banner sparagmata 

Μικρά-μικρά κομματάκια που ανιχνεύουμε με απέραντη αγάπη και προσοχή.

Τα 'χουμε ανάγκη όπως το αλφαβητάρι.

Τα συναρμολογούμε κι ανακαλύπτουμε τις πατημασιές των ανθρώπων

που ξεχέρσωσαν το δρόμο που ακολουθούμε.

Νοιώθουμε την ανάσα τους. Οι ορμήνιες τους βοηθούν την έφοδό μας για τον ουρανό. 



kariotakis ImgL

   Ο Κώστας Καρυωτάκης, που γεννήθηκε σαν σήμερα 11 Νοέμβρη 1896 υπήρξε ένας μεγάλος ποιητής και ένας τραγικός άνθρωπος, που έζησε σ ένα διάχυτο κλίμα μελαγχολίας, υπαρξιακού αδιεξόδου, έντονου ανικανοποίητου και αδυναμίας αποδοχής της πραγματικότητας, καταστάσεις που τελικά τον οδήγησαν στον αναχωρητισμό και στην άρνηση της ίδιας της ζωής. “Παράξενο παιδάκι γερασμένο”, χαρακτηρίζει τον εαυτό του αυτός ο πολύ μοναχικός άνθρωπος με τον τόσο έντονο ψυχισμό και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία, που τη φανερώνει ο ίδιος στο τελευταίο του σημείωμα πριν φύγει για το στερνό ταξίδι : “...Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική... πληρώνω για όσους, όπως εγώ δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν έρμαια των δισταγμών τους ή θεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία...”
        Παραμονές της εκστρατείας στην Μικρά Ασία δημοσιεύεται το ποίημά του “Μιχαλιός”. Σε στιγμές ηρωικής έξαρσης όπου το κλίμα είναι ενθουσιώδες και πανηγυρικό, καθώς η Μεγάλη Ιδέα, πάνω στην οποία υφάνθηκε η εθνική συνείδηση και στηρίχθηκε η εξωτερική πολιτική του κράτους, επιτέλους αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά, ο Καρυωτάκης δε διστάζει μ' αυτό του το ποίημα να έρθει αντιμέτωπος με το πνεύμα του εθνικιστικού παραληρήματος και του άκρατου μεγαλοϊδεατισμού που επικρατούσε απ άκρου σ άκρο στην Ελλάδα. Ο “Μιχαλιός” του δεν έχει τα ηρωικά χαρακτηριστικά του γενναίου πολεμιστή, που θα κατατρόπωνε τον εχθρό στα πεδία των μαχών. Δεν είναι το πρότυπο του στρατιώτη, που είχε ανάγκη η κρατική προπαγάνδα. Δεν είναι ο βολικός εθνικός ήρωας. Αντίθετα είναι ο τύπος του αντιήρωα, του καλοκάγαθου ανθρωπάκου που προτιμάει από τα φουσέκια του πολέμου τη γαλήνια ζωή του χωριού του, από τον τιμητικό υπέρ πατρίδας θάνατο όλα τα απλά και καθημερινά που συνιστούν τη φυσική λογική της ανθρώπινης ζωής, αυτή τη λογική που εναντιώνεται με σφοδρότητα στον απόλυτο παραλογισμό που αποτελεί ο πόλεμος.

Ο Μιχαλιός


Tο Mιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Kαμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Mαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Kυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Tον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Eκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ’λεγε, σαν να παρακαλούσε:
«Aφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Kι ο Mιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Tον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Mαρής κι ο Παναγιώτης.
Aπάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση