Άγγελου Σικελιανού: Πνευματικό Εμβατήριο
image_print

Τους μεγάλους ποιητές δεν τους θυμόμαστε μόνο επετειακά. Έχουμε ανάγκη το λόγο τους όταν το απαιτούν οι καιροί, όταν χτυπάνε τα καμπανάκια ότι η πορεία του τόπου έχει ολότελα στραβώσει, ότι τα αδιέξοδα ολοένα και μεγαλώνουν, ότι η αντί να “τραβάει την ανηφόρα” σέρνεται πίσω από το άρμα μιας πολιτικής μιας χούφτας εγκληματιών, που τοποθετούν τα επιχειρηματικά κέρδη πάνω από τις ζωές μας.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μεγάλος λυρικός ποιητής μας Άγγελος Σικελιανός πάλευε με τη φτώχεια και τις αρρώστιες. Ήταν κι αυτός ένας από τους ποιητές που με τη ζωή και το έργο τους δείχνουν το δρόμο του αγώνα. Η ποίησή τους είναι μια αφορμή να θυμηθούμε ποιοι είμαστε και ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Ας σκύψουμε λοιπόν για λίγο σε ό,τι έχει να μας πει το έργο του.

Ας ξαναθυμηθούμε τη μεγάλη του προσφορά του ποιητή ανατρέχοντας στο Πνευματικό Εμβατήριο που γράφτηκε το1945 αμέσως μετά την Γερμανική κατοχή. Το ποίημα που φανερώνει τη μεγάλη έγνοιας του Σικελιανού για τη μοίρα του τόπου και του λαού, το ποίημα που αποτελεί σάλπισμα αγωνιστικό για την ανόρθωση της Ελλάδας.

Σήμερα το σάλπισμα του ποιητή είναι όσο ποτέ αναγκαίο για τη διάσωση όχι μόνο της χώρας μας αλλά και όλου του κόσμου που στενάζει κάτω από τις ομοβροντίες των πολέμων, τους άδηλους θανάτους όπου γης, την εξαθλίωση που ακολουθεί την ουσιαστική κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την αποβλάκωση στο όνομα της τεχνολογικής επανάστασης.

Τον ήλιο του Σικελιανού σήμερα τον κρύβουν σαν σύννεφα οι πιο μοντέρνες σκοταδιστικές απόψεις, που πλασάρονται με τη μάσκα της προόδου μέσα από ΜΜΕ και ΜΚΔ. Είναι ο ήλιος που πρέπει να σηκωθεί όχι μόνο πάνω από την Ελλάδα αλλά πάνω από όλες τις χώρες του κόσμου. Είναι ο ήλιος, ο κοινός, όλης της τυραννισμένης, αποπροσανατολισμένης, αποκοιμισμένης ανθρωπότητας.

«Ομπρός·βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα·
ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Τι, ιδέτε εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος·
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός, κι η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!

Ομπρός, οι δημιουργοί!… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με κι εμένανε, αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα…
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα,
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!…
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση·
δικέφαλος αϊτός, κι απάνω μου τινάζει
τις φτερούγες του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στην ψυχή μου,
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!…
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός, συντρόφοι,
βοηθάτε να σκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμα!
Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι…
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου…
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου,
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη…
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο ζωής να γένει,
και η Άμπελος μας ν’ απλωθεί ως στα πέρατα της Οικουμένης…
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος…
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη·
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα·
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμα!»
Άγγελος Σικελιανός

image_print