Μία από τις μορφές που σημαδέψανε την ιστορία του εργατικού και πολιτικού κινήματος στην Ελλάδα ήταν ο Γιάννης Κορδάτος. Γεννημένος στη Ζαγορά του Πηλίου το 1891 ευτύχησε να έχει καθηγητή τον Δημήτρη Γληνό, Πρωτοετής φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών έρχεται σε επαφή με τον σοσιαλισμό και εργατικό κίνημα του Βόλου, γίνεται μέλος της “Φοιτητικής Συντροφιάς” και αργότερα του “Εκπαιδευτικού Ομίλου”

Το Μάιο του 1919 προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, τον Απρίλη του 1920 εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του, ορίζεται “αντιπρόσωπος του Κόμματος” στην εφημερίδα Ριζοσπάστης και το Μάη του 1921 εκλέγεται γραμματέας του ΚΚΕ. Το Νοέμβριο του 1922 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ριζοσπάστη, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει κομματικό όργανο. Το 1922 συλλαμβάνεται δύο φορές και απειλείται με εκτέλεση από τον Ιωάννη Μεταξά της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Τριανταφυλλάκου επειδή αρνήθηκε να στηρίξει την κυβέρνηση. Η εκτέλεσή του τελικά ματαιώθηκε.

Υπερασπίζοντας τις θέσεις του στο Μακεδονικό ζήτημα αποχωρεί το 1925 από το ΚΚΕ, το οποίο τον διαγράφει το 1927. Το 1940 συλλαμβάνεται από την κυβέρνηση Μεταξά επειδή είχε χαρακτηρίσει αντιφασιστικό τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην Κατοχή ενταγμένος στο ΕΑΜ παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Με την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα ο Γ. Κορδάτος έκανε τομές στη θεώρηση της ιστορίας που δούλεψε με βάση τον ιστορικό υλισμό. Η πλούσια βιβλιογραφία του, η επαναστατική του δράση, η μαρξιστική του τοποθέτηση κάνουν σήμερα επίκαιρο το έργο του όσο ποτέ. Το 1924 κυκλοφόρησε το βιβλίο “Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821”, που αποτέλεσε ένα από τα πρώτα δείγματα μελέτης της ιστορίας στη βάση του ιστορικού υλισμού και της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα. Για να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους τα συγγράμματα του Γιάννη Κορδάτου έτυχαν εχθρικής αντιμετώπισης από το κράτος αρκεί να παραθέσουμε ένα απόσπασμα για τον ρόλο της εκκλησίας: «Τόσο οι καλόγεροι που τότε είχαν μεγάλη δύναμη, όσο και η μεγάλη πλειοψηφία από τους Μητροπολίτες, είχαν συμφέρο να είναι τυφλά όργανα του Σουλτάνου, αφού τους άφηνε, όπως και πρώτα, να έχουν προνομιακή θέση μέσα σε κάθε πόλη και χωριό, να νέμουνται τις εκκλησιαστικές μοναστηριακές περιουσίες και να έχουν και δικαιώματα που δεν τα είχαν πρώτα» «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας»

Την σπουδαιότητα που είχε το έργο του Κορδάτου τόνισε το 2004 σε εκδήλωση προς τιμήν του ο αρχαιολόγος, ιστορικός και βουλευτής του ΚΚΕ Γ. Χουρμουζιάδης, «όλοι οι ιστορικοί μετά τον Γ. Κορδάτο έχουν τον Κορδάτο μέσα τους»… «Με την απαγόρευση της διδασκαλίας του Γ. Κορδάτου , δεν έκαναν κακό στον ίδιο, αλλά έκαναν κακό σε όλους εμάς, κυρίως στις νέες γενιές που δε διδάχθηκαν Γ. Κορδάτο».

Ο Γ. Χουρμουζιάδης στην ομιλία του υπογράμμισε: «Ο Γ. Κορδάτος που έφυγε το 1961 τόσο ξαφνικά στάθηκε σε όλη του τη ζωή κορυφαίος αγωνιστής, δάσκαλος του έθνους, με ήθος και εργατικότητα. Ζήτημα είναι αν άλλος της ίδιας ολκής συγγραφέας του καιρού μας, άφησε τόσο πολύτιμο έργο όσο ο Κορδάτος και φάνηκε σ’ όλη την ένταση της πνευματικής και κοινωνικής του δράσης, πρωτοπόρος στο γλωσσικό, στον επιστημονικό και τον πολιτικό αγώνα. Θα μπορούσα να ξεχωρίσω τρία επίπεδα όπου ο Κορδάτος δραστηριοποιήθηκε και παρήγαγε έργο: ο πολιτικός και μάλιστα θεωρητικός της πολιτικής, ο ιστορικός και μάλιστα ιστορικός με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, τη μεθοδολογία του ιστορικού υλισμού και ο κοινωνιολόγος. Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά για τις θέσεις του Γ. Κορδάτου , οι οποίες πολλές φορές ήταν προφητικές. Ο Κορδάτος είναι ένας επίκαιρος ερευνητής, γιατί αν έχουμε κάτι σήμερα ανάγκη είναι να γνωρίσουμε την ελληνική κοινωνία πώς λειτουργεί, πώς συμπεριφέρεται, πώς συμπεραίνει και τελικά εκφράζεται κοινωνικά ή και πολιτικά».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *