2018logotexniatext

"... Φυλάγοντας τη νιότη ξέρω πως φυλάγω το λαό.
Χίλιες φορές τους προδομένους αγαπώ,
έχω τον ήλιο μα δεν παίζω το Θεό.
Τον ήλιο τον μοιράζω όλον στους φτωχούς,
τους φίλους μου μοιράζω σε φυλάκια εφόδου,

to mellon2 ImgF fb
στους τόπους ταξιδεύω με τους στεναγμούς
και το εισιτήριο ποτέ ποτέ μετ' επανόδου."

        Σαρκαστικός και τρυφερός , ειρωνικός και μειλίχιος, απαισιόδοξος κι όμως μαχητικός, πάντα ανατροπέας και αντισυμβατικός ο Θωμάς Γκόρπας, ποιητής της δεύτερης αντιπολεμικής γενιάς, δεν αντιγράφεται, δεν κατατάσσεται σε λογοτεχνικές σχολές ούτε σε καλούπια και σχήματα γνωστά. Ο ποιητικός του λόγος εικονοποιεί και με πιστότητα καταγράφει πότε έναν κόσμο με αρχές και αξίες πλαστικές, με πρότυπα ζωής ανύπαρκτα που φθίνει μέσα στην ανυποληψία του και την παρακμή του κι άλλοτε μια Ελλάδα λαϊκής αυθεντικότητας που τη συναντάς εκεί, που κάποιοι όρθιοι αντιστέκονται και δεν το βάζουν κάτω. Αθυρόστομος με λέξεις απόβλητες, που κάποτε γίνονται και αντιποιητικές, με εκφράσεις αγοραίες και αντικαθωσπρεπικές λακτίζει, καυτηριάζει, καταγγέλλει. Τις πληγές της γενιάς του τις περιγράφει, τις κάνει δικές του, πονάει γι αυτές χωρίς να τις γλύφει όμως σαν δαρμένο σκυλί.

        "Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές, ως υπογραφές κόκκινες, κατακόκκινες της φωτιάς σε απίθανα σημεία της νύχτας".
Το Μεσολόγγι, η πόλη που γεννήθηκε και την κουβαλάει μέσα του, μνήμη και παρακαταθήκη, μπολιάζει το έργο του φανερά ή αθέατα ως σύμβολο διαχρονικό όλων των έγκλειστων που ζητούνε μια διέξοδο, όλων των πολιορκημένων που μάχονται για μία έξοδο, ως ο δικός του "τόπος μικρός, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, απ' όπου θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες» όπως έγραφε ο Σολωμός για το Μεσολόγγι.

        Ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος καταθέτει: "Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι το 1935, επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού... Τα μαθήματα του Δημοτικού, τα άκουσα, μέσα σε μια αποθήκη κρασιών, στο πίσω μιας καρβουναποθήκης, λόγω επιτάξεως των σχολείων. Από το 1945, έως το 1950 έπαιξα Καραγκιόζη, με δικές μου φιγούρες. Το καλοκαίρι του 1951, μαζί με άλλους δύο συμμαθητές κατασκεύαζα φιλολογικό περιοδικό και λειτουργούσα πρωτόγονο κινηματογράφο 1949-50 έγραψα τους πρώτους μου συνειδητούς στίχους, χωρίς ρίμες. Το 1952 άνοιξε ο φάκελός μου στην Ασφάλεια, με πρώτες εγγραφές την ηγετική μου συμμετοχή σε μαθητική διαδήλωση υπέρ της Ενώσεως της Ελλάδας με την Κύπρο, την ασέβειά μου κατά την ώρα της ομαδικής προσευχής, την ανάγνωση κομμουνιστικών εφημερίδων («Νεολόγος Πατρών», «Βήμα», «Ελευθερία» κ.ά.), την ανάγνωση «κομμουνιστικών βιβλίων» (Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι κ.ά.) Στο παράρτημα Ασφάλειας, είχαν καταθέσει ο Γυμνασιάρχης και οι περισσότεροι καθηγητές μου και δυστυχισμένοι άνθρωποι όπως 3-4 συμμαθητές και φίλοι μου, μέλη αριστερών οικογενειών. Το 1953 στο απολυτήριό μου, με άριστα το 20, στη γυμναστική (μέλος των ομάδων βόλεϋ και μπάσκετ και πρωταθλητής στους περιφερειακούς μαθητικούς αγώνες στην δισκοβολία με κατάρριψη του πανελληνίου ρεκόρ) είχα 10, στα Νέα Ελληνικά (με 2-3 κόλλες αναφοράς στην έκθεση) 11, στα Αρχαία Ελληνικά (διάβαζα από το πρωτότυπο, χωρίς μεταφραστικό βοήθημα έως και Θουκυδίδη) 11. Την ίδια χρονιά και την επόμενη απορρίφθηκα στις εξετάσεις της Νομικής λόγω του φακέλου. Το 1954, ήρθα πρώτος στις εξετάσεις της Παντείου, πήγα σε δύο τρία μαθήματα κι από τότε δεν έχω περάσει ούτε απ έξω. Ήδη δούλευα μεταφορέας. Από το 1955 έως σήμερα, δούλεψα λογιστής, τοιχοτρίφτης, επιμελητής εκδόσεων, μπογιατζής, παλαιοβιβλιοπώλης, συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο («Ανεξάρτητος Τύπος», «Μεσημβρινή», «Εξπρές», «Νέα Πολιτεία»). Ακόμα υπήρξα συντάκτης ή Αρχισυντάκτης στα Περιοδικά «Ρουμελιώτικη Βίγλα», «Ο Λογοτέχνης», «Η τέχνη στην Αθήνα», «Η Καλλιτεχνική», «Μουσικά Θέματα», και σύμβουλος εκδόσεως της «Ποιητικής Αντιανθολογίας». Το 1979 εκπροσώπησα την Ελλάδα στο πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπητ στην Όστια της Ρώμης. Εργασίες μου πολύχρονης έρευνας για το Μεσολόγγι, την Αθήνα, το λαϊκό τραγούδι, τον Καραγκιόζη και την Πρωτοπορία του 1920, παραμένουν στα συρτάρια μου».

        Για την ποίηση και την καταγωγή του, σε μια εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του η Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών στο Τριφύλλειο Μέγαρο, έδωσε τις εξής πληροφορίες:

        «Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής. Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι αυτό και συναντήθηκα με τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο. Είμαι απόγονος του Ρήγα Φεραίου, του Αλή Πασά, του Καραΐσκάκη, του Ανδρούτσου. Είμαι απόγονος του Ρόκου Χοϊδά, του Βελουχιώτη, του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη, του Λαμπράκη, αυτών των δολοφονημένων από την σύμπραξη εχθρών και φίλων».

        Ίσως για τον Γκόρπα, που δεν καταδέχτηκε να γίνει ο αρεστός καμίας εξουσίας κι έμεινε πιστός στα προστάγματα της δικής του ποιητικής και συνειδησιακής πολιτείας να ταιριάζουν οι στίχοι του Ρίτσου που μιλάνε για την πόλη των απροσκύνητων ποιητών, αυτών που ενώ παρηγορούν τον κόσμο μένουν πάντα απαρηγόρητοι, αυτών που " βαδίζουν άηχα με σταυρωμένα χέρια, θυμούνται αόριστα, λησμονημένα γεγονότα, λέξεις, τοπία, ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι, οι κυνηγημένοι απ' τα σκυλιά, τους ανθρώπους, τους σκόρους, τα ποντίκια, τ' αστέρια, κυνηγημένοι κι απ' τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις."
        Τί σημασία έχει, αν το μέλλον που ονειρεύτηκε ο ποιητής θα ρθει σε 5 ή 50 χρόνια, το σίγουρο είναι ότι θα έρθει. Κατάκτηση και λάφυρο αυτών που ιστορικά, ηθικά τελικά νομοτελειακά το έχουν ανάγκη. Και σ' αυτό συνηγορούν οι ποιητές. Συνηγορεί η ποίηση, " που πίσω και πέρα και πάνω απ τον ηλιοβόρο χρόνο ξεπροβάλλει πάντα για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου", αυτή που "θα μας σπρώξει αντίπερα για να φορέσουμε τη Λευτεριά."

Το μέλλον σε τολμηρές εικόνες

Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
σπίτια και μαγαζιά ανθισμένα
σίγουρα φώτα και πολύχρωμες σημαίες
πλυμένα μ' άρωμα σαν αυτό που μεταφέρουν άνοιξη καλοκαίρι
τα λεωφορεία του μπάτη στις παράλιες πόλεις.
Διαβάσεις δίχως τις παγίδες που ρημάζουν
και τις καταπακτές που εξαφανίζουν τις ελπίδες.
Πλατείες και πάρκα χωρίς αχρείαστες προτομές,
πλατείες και πάρκα ρεκλάμες του έρωτα και της ανυποψίας.
Ανάμεσα σε δύο νέους καθισμένους σε παγκάκι
φρεσκοκομμένους γυάκινθους
δυο κιθάρες και δυο βιολιά.
Ανάμεσα σε δαχτυλογράφα κι ασπριτζή
καθισμένους σ' ένα κάθισμα διπλό
λεωφορείου που πάει στο Κατσιπόδι ή στο Βραχώρι
σιγουριά
του τύπου που παράγει στους αγρότες
το ουράνιο τόξο πάνω από χωράφι
με χαλασμένα σπαρτά.
Ανάμεσα σε δυο πεύκα στην αυλή του σχολείου
πίδακα με το πρόσωπο πιτσιρίκου
ξεκαρδισμένου στα πιο γλυκά στα πιο ασημένια γέλια
κι απέναντι ομάδα μαθητών κι ο δάσκαλος
να παραδίνει ωδική και ιστορία.
Ανάμεσα στις άγνωστες παρέες
συνομιλίες τρυφερές κι ανοιχτές αγκαλιές.
Στα δωμάτια των Ποιητών τον αυγουστιάτικο ήλιο
να παίζει το "σκοινάκι" βγάζοντας τη γλώσσα του
σε αποτσίγαρα βιβλία χαρτιά περιοδικά μολύβια εφημερίδες
φλιτζάνια του καφέ κ' υπόλοιπα της νύχτας
και στους απέραντους βηματισμούς των Ποιητών
που προσπαθούν ν' ανατινάξουν τα δωμάτια.
Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
τα πράγματα τη γη και τα κορμιά
βαμμένα με το νέο χρώμα
φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
για να σας προξενήσω διάθεση για τραγούδι
για να σας προξενήσω φωτιά στην καρδιά
για να σας σπρώξω αντίπερα να φορέσετε τη λευτεριά.

Θωμάς Γκόρπας

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση