2018logotexniatext

 "Είμαστε αθώοι, όπως έχουμε διακηρύξει και υποστηρίζουμε από τη στιγμή της σύλληψής μας. Αυτή είναι όλη η αλήθεια. Για να παραιτηθούμε από αυτή την αλήθεια πρέπει να πληρώσουμε πολύ βαρύ τίμημα, έστω κι αν πρόκειται για το ανεκτίμητο δώρο της ζωής ‒ και μια ζωή, με τέτοιο τρόπο εξαγορασμένη, δεν θα μας επέτρεπε να ζούμε με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό».

rosenberg ImgF 

 Αυτά δήλωναν ο Τζούλιους και η Έθελ Ρόζενμπεργκ στην αίθουσα του δικαστηρίου καθώς δικάζονταν με την κατηγορία ότι “πουλούσαν ατομικά μυστικά στη Σοβιετική Ένωση”. Την πίστη τους αυτή, ότι η αξιοπρέπεια και ο αυτοσεβασμός είναι αξίες μη εξαγοράσιμες, την πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή, καθώς σαν σήμερα στις 19 Ιουνίου του 1953 όταν ο ήλιος έδυε πάνω από τις φυλακές Σινγκ Σινγκ της Νέας Υόρκης, πρώτα ο Τζούλιους και μετά η Έθελ, που τον ακολούθησε στο θάνατο αρνούμενη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα.
        Αυτός ηλεκτρολόγος μηχανικός απόφοιτος του Σίτι Κόλετζ της Νέας Υόρκης το 1940 είχε ενταχθεί στον αμερικανικό στρατό υπηρετώντας στη μονάδα των ραντάρ. Η Έθελ Γκρινγκλάς εργαζόταν ως γραμματέας σε μια ναυτιλιακή εταιρεία. Και οι δυο εβραϊκής καταγωγής είχαν γνωρισθεί στην αμερικάνικη κομμουνιστική νεολαία. Ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν και κάναν δυο αγοράκια.
        Οι Ρόζενμπεργκ ήταν οι πρώτοι Αμερικανοί πολίτες που καταδικάστηκαν σε θάνατο σε περίοδο ειρήνης, θύματα της αντικομμουνιστικής υστερίας κατά την περίοδο του Μακαρθισμού. Χιλιάδες μέλη του Κ.Κ.ΗΠΑ, συνδικαλιστές, δημοκρατικοί πολίτες, επιστήμονες, διανοούμενοι αυτή την περίοδο διώχθηκαν σ΄ ένα κυνήγι μαγισσών. Κάθε κομμουνιστής και προοδευτικός πολίτης αντιμετωπιζόταν σαν εχθρός του έθνους. Η καταδίκη των Ρόζενμπεργκ έγινε με τον αμερικανικό νόμο του 1917 περί κατασκοπείας, σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσε να υπάρχει θανατική καταδίκη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το έγκλημα της κατασκοπείας θα είχε διαπραχθεί κατά την περίοδο πολέμου. Και ήταν ακριβώς η ίδια κατηγορία «συνωμοσίας σε περίοδο πολέμου με στόχο την κατασκοπεία», με την οποία καταδικάστηκε ο Μπελογιάννης και εκατοντάδες άλλοι κομμουνιστές, αγωνιστές και φίλοι της ειρήνης.
        Ο B' παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει προ πολλού. Οι ατομικές βόμβες που έριξαν οι ΗΠΑ στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, όπως έγραφε ο Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του και όπως ανέλυε με στοιχεία το βρετανικό περιοδικό Νew Scientist στην ουσία δεν είχαν ως στόχο τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας αλλά να δώσουν το έναυσμα για το ξεκίνημα του Ψυχρού Πολέμου. Η αμερικανική ηγεσία είχε ξοδέψει πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή της ατομικής βόμβας και την υπεροπλία της αυτή που της έδινε τη δυνατότητα να ελέγχει τον πλανήτη επιβάλλοντας τις θέσεις της σ΄ όλους τους λαούς της γης, ήθελε με κάθε τρόπο να την κρατήσει. Έτσι όταν το 1951 η Σοβιετική Ένωση ανακοινώνει ότι κατασκεύασε ατομική βόμβα καταργώντας το μονοπώλιο του ατομικού όπλου των ΗΠΑ και τερματίζοντας την αντίστοιχη ατομική τους τρομοκρατία, το χτύπημα στους πολεμοκάπηλους ήταν τεράστιο. 'Έπρεπε τάχιστα και με κάθε τρόπο να αποκατασταθεί το γόητρο των ΗΠΑ ως πρώτης και αήττητης παγκόσμιας δύναμης και να αποδειχθεί η ανικανότητα των σοβιετικών. Κάποιοι λοιπόν έπρεπε να έχουν δώσει στον μέχρι χθες σύμμαχο και από δω και πέρα εχθρό τα μυστικά της κατασκευής της ατομικής βόμβας. Και οι πυρηνικοί κατάσκοποι βρέθηκαν στα πρόσωπα του ζεύγους Ρόζενμπεργκ.
        Οι Μακαρθικές υπηρεσίες στήνουν αμέσως το κατηγορητήριο στηριγμένο σε ψέματα και πλαστογραφίες. Βρίσκουν και επί μήνες προετοιμάζουν τους κύριους μάρτυρες κατηγορίας που είναι οι εξής δύο: Ο αδελφός και η νύφη της Έθελ. Μετά από δεκαετίες ο ίδιος ο Ντέιβιντ Γκρίνγλας στα 80 του χρόνια ομολογεί πως κάθησε την αδελφή του στην ηλεκτρική καρέκλα όταν οι μυστικές υπηρεσίες του έθεσαν το δίλημμα ή ομολογεί τη δική του συμμετοχή στην κατασκοπεία επιβαρύνοντας τους Ρόζενμπεργκ ή εκτελείται ο ίδιος και η γυναίκα του στην ηλεκτρική καρέκλα.
        Σύμφωνα με τον Fr. Mc. Lynn (Famous Trials, Reader’s Digest),από τα στοιχεία της δίκης προέκυψε “διαρροή ατομικών μυστικών”, χωρίς όμως να “αποδεικνύεται πουθενά η ευθύνη του ζεύγους Ρόζενμπεργκ”. Η απόφαση ήταν προειλημμένη και η διαδικασία δεν κράτησε πολύ. Στις 29 Мαρτίου 1951 οι ένορκοι του Δικαστηρίου αποφασίζουν την ενοχή των κατηγορουμένων, με τον δικαστή Ίρβινγκ Κάουφμαν να τους επιβάλλει τη θανατική ποινή με το αιτιολογικό πως ο Τζούλιους και η Έθελ υπήρξαν οι «πρωταγωνιστές αυτής της διαβολικής συνωμοσίας προκειμένου να καταστρέψουν ένα θεοφοβούμενο έθνος» και το έγκλημά τους ήταν ακόμα «χειρότερο από φόνο», καθώς η απόφαση συνέδεε την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν με την «κομμουνιστική επιθετικότητα στην Κορέα» και τα πενήντα χιλιάδες θύματα του εκεί πολέμου που «πληρώνουν το τίμημα της εθνικής σας προδοσίας». Σύμφωνα με τη μαρτυρία των φρουρών τους, στο άκουσμα της ποινής η Έθελ τραγούδησε το τραγούδι «One fine day» από την όπερα «Madame Butterfly» και ο Τζούλιους τραγούδησε το «The Battle Hymn of the Republic».
        “ Οι ώρες μετράνε, Τα λεπτά μετράνε. Μην αφήσετε αυτό το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας να πραγματοποιηθεί.” έγραφε ο Πάμπλο Πικάσο στην Ουμανιτέ. Και μαζί του ένα ορμητικό κύμα διαμαρτυρίας στην Ευρώπη και στην Αμερική έκανε ολονυκτίες και διαδήλωνε καθημερινά ζητώντας από τον πρόεδρο των ΗΠΑ να δοθεί χάρη και να μην εκτελεστεί η ποινή. Απλοί άνθρωποι και πνευματικοί κολοσσοί , όπως ο Αϊνστάιν, ο Μπρεχτ, επιστήμονες, νομπελίστες , ακόμα και ο ίδιος ο Πάπας, ενώνουν τις φωνές τους. Άδικα. Το έγκλημα ήταν προσυμφωνημένο. Το χρειαζόταν το σύστημα. Γι αυτό και πραγματοποιήθηκε. Τί κι αν 9 μήνες μετά, στις 17 Μάρτη 1954 οι Νιου Γιορκ Τάιμς δημοσίευσαν τη διάλεξη του δρ. Τζέιμς Μπέκερλι διευθυντή του Γραφείου Πληροφοριών της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας : “ Είναι πια καιρός να πάψουμε να μιλάμε για κάποια δήθεν πυρηνικά μυστικά. Η ατομική και υδρογονική βόμβα δεν έχουν παρθεί από κατασκόπους.”

 

Σ Τ Ο Ν   Μ Α Ϊ Κ Λ   Κ Α Ι   Σ Τ Ο Ν   Ρ Ο Μ Π Υ   Ρ Ο Ζ Ε Μ Π Ε Ρ Γ Κ

«Αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε, κάντε να γυρίσουν σπίτι η μαμά κι ο μπαμπάς, γιατί ο αδερφός μου ο Ρόμπυ, που ’ναι έξη χρονώ, πολύ τους απο­ζητάει ‒ δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη μαμά και το μπαμπά, κι εγώ πολύ τους αποζητάω, αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε».
(Από γράμμα του Μάικλ Ρόζεμπεργκ στον Πρόεδρο των ΗΠΑ)

Καλέ μου Μάικλ, καλέ μου Ρόμπυ,
άδικα τυλίξατε την καρδιά σας σ’ ένα κομματάκι χαρτί
και τη στείλατε στον κ. Πρόεδρο ‒ άδικα, Μάικλ, το γράμμα σας,
μόνο που μάζεψε ένα σακουλάκι δάκρυα απ’ τις μανάδες
κι ένα κόμπο στο λαιμό της άνοιξης
μόνο που βούρκωσαν της κερασιάς τα κόκκινα άστρα.

Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες
οι οδοκαθαριστές άφησαν μια στιγμή τη σκούπα τους
και σκούπισαν τα μάτια τους
και σ’ όλα τα γήπεδα τα παιδιά στάθηκαν
πατώντας το δεξί τους πόδι πάνω στη μπάλα
σα ν’ ανεβαίναν το πρώτο σκαλοπάτι της ζωής
κι είπαν: «Ο Μάικλ κι ο Ρόμπυ
δε θα ’ρθουν να παίξουν τα’ απόγεμα»,
και πίσω απ’ το δίχτυ του γκολ-πόστ
είδαν κομματιασμένο το πρόσωπο της μέρας
όπως είναι ένα πρόσωπο πίσω απ’ τα κάγκελα.

Ω Μάικλ, ω Ρόμπυ,
ήταν πολύ νωρίς να δείτε τις κλεισμένες καρδιές
ήταν νωρίς να δείτε τις κλεισμένες πόρτες
όταν με τα μικρά σας χέρια χτυπούσατε να σας ανοίξουν
‒ κάνει κρύο, Μάικλ, έξω στη νύχτα
κάνει κρύο, Ρόμπυ, στον κόσμο
κάνει πολύ κρύο στις φυλακές Σίγκ-Σίγκ,
και πάνου στη συνοικία του Χάρλεμ
τα σαξόφωνα κάθονται στα γόνατα των νέγρων
σα γυμνά παιδιά πού κρυώνουν απ’ την αδικία.

Κι είσαστε μαθημένοι, Μάικλ
να χτυπάει ο ήλιος κατάφατσα την ψυχή της Έθελ και του Γιούλιους
την ψυχή τους με τις τρεις χιλιάδες τόσα παράθυρα διάπλατα στον ορί­ζοντα
κι είσαστε μαθημένοι στα τραγούδια του Ρόμπσον
που λένε πως ο κόσμος δεν είναι ένα ξύλινο αλογάκι
που ο καθένας μπορεί να σας το σπάσει
μα ένα μεγάλο άλογο από φως
που μπορούμε ν’ ανεβούμε στη ράχη του
και να μας πάει όπου

Σώπα τώρα, Μάικλ, σώπα, Ρόμπυ ‒
η μαμά κι ο μπαμπάς κάθησαν στην ηλεκτρική καρέκλα
ήσυχοι
με το μακρινό τους χαμόγελο κοντά στους ανθρώπους
ήσυχοι
όπως κάθεται ένα καλό αντρόγυνο στις καρέκλες του μπροστά στο τραπέζι του δείπνου
κόβοντας και μοιράζοντας το γλυκό σταρένιο ψωμί
σε σένα Ρόμπυ
σε σένα Μάικλ
σε μένα
σε όλους μας.

Η μαμά κι ο μπαμπάς, Ρόμπυ,
κάθησαν ήσυχοι στην καρέκλα τους ‒ σώπα, Ρόμπυ ‒
χαμογελώντας όπως χαμογελάει αυτός πού ’χει κάνει το χρέος του,
‒ κοίτα τι ήσυχοι που κάθονται στις καρέκλες τους μπροστά στο τρα­πέζι του κόσμου
μοιράζοντας το ζεστό ψωμί τους
σ’ όλους τους πεινασμένους, Μάικλ,
σ’ όλους τους πικραμένους του κόσμου, Ρόμπυ.

Και τώρα όλος ο κόσμος, Ρόμπυ,
όταν λέει μητέρα, όταν λέει πατέρα
εννοεί την Έθελ και το Γιούλιους. Κι εσύ Ρόμπυ κι εσύ Μάικλ
είσαστε τ’ αδέρφια όλου του κόσμου. Ελάτε, φορέστε τα καλά σας,
ελάτε να περπατήσουμε σε τούτον τον απέραντο κατάφωτο κήπο
που μας άνοιξε η μαμά κι ο μπαμπάς με το κλειδί του σπιτιού σας
μ’ αυτό το κλειδί που ’ναι ζεστό απ’ τη φούχτα τους
μ’ αυτό το κλειδί που ξεκλειδώνει και τους τάφους
κι έρχονται οι αγαπημένοι μας νεκροί με τον ήλιο στο πρόσωπο
κουβαλώντας στη ζωή μεγάλες αγκαλιές κόκκινα τριαντάφυλλα.

Σ’ αυτόν τον κήπο κάθεται ο Γιούλιους
σκουπίζοντας μ’ ένα μαντίλι φως τα γυαλιά του
σα να σκουπίζει τα θολά τζάμια της Αμερικής
και κοιτάζοντας την Έθελ σκυμμένη στο χώμα
να ταΐζει μες στα χέρια της τα περιστέρια.

Ελάτε να σεργιανίσουμε το μέλλον, ανάμεσα
σ’ αυτά τα περιστέρια που διασταυρώνονται πάνω απ’ τα κεφάλια μας
που χαμηλώνουν λίγο σκουπίζοντας με την άκρη της φτερούγας τους
τα μάτια του Μάικλ καί του Ρόμπυ. Ελάτε.

Μόνοι νεκροί είναι εκείνοι πού σκοτώνουν τους Ανθρώπους.

Γ. Ρίτσος
ΑΘΗΝΑ 20.VI.53

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση