banner sparagmata 

Μικρά-μικρά κομματάκια που ανιχνεύουμε με απέραντη αγάπη και προσοχή.

Τα 'χουμε ανάγκη όπως το αλφαβητάρι.

Τα συναρμολογούμε κι ανακαλύπτουμε τις πατημασιές των ανθρώπων

που ξεχέρσωσαν το δρόμο που ακολουθούμε.

Νοιώθουμε την ανάσα τους. Οι ορμήνιες τους βοηθούν την έφοδό μας για τον ουρανό. 



 

0TAN H ΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΑΡΗ

Θρυλικός ο Άρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος που άρχισε την αντίσταση του λαού στα βουνά κι ο τελευταίος που την έκλεισε με τον τραγικό του θάνατο. Η πρώτη ψυχή του αγώνα και η τελευταία του πνοή. Λίγοι το καταλάβανε, όπως ο Άρης, πως οι εχθροί της Ελλάδας (ντόπιοι και ξένοι) θα μετατρέπανε τη νίκη του λαού σε νίκη των εχθρών του. ”Αυτά γράφει ο Βάρναλης και έχει δίκιο. Γιατί ο 'Αρης με την πολιτική του διορατικότητα και οξυδέρκεια είχε αμέσως αντιληφθεί ότι οι συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας“ παρέδιδαν το απελευθερωτικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα στους Άγγλους”. Κι ήταν αυτός, που από το Νοέμβρη ακόμα του '44 κάνοντας μια προβολή στο μέλλον, είπε στους συντρόφους του καπεταναίους του ΕΛΑΣ: “Αν ζήσει κανένας σας, να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά. Εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους...”. Αυτά είπε προοικονομώντας το πολύ σύντομο από τότε τέλος του, αυτό που έδωσε με τα ίδια του τα χέρια σαν σήμερα στις 16 Ιουνίου του 1945, όταν οι διώκτες του τον κύκλωσαν έξω από την Μεσούντα, προκειμένου να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των δολοφόνων του. Έτσι ο Άρης πέρασε από τη θνητή ζωή στο θρύλο και στην αιωνιότητα της συλλογικής συνείδησης, εκεί που ανήκουν όσοι με τον αγώνα και τη θυσία τους άνοιξαν δρόμους για να περάσει η ανθρωπότητα από την ανελευθερία στην Ελευθερία, από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό του μέλλοντος. Κι ο Άρης ανήκει σ΄ αυτό το φωτεινό μέλλον, που έρχεται..

Η λαϊκή μούσα δεν ήταν δυνατόν να μην κλάψει και να μη δοξάσει τον πρωτοπόρο, τον ασυμβίβαστο, τον ανυπόταχτο αγωνιστή της ελευθερίας, των ανυπεράσπιστων και αδικημένων αυτού του κόσμου.

aris 5poems ImgFREE

 

 Η μάνα του πρωτοκαπετάνιου Αγλαΐα Κλάρα έγραψε τους παρακάτω στίχους λίγες μέρες μετά το τραγικό τέλος του γιου της. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρούμελη» της Λαμίας. Εμπεριέχεται φωτοτυπημένο στο βιβλίο του Γιάννη Γ. Χατζηπαναγιώτου (καπετάν Θωμά) «Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη», εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1982.

 


Στον Άρη μου – Στο καμάρι μου


Άρη μου, Άρη, Άρη μου, παιδί μου παλληκάρι
Σε ράχες ήσουν σε βουνά, το κάλεσε η ανάγκη
Αλοίμονο: ο στόνος μου τόσο μακριά δε φτάνει
Κι αν σε καλούν οι στεναγμοί κι αν σε καλούν οι θρήνοι
Εσύ κοιμάσαι αξύπνητος στο φως και στη γαλήνη
Αχ! Συ διαβάτη της ζωής! Πανέμμορφε διαβάτη!
να ξαναρθής εδώ στη γη, δε θαύρης μονοπάτι
Άρη μου! Γιατί άφησες τη δόλια σου μανούλα
το δύστυχο πατέρα σου να κλαίμ’ όλη μερούλα;
Λαμία – Ιούλιος 1945
ΑΓΛΑΪΑ Δ. ΚΛΑΡΑ
Στην αντιγραφή τηρήθηκε η ορθογραφία της αρχικής δημοσίευσης.

 


Γιάννης Ρίτσος- Το υστερόγραφο της δόξας-
Ο Άρης, παραμύθι-αλήθεια


Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι
το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:
– Τον ξέρεις τον Άρη;
– Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Όχι. Μα τόνε ξέρω.
– Πώς είναι;
– Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον πατέρα μου. Κι έχει ένα
μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακολουθάει
πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.
Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα «αετόπουλο»
που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα
στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.
– Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη;
– Τόνε ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Τον είδα με τα μάτια μου.
– Πώς είναι;
– Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκού-
φο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα- γίνεται
μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερ-
μανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.
Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα
άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης των παι-
διών και των μεγάλων.
Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα
παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ.

 

Το υστερόγραφο της δόξας (Απόσπασμα)
Του Γιάννη Ρίτσου

Αρη
Στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά τ’ άλογα
ο καλπασμός σου.
Ζήτω,
Αρη
τ’ όνομά σου η σάλπιγγα
η ανηφόρα της ψυχής σου
ψηλά - ψηλά – που πας
αγγόνι του Κολοκοτρώνη;
Αρη
ρωμιέ λεβέντη
ασίκη της παλληκαριάς
οι Αγγελοι σε παράταξη
δείχνουν όπλα
καθώς ανεβαίνεις.
Αρη
τα δέντρα κλαίνε
κλαίνε τα βουνά
κλαίν’ τα ποτάμια μας
νυχτώνει ο ίσκιος σου στους κάμπους
νυχτώνει τον αγέρα
γδέρνει τα στήθια της η Ελλάδα
δέρνεται η Λευτεριά
η Λευτεριά μητέρα σου
και σου κανακίζει τα γένεια
στον ίσκιο του πλατάνου
Αρη
σε κλαίνε τ’ άλογα
κλαίνε τ’ αρνιά
κλαίν’ τα τρυγόνια
σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις
καθώς σε πάει καβάλα στο φαρί του
εσύ μπροστά στη σέλα πάνου
και κείνος στα καπούλια.
II
Αρη
στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά
στα σύγνεφα.
Αρη
στο μαύρο σκούφο σου
μαζεύει η Ελλάδα τις καρδιές μας
μαζεύει τον όρκο μας
αητέ μας
που χάραξες τον ίσκιο σου
τριπλό σταυρό στον ήλιο.
Ωχ βγάλτε τ’ ακριβά σκουτιά
μέσ' απ’ τα ελάτινα σεντούκια
βγάλτε τις κόκκινες παντιέρες
βγάλτε τ’ ανθόνερα
πλύντε τον και τυλιχτέ τον,
σκεπάστε με μαυροπάνια τους καθρέφτες
σκεπάστε και το Γοργοπόταμο.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
ουδέ ψωμί κι ουδέ κρασί
κι ουδέ λαγούτο –
λουκέτο στον ντουνιά
και στην καρδιά
κατεβασμένα τα ρουλά στα πρόσωπα
κλειστά και του σκυλιού τα μάτια
κλειστά τα παρεθύρια
τι αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς
κι έγειρε η χαίτη του στο χώμα.
Αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς.
Σιωπή τρεις μέρες και τρεις νύχτες
και τα χαράματα ταχιά
να σκούξουν μονομιάς τα καροφίλια
διακόσες μπαταρίες
ν’ αντιβουίξει η Λιάκουρα κι η Πίντο
ν’ αντιβουίξουν οι σπηλιές του '21
ν’ αρχίσουν τα βιολιά και τα λαγούτα
ν’ ανοίξουνε τα πορτοπαραθύρια
τι δέστε πάνου εκεί ψηλά
στο ξάγναντο της δόξας
ψηλά-ψηλά μέσα στο φως
στα χρυσά σύγνεφα της δύσης
δυό κόκκινα φαριά τραβάν
και πάνου στόνα η Λευτεριά
και στ’ άλλο πάνου ο Βελουχιώτης.

 


Λεβεντομάνα Ρούμελη
Του Κώστα Βάρναλη


Ηρώων γεννήτρα Ρούμελη κι ανταρτομάννα,
σ’ εσέ πρωτοχτυπάει του Σηκωμού η καμπάνα
από τα χρόνια τα παλιά, το Εικοσιένα,
κάθε που η γη σου χάνεται. Δόξα σ’ εσένα!
Της Λεφτεριάς αθάνατη λεβεντομάννα,
ακούω το Γοργοπόταμο, την Αλαμάνα,
το θρυλικό χιλιόμετρο πενηνταένα,
να λένε την αντρεία σου, ύμνο σ’ Εσένα.
Παιδιά του λαού οι αρματολοί σου έφεραν, Μάννα,
σ’ όλα σου τα παιδιά του Λυτρωμού το μάνα.
Δόξα στον κάθε πολέμαρχό σου κι ακρίτη,
δόξα σ’ Εσένα Μεραρχία Δέκατη Τρίτη.
Δόξα στην πρώτη σου ψυχή και νου, τον Αρη,
τον πρώτο καπετάνιο μας κι άξιων μπροστάρη,
που όντας, έπεσαν όλοι, υψώθη σπάθα πρώτη
ενάντια στον οχτρό κ’ ενάντια στον προδότη.

 

Ο καπετάνιος Αρης Βελουχιώτης
Της Ρίτας Μπούμη Παππά, Δεκέμβρης 1946


Τα κύματα δεν σ’ έσφιξαν της λαοθάλασσάς μας
στις δεκατρείς του Οχτώβρη στην Αθήνα
δεν είδανε τα μάτια μας το μαύρο το σκουφί σου
των φυσεκιών σου το λοξό σταυρό.
Στα διάσελα έμεινες, γεράκι ανυπόταχτο κρουσταλλιασμένο
για ν’ αγναντεύεις αϊτό το Βελούχι,
όλος παράπονο και πείσμα τη Λευτεριά μας
ντυμένη στα γαλάζια και τα κόκκινα
Εμείς, πιστοί στο ραντεβού της λευτεριάς, προσμέναμε
άκουρος νάμπεις κι αχτένιστος από τις βορεινές τις πόρτες
σαν Αη Γιώργης του λαού που σκότωσε το δράκο
μαζί με όλα τα παιδιά που άφησαν τα σπίτια τους
και τρία χρόνια πλάγιαζαν στο χιόνι.
Μα συ αργούσες να φανείς, και λέγαμε:
Τόσο λοιπόν αγάπησε το πέτρινο προσκέφαλο
και τ’ αστροκέντητο σεντόνι;
Αβάσταγοι οι αντάρτες σου ρωτούσαν κι απορούσαν:
– «Κι αν είναι το χαρτί που μας κρατάει ακόμα εδώ τι περιμένεις,
Καπετάνιο, να το σχίσεις;
Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις,
βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;
Ποιοι είναι αυτοί οι νιόφερτοι κάτω που δεν μας θένε;
Για ποια πατρίδα μας μιλάνε;
Εμείς μια μόνο ξέρουμε και μια μόνο αγαπάμε:
Εκείνη την αγέλαστη, τη μαυρομαντηλούσα
που δεν φορεί μυρωδικά, μεταξωτά βραχιόλια,
μα είναι πουρνάρι, στεναγμός, χώμα πικρό κι ιδρώτας
και μια φλογέρα ξέχειλη χιλιόχρονους λυγμούς.
Τρία χρόνια ολάκερα στα δάση της μας κρύβει
τρία χρόνια μας θρέφει με τη μισή μπουκιά της
ψωμί από σίκαλη αλεσμένο σε πέτρινο χερόμυλο ψημένο μέσ’ στη θράκα της καρδιάς της»...
Ω ακριβέ της Ρωμιοσύνης
δεν επροσκύνησες και θα τιμωρηθείς!
........................................
Τι κουρνιαχτός στα μάτια μας, τι χαλασμός στα δέντρα,
τον καπετάνιο πιάσανε μονάχο σ’ ένα ρέμα.
Χίλιοι τον πάνε από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ο Καπετάνιος πρόφταξε τους έφυγε απ’ τα χέρια
βγάζει μια μπόμπα την πετά, χαλιέται μοναχός του,
σπάζει η καρδιά του, κόκκινο βάφει τον τόπο γύρα,
απ’ το κακό τους οι εχτροί τού πήραν το κεφάλι.
Και κει που το παιδεύανε κι αυτό χαμογελούσε
αϊτός αντάρτης χύμηξε τότε και τους το πήρε
στα νύχια του το ζύγισε και τούδωσε τ’ αψήλου
βουνό το πάγαινε μην το μολέψει ο κάμπος
ως που πετώντας χάθηκε στις γαλανές κορφάδες.

 

Ο Αρης νεκρός (Απόσπασμα)
Του Γιώργη Κοτζιούλα


Με μια κλωστή κρεμάμενοι στην άκρη της αβύσσου,
γρικάμε σαν απίστευτο μαντάτο τη θανή σου!
Μας φαρμακώνεται η καρδιά, κλαίει ο άντρας σαν παιδάκι
για εσένα που ήσουνα κορφή δική μας και μπαϊράκι,
που στ’ όνομά σου ορκίζονταν αμέτρητοι αντρειωμένοι
και έμοιαζες απαράλλαχτος τον ήλιο ν’ ανεβαίνει.
Γιατί καλέ να ξεκοπείς πρωτάρης σάμπως νά ’σουν,
γιατί, ακριβέ, τους άφησες να σε ξεμοναχιάσουν;
Τα μάτια σου δεν έπαιρνες να πας αλλού να γείρεις
εκεί που ανάσαν’ ο λαός κι ορίζει νοικοκύρης;
Ηρθαν κακοί μουσαφιραίοι και ξένοι αλιμαστήδες
που εσύ καλά τους ήξερες κι από σιμά τους είδες·
και βλέποντας στα χέρια τους αντί για δώρα αλίσια,
πρώτος πετάχθηκε ξανά, κ’ είπες μ’ οργή περίσσια:
– Πού είστε, σύντροφοι; Στ’ άρματα τυραννομάχα νιότη!
Να π’ ότι γίνηκαν καπνός καταραμένοι οι πρώτοι
κόπιασαν άλλοι πιο βαρύ κρατώντας καμουτσίκι
να μας ξελευτερώσουνε με τη δική τους νίκη,
κι άμα το πιάσουν και στρωθούν ακούστε πια κ’ ιδέτε.
Φίλος επίβουλος, οχτρός χειρότερος λογιέται.
Παιδιά θα τον αφήσουμε στη μέση τέτοιο αγώνα;
Χτυπάτε Φράγκων και Ρωμιών τη μισητή κορώνα!
Δυνάστη εγώ δεν προσκυνάω, χάρος ας μ’ εύριε κλαία!
Μην απαντέχεις λευτεριά με ξόρκια ή παρακάλια
με το σπαθί σου πάλαιψε, γίνου άξιος να την πάρεις!
Τέτοια προφήτης χτεσινός, στερνολαλούσε ο Αρης
σαν ίσκιος απονύχτερος περνώντας απ’ τις ρούγες
κι αητός για τα μεσούρανα σύναξε τις φτερούγες.
Μα εκεί που τόνε βλέπαμε σαν το δεντρό να στέκει,
τον λαμπαδιάζει ολόσωμον, ορθόν τ’ αστροπελέκι
κι απ’ τ’ ακατάλυτο κορμί δεν έμειν ούτε τρίμμα,
νά’ ναι αδειανό από λείψανο του απέθαντου το μνήμα.

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση