poihmata top banner 2019


 

“Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου, δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο”, έγραφε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, όταν πολεμούσε το 1940 μέσα στις κακουχίες του Αλβανικού Μετώπου.
Δεν ήταν πλασμένος για τον πόλεμο διότι

 

den imouna plasmenos ImgF

ήταν άνθρωπος και κανένας άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για τον πόλεμο. Τον πόλεμο τον επιβάλει η δίψα για κέρδος μιας χούφτας κατ' ευφημισμόν ανθρώπων, μιας χούφτας καπιταλιστών που δεν διστάζουν να μακελέψουν εκατομμύρια ανθρώπους προκειμένου ξαναμοιράσουν τη γη για να αυγατίσουν τα κέρδη τους. Συγκινημένοι δήθεν από εθνική περηφάνεια στέκονται κορδωμένοι στις εξέδρες των παρελάσεων οι πολιτικοί εκπρόσωποι των μεγάλων συμφερόντων. Από τη μια βγάζουν δεκάρικους λόγους τιμώντας όπως λένε, τους ήρωες που έπεσαν για την υπεράσπιση της πατρίδας κι από την άλλη ποντάρουν τις ζωές των ανθρώπων του λαού υπογράφοντας νέες συμφωνίες για την εγκατάσταση περισσότερων και μεγαλύτερων ξένων στρατιωτικών βάσεων. Για την υπεράσπιση της πατρίδα -λένε. Για την υπεράσπιση των κερδών μιας χούφτας πλουτοκρατών λέμε εμείς.

        Αυτοί που σκοτώνονται στα μέτωπα είναι απλοί άνθρωποι του λαού. Έλληνες, Τούρκοι, Γερμανοί, όλοι οι λαοί του κόσμου. Δεν είχαν καμία απολύτως όρεξη να γίνουν ήρωες. Ούτε νεκροί, ούτε πρόσφυγες, ούτε ανθρώπινα φαντάσματα στα ερείπια της γειτονιάς τους. Δε θέλουν ούτε εμβατήρια ούτε χειροκροτήματα σε παρελάσεις. Το ψωμί που βγαίνει απ' τον ιδρώτα τους θέλουν. Τη ζεστασιά της αγκαλιάς της μάνας, το δροσερό φιλί της αγαπημένης, το χρώμα των κατιφέδων του κήπου λαχταρούν. Θέλουν “να καθρεφτίζονται στα ρυάκια της πατρίδας τους”. Κι αυτά δεν κερδίζονται όταν πολεμούν κάτω από σημαίες ξένων συμφερόντων. Καταχτιώνται και κατοχυρώνονται μόνο αν αφαιρέσουν την εξουσία από τα χέρια των κεφαλαιοκρατών που είναι οι μόνοι κερδισμένοι από τους πολέμους.

 

Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο

Νικηφόρου Βρετάκου


Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;

Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, 
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκκαλα μέσα στ' αμπριά· εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών, 
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας, 
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, 
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, 
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τόμος πρώτος. Με ένα σχέδιο του Επαμεινώνδα Λιώκη, Τρία φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 118-119]

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση