image_print

Η φωνή ανέβαινε τα σκαλοπάτια των Προπυλαίων
Τραγουδούσε το αύριο
Καταριόταν το άδικο.
Τα χέρια ψηλά κρατούσαν ζωγραφισμένο το θέλω σε τάση αναστάσιμη.
Ο λαιμός μακρύς περηφανευόταν για το κεφάλι
Στεμμένο με ιδρώτα και πληγές από γκλοπς
Γαρύφαλλα ιδεών.
Τώρα όλα κρύφτηκαν.
Ο λαιμός κυρτώθηκε από θλίψη
Τα χέρια κρέμασαν από το βάρος του κενού
Η φωνή τρύπωσε στις χαραμάδες των μαρμάρων.
Συνοφρυωμένα τα Προπύλαια δακρύζουν στην ερημιά

Αντώνη Δημητρίου Τσιλάκη

image_print