banner sparagmata 

Μικρά-μικρά κομματάκια που ανιχνεύουμε με απέραντη αγάπη και προσοχή.

Τα 'χουμε ανάγκη όπως το αλφαβητάρι.

Τα συναρμολογούμε κι ανακαλύπτουμε τις πατημασιές των ανθρώπων

που ξεχέρσωσαν το δρόμο που ακολουθούμε.

Νοιώθουμε την ανάσα τους. Οι ορμήνιες τους βοηθούν την έφοδό μας για τον ουρανό. 



gerontas ImageFREE

 Γιατί “ αν είναι ανθρώπινος ο πόνος, δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε”, μας λέει ο Σεφέρης. Και το λέει το 1942 όταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μαίνεται ακόμα και τίποτα δε φαίνεται να έχει κριθεί . Όταν οι παλιές σκέψεις, οι παλιές ιδέες ( παλιά πολεμίστρα, το ζεματιστό λάδι, το λιωμένο μολύβι)έχουν αποδειχθεί όχι μόνο ανεπαρκείς αλλά και υπαίτιες για την καταστροφή, το θάνατο και τη δυστυχία της ανθρωπότητας. Παρά ταύτα ο ποιητής, καθώς δέχεται ότι η ιστορία και η ζωή ενέχουν το στοιχείο της μεταβολής και της εξελιξιμότητας (αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε,το ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και μας πλάθει) δεν μπορεί παρά να ελπίζει και να αισιοδοξεί δίνοντας πίστη στους ανθρώπους,που εστιάζουν στο ουσιώδες και το αληθινό, “στους ανθρώπους που σπέρνουν και θερίζουν”, “που κοιτάζουν ίσα πέρα, όπως ο στρατοκόπος που μετράει το δρόμο του με τ΄άστρα, χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, χωρίς την τρεμούλα για μικροπράγματα ή έστω για μεγάλα” .
Ο ποιητής έχει τη μελαγχολία του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα και την πικρία του Έλληνα που η πατρίδα του δοκιμάστηκε σκληρά από καταστροφικές εθνικές περιπέτειες. Όμως έχει και την πίστη, που γίνεται ασπίδα στην απελπισία, ότι η ζωή θα πάρει κάποια στιγμή “το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας” και ότι η φοινικιά μπορεί να είναι ακόμα τέφρα αλλά η αναγέννησή της είναι κάτι περισσότερο κι από σίγουρο. Είναι μόνο θέμα χρόνου .

 Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.
...........................
Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε
γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα καὶ ζωντανὰ
ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων
ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα
ἢ ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα•
ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος
ποὺ συνήθισε ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει•
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Γιώργος Σεφέρης   Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42

Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση