banner sparagmata 

Μικρά-μικρά κομματάκια που ανιχνεύουμε με απέραντη αγάπη και προσοχή.

Τα 'χουμε ανάγκη όπως το αλφαβητάρι.

Τα συναρμολογούμε κι ανακαλύπτουμε τις πατημασιές των ανθρώπων

που ξεχέρσωσαν το δρόμο που ακολουθούμε.

Νοιώθουμε την ανάσα τους. Οι ορμήνιες τους βοηθούν την έφοδό μας για τον ουρανό. 



ektelesi ImgFREE

Επειδή το μέλλον του ανθρώπου είναι φωτεινό κι όχι καταδικασμένο στα πηχτά σκοτάδια της βαρβαρότητας γι αυτό και οι επαναστατικές δυνάμεις που μάχονται γι αυτήν την ιστορική προοπτική σε κάθε τους βήμα έχουν ανάγκη να κοινωνούν στο αίμα και στους αγώνες όλων αυτών, που τα δωσαν όλα χωρίς κανένα δισταγμό, προκειμένου να περάσει η ανθρωπότητα από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό κι από την ανελευθερία στην ελευθερία. Και οι 200 μαχητές της πρωτομαγιάς του 1944 με τη θυσία τους αποτελούν αυτή τη ζωντανή απόδειξη της πραγμάτωσης της ανθρώπινης ελευθερίας, που αποτελεί και τον ύψιστο σκοπό της ανθρώπινης ζωής.

 

Από το βιβλίο “ Πρωτομαγιές 1886 – 1945” της Μέλπως Αξιώτη γραμμένο το 1945.


Στην πρώτη έκδοση η συγγραφέας μεταξύ άλλων σημειώνει: “ Δε βλέπαμε την ώρα να φύγουνε οι Γερμανοί και να πληροφορήσουμε τον κόσμο για τα όσα συνέβηκαν στην Ελλάδα. Ο πόθος μας παραμένει πάντοτε μεγάλος, όμως οι δυνατότητές μας είναι ελάχιστες. Οι πηγές λείπουν για πληροφορίες. Στοιχεία δε βρίσκεις πουθενά....Μέσα από τέτοιο σκότος ξεκινούμε να πληροφορήσουμε. Πάντως τα ατελή γραφτά μας είναι τουλάχιστον απόλυτα σίγουρα. Δε γράφουνε παρά τα απόλυτα εξακριβωμένα. Κι ας αφορά τη μικρότερη λεπτομέρεια. Έτσι για να γραφτεί ένα πράμα μιας μέρας, τρέχεις ένα μήνα να βρεις τα στοιχεία του και λείπουν τα μισά......”

 

H EΧΤΕΛΕΣΗ


        (....) Aπ΄ το κατώφλι κι ύστερα τους τρέχανε μες στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι σα νάταν κιόλας ψόφιο πράμα, κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή το μαθε. “Κουβαλούν μελλοθανάτους από το Χαιδάρι στο θυσιαστήριο!”. Απ το Παγκράτι που φτασαν το μαθε και η Καισαριανή και οι γειτονικοί συνοικισμοί της. Το μαθαν οι γυναίκες, που χαν στο Χαιδάρι άντρες, τρέχαν να δουν μην είναι ανάμεσα. Το μαθαν τα παιδάκια, που χαν στο Χαιδάρι πατεράδες, τρέχουν να δουν μην τους αναγνωρίσουνε. Το μαθαν και οι Ελασίτες κι ετοιμαστήκανε μήπως μπορέσουν και τους λευτερώσουνε. Μα είδανε λεφούσι Γερμανούς κι αυτόματα και τίποτα δεν μπόρεσαν. Από τη λεωφόρο Παγκρατιού μέχρι τη λεωφόρο του Θυσιαστήριου έτρεξε κόσμος κι έπηξαν οι δρόμοι. Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν “40παλικάρια”, “έχε γεια, καημένε κόσμε” και τον εθνικό μας ύμνο. Στο πέρασμά τους πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ΄ όνομα και πολλοί επιμένουν πως πέταξαν κι ένα άσπρο κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένο : “Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία”. Δεν επιτρέπονταν μολύβι και χαρτί απάνω τους. Γιατί να μην είναι αλήθεια; Όσα που κάνανε, ήταν λιγότερο απ αυτό; Τ΄ αυτοκίνητα πλευρίζουν τη σιδερένια πλάγια πόρτα μέσα απ το χωράφι και τους ξεφορτώνουνε. (...)


        (...) 10 η ώρα το πρωί τους φέρανε και ως τις 12 απ το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. Τους μάντρωσαν στο βάθος-βάθος μες σε κάτι χωρίσματα ένα τετραγωνικό μέτρο το καθένα. Οι αγωνιστές ζήτησαν να σταθούν όλοι έξω, να τιμούν τις ομάδες που στήνουνταν κάθε φορά στον τοίχο, ζήτησαν μόνοι τους να φορτώνονται τα πτώματα για να τα πιάνουν μαλακά (...) και μόνο με την τελευταία ομάδα ν ασχοληθούν οι γερμανοτσολιάδες. Μα δεν τους επιτρέψανε την τελευταία τους θέληση. Τους στοιβάξανε μες στις τρεις τρύπες και κατά εικοσάδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο απάνω σε σιδερένια τρίποδα, στις γωνιές ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους ρίχνανε διασταυρωμένα. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης ήταν δυο εργάτες του δήμου για να νταραβερίζουνται τα αίματα κι ένας παππάς. Ο παππάς ξεμολόγαγε. Τί του ξεμολογιόντανε οι μελλοθάνατοι; Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου. Ζήτω ο κόκκινος στρατός! Εκδίκηση! Ζήτω η Λευτεριά! Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία!


        Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια και στις ταράτσες στέκεται βουβός. Ακούγεται καθαρή-καθαρή ομοβροντία και ριπή της κάθε 20άδας. Τότε ο κόσμος άρχισε όλος μαζί να κλαίει. Κλαίγαν και γέροι και παιδιά. Λέγαν κατάρα, ανάθεμα. Φτάνουν απάνω στη στιγμή οι γερμανοτσολιάδες. Και τραγούδαγαν ενθουσιασμένοι: “Με το χαμόγελο στα χείλη παν οι τσολιάδες μας μπροστά...” Και πήγαιναν πράγματι μπροστά , συνεχίζοντας του Γερμανού το εξαίσιο έργο! Παραλαβαίνανε τα πτώματα, τα στοίβαζαν σαν τα σφαγμένα αρνιά και φεύγανε με τ΄αυτοκίνητα. Αυτό ήταν το καθορισμένο τους καθήκον στις μέρες εκτελέσεων. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του δήμου κουβάλησαν από το δίπλα χωράφι πολύ χώμα για να ρουφήξει το αίμα των ηρώων που τρεχε κι έπηζε κι η γης δεν το πινε και γινότανε αυλάκια. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης απ το πηχτό εκείνο υγρό ήτανε τώρα πια καθώς λένε κορεσμένο, Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του λαού. Φωνάξανε παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα χωνιά κι όπου είχε στάξει το αίμα τους και στο ντουβάρι της εχτέλεσης από ψηλά κρυφά-κρυφά σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών προς τους νεκρούς αγωνιστές μνημόσυνο.
Έτσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων. 'Ετσι γιορτάστηκε η πρωτομαγιά στην Αθήνα το 1944


        Ήταν μια μέρα εξαίσια της Άνοιξης κι όμως η γη η αθηναική δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει για να μπορέσει να ρουφά το τόσο πολύ αίμα που χτήνη-άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε κι αναγκαζόταν και το ξαναξερνούσε.



Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση