Ηρώ ,που μπαινόβγαινε στην κουζίνα με είδε με βουρκωμένα μάτια, με ρώτησε τι έπαθα, της εξομολογήθηκα πως ο Ρεμούνδος με φώναξε “διάολε” κι εκείνη αμέσως τρεξε και το είπε στον πατέρα μου. Εκείνος πετάχτηκε σαν ελατήριο ήρθε στην κουζίνα, με είδε και είπε: “Θα τον διώξω τον κερατά. Θα του δείξω εγώ!”.

Μέχρι να φτάσει όμως στην πόρτα το είχε μετανοιώσει. Γύρισε πίσω με κοίταξε και μου είπε: “Μη κλαις. Έτσι είναι οι πελάτες. Αν αρχίσω και τους διώχνω επειδή είναι γαϊδούρια θα πρέπει να το κλείσουμε το μαγαζί. Σκούπισε τα μάτια σου και πήγαινέ του τη μπύρα και μη καταλάβει πως έκλαιγες”. Την πήγε τελικά ο πατέρας μου, γιατί εγώ ντρεπόμουνα να βγω έξω στο χάλι που ήμουνα. Δεν ήθελα να με δουν κλαμένο, εμένα, κοτζάμ άντρα 13 χρόνων, εμένα που δούλευα όσο και οι μεγάλοι, εμένα που πήγαινα και στο Γυμνάσιο, εμένα που μάθαινα και τσάμπα αγγλικά, εμένα που μου άρεσε η κλασσική μουσική, εμένα που μου άρεσε η ζωγραφική, εμένα που με φώναζαν “αριστοκράτη” γιατί δεν ήθελα κανένας να ξέρει τα βάσανά μου και να με λυπάται, εμένα, εμένα, εμένα… Λέξη δεν είπε ο πατέρας μου στον Ρεμούνδο. Σε λίγο συνήλθα. Έριξα μια ματιά στον καθρέφτη του καμπινέ για να δω αν τα μάτια μου είχαν ξεκοκκινίσει και βγήκα έξω να συνεχίσω το σερβίρισμα.

Το Ρεμούνδο από κείνη τη μέρα τον βαφτίσαμε “διάολο”. “Ήρθε πάλι ο διάολος” έλεγα και γελούσαμε. “Πάω να πάρω παραγγελία από τον διάολο”. Οι ταπεινώσεις που έτρωγα τη μια μετά την άλλη εκείνη την εποχή δεν ήταν λίγες, διότι οι Ρεμούνδοι ποτέ δεν λείπουν. Όλοι τους διάολοι κι εγώ από παιδάκι στην τελευταία τάξη του Δημοτικού φόρεσα την ποδιά του σερβιτόρου. Κι όσο μεγάλωνα και ψήλωνα τόσο σιγά-σιγά καταλάβαινα τη θέση μου μέσα σε έναν ανάλγητο κόσμο. Ξέρεις τί είναι να ‘σαι παιδί και τα καλοκαίρια να σκέφτεσαι τους φίλους σου να παίζουν μπάλα, να παρακολουθούν ποδοσφαιρικούς αγώνες τοπικών ομάδων στην αλάνα της γειτονιάς και συ να είσαι σερβιτόρος; Μια Κυριακή που το ματς ήταν ντέρμπι και ζήτησα από τον πατέρα μου να με αφήσει να δω έστω το πρώτο ημιχρόνιο, εκείνος μου απάντησε με θλίψη: “Και το πεζοδρόμιο ποιος θα το πλύνει, τα τραπεζάκια ποιος θα τα βγάλει στο πεζοδρόμιο;”

Κι εκείνο το βράδυ που ο Ρεμούνδος με αποκάλεσε διάολο κλείσαμε το μαγαζί κατά τις 2 το πρωί, όταν πια είχε φύγει κι ο τελευταίος πελάτης, που συνήθως ήταν μεθυσμένος και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί. Κι όταν έφευγε εγώ μάζευα τα σερβίτσια, καθάριζα τα τραπεζάκια, τα κουβαλούσα μέσα στο μαγαζί, η μάνα μου έκανε τη λάντζα, ο πατέρας μου έσβηνε τα κάρβουνα της ψησταριάς και ταχτοποιούσε τα υπόλοιπα, βάζαμε λουκέτο και παίρναμε την ανηφόρα για το σπίτι, που νοικιάζαμε κάπου δύο χιλιόμετρα μακρυά. Εκείνη η ανηφόρα τα ξημερώματα μετά την κούραση της δουλειάς ήταν πραγματικός Γολγοθάς. Μεγάλη ανηφόρα, δύσκολη σαν την ανηφόρα της ζωής μας.

Γιατί όμως δεν ξέχασα ύστερα από τόσα χρόνια αυτό το αναπάντεχο γεγονός; Δεν ήταν πάρα ένα από τα άπειρα τυχαία γεγονότα που αν όμως δεν τα θεωρήσουμε τυχαία μπορούν να λειτουργήσουν πιλοτικά στο ταξίδι της ζωής.

image_print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *