banner-filoxenies

 Εμάς η λέξη μας χρειάζεται για τη ζωή. Εμείς δεν αναγνωρίζουμε την ανώφελη τέχνη...

 Mayakovsky ImgL

Ριζοσπάστης 3 Σεπτ. 2017

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ


Ο ποιητής της Επανάστασης


Εμάς η λέξη μας χρειάζεται για τη ζωή. Εμείς δεν αναγνωρίζουμε την ανώφελη τέχνη...
Λόγια του ποιητή που έγινε η φωνή της Επανάστασης, του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι.
Γεννήθηκε τέλη Ιούνη του 1893 (7 Ιούλη με το παλιό ημερολόγιο), στο χωριό Μπαγκντάντι, στη Γεωργία. Οι γονείς του θα του διδάξουν τα πρώτα γράμματα. Ο πατέρας του πέθανε το 1906 και την ίδια χρονιά η οικογένεια μετακομίζει στη Μόσχα. Στο γυμνάσιο της Μόσχας ο Μαγιακόφσκι θα γνωρίσει τους Μπολσεβίκους και θα οργανωθεί στις γραμμές τους. «Φιλοσοφία. Χέγκελ. Φυσιογνωσία. Μα πάνω απ' όλα μαρξισμός. Δεν υπάρχει έργο τέχνης που να με τράβηξε περισσότερο από τον Πρόλογο του Μαρξ στην "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας". Θυμάμαι ολοκάθαρα το γαλάζιο τετραδιάκι του Λένιν Δύο Τακτικές. Μου άρεσε που ήταν κομμένο ως τα γράμματα. Για παράνομη χρήση».
Θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί για 11 μήνες. Στη φυλακή θα αρχίσει να γράφει ποίηση. Το 1910 γίνεται δεκτός στη Σχολή Ζωγραφικής και Γλυπτικής της Μόσχας. Εκεί γνωρίζει τον ζωγράφο Νταβίντ Μπουρλιούκ, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ποιητική του πορεία, μιας και προσχωρούν στην υπό διαμόρφωση τότε κίνηση των φουτουριστών της Μόσχας και συμμετείχαν στην πρώτη έκδοση της ομάδας, «Ενα χαστούκι στο γούστο του κοινού», το 1912.


Ο ρωσικός κυβοφουτουρισμός


Ο Μαγιακόφσκι ήταν βασικός εκπρόσωπος του ρωσικού φουτουρισμού, που παίρνει την ονομασία ρωσικός κυβοφουτουρισμός. Για να κατανοηθεί επομένως η ποίηση του Μαγιακόφσκι, χρειάζεται να είναι γνωστά τα βασικά χαρακτηριστικά του κυβοφουτουρισμού.
Ποιες όμως ήταν οι κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν την εμφάνιση και την ανάπτυξη αυτού του ρεύματος; Η ανάπτυξη της βιομηχανίας και η συγκέντρωση της παραγωγής σε γιγάντιες επιχειρήσεις, η αστικοποίηση, προϊόν της πλατιάς κοινωνικοποίησης της εργασίας και της συγκέντρωσης του πληθυσμού σε μεγάλες πόλεις, οι γρήγοροι και δυναμικοί ρυθμοί της ζωής που επιβάλλει η επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής (ηλεκτρισμός, νέες μηχανές, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, υποβρύχια), οι ουρανοξύστες - σύμβολα της δύναμης μιας νέας ιστορικής φάσης, ταράζουν τη μέχρι τότε ζωή των ανθρώπων και γυρεύουν την έκφρασή τους και στην τέχνη. Τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα διεκδικούν να ξεπεράσουν τη στατική, νατουραλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας - καθήκον που από καιρό είχε αναλάβει η τέχνη της φωτογραφίας - και να συλλάβουν τη βαθύτερη ουσία της.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρωσικού κυβοφουτουρισμού είναι η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και την παραδοσιακή κουλτούρα, η τάση για παραξένισμα και πρόκληση με σκοπό να ταραχθούν τα λιμνασμένα νερά της κατεστημένης αισθητικής, που πέρα από τα έργα και τις διακηρύξεις, κατορθώνεται και με την περιφρόνηση προς τις κοινωνικές συμβάσεις και τον μποέμικο τρόπο ζωής των φουτουριστών καλλιτεχνών. Η απόρριψη του συναισθηματισμού και ο αντιρομαντισμός. Η θεοποίηση του μέλλοντος και της μηχανής που θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από κάθε είδους φυσικό καταναγκασμό, δίνοντάς του τη δύναμη να κυριαρχήσει όχι μόνο στη γήινη σφαίρα, αλλά και σε ολόκληρο το σύμπαν.


Οταν στα δίχτυα πιάνουμε
Ενα μικρό ομιλητικό ψαράκι
Τραγουδούμε
Ανυμνούμε το ψαρίσιο
Ολόχρυσο θαύμα.
Πώς εγώ να μη δοξάζω τον εαυτό μου
Μια και ολάκερος
Είμαι ένα απίστευτο θαύμα
Μια και κάθε μου κίνηση
Είναι ένα πελώριο
Ανεξήγητο θαύμα;
(«Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι - Μια τραγωδία», 1912)
Δική μου η επανάσταση
Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1917, ο Μαγιακόφσκι είχε δώσει ήδη σημαντικό μέρος του έργου του. Ξεχωρίζουμε το έργο «Σύννεφο με παντελόνια», που γράφτηκε το 1914 - '15 και η πρώτη πλήρης έκδοσή του έγινε το 1918. Ένα έργο που ίδιος ο ποιητής το χαρακτήρισε ως προγραμματικό για την εποχή του.
Δε ζητούμε το έλεος του χρόνου εμείς!
Εμείς -
Ο καθένας από εμάς -
Κρατάει στα χέρια του
Τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος!
Οι μόνοι από τους διανοούμενους που γρήγορα ξεπέρασαν τους αρχικούς τους δισταγμούς και αγκάλιασαν τη νέα εξουσία, ήταν οι καλλιτέχνες της Ρώσικης Πρωτοπορίας. Ο Μαγιακόφσκι δήλωσε: «Τον δέχομαι ή δεν τον δέχομαι τον Οκτώβρη; Τέτοιο θέμα δεν υπήρξε για μένα και για τους άλλους φουτουριστές της Μόσχας. Δική μου η επανάσταση».


«Μέρες και νύχτες του ΡΟΣΤΑ (ρώσικο τηλεγραφικό πρακτορείο). Γράφω και ζωγραφίζω. Έκανα κάπου 3.000 αφίσες και κάπου 6.000 κείμενα.
Αυτοί δεν είναι μόνο στίχοι. Αυτές οι εικόνες δεν είναι για χαρακτικές διακοσμήσεις.
Είναι τα πρακτικά μιας δυσκολότατης τριετίας επαναστατικής πάλης, δοσμένα με τις πινελιές των χρωμάτων και την ηχηρότητα των συνθημάτων.
Είναι το δικό μου μερτικό σε μια τεράστια προπαγανδιστική δουλειά. Δουλεύαμε χωρίς να αποβλέπουμε στην ιστορία και στη δόξα (...).
Χωρίς ταχύτητα τηλέγραφου, πολυβόλου, αυτή η δουλειά δεν μπορούσε να γίνει. Μα εμείς την κάναμε όχι μόνο με όλη τη δύναμη και τη σοβαρότητα των ικανοτήτων μας, αλλά και επαναστατικοποιώντας το γούστο, ανεβάζοντας την ποιότητα στην τέχνη της αφίσας, στην τέχνη της προπαγάνδας».
Ο Μαγιακόφσκι τον καιρό της Επανάστασης δημοσιογραφεί, φτιάχνει αφίσες, γράφει κινηματογραφικά σενάρια και παίζει ο ίδιος σε ταινίες. Το 1919 παρουσιάστηκε στην Πετρούπολη το θεατρικό του έργο, που είναι και το πρώτο σοβιετικό, «Μυστήριο Μπούφο».
Ως ανταποκριτής της «Ισβέστια» ταξιδεύει στη Δυτική Ευρώπη, στο Μεξικό, την Κούβα και τις ΗΠΑ. Δεν άντεξε για πολύ, όπως λέει ο ίδιος, ύστερα από μισό χρόνο ταξίδι, «όρμησα σαν βολίδα στην ΕΣΣΔ». «Είμαι ο πρώτος απεσταλμένος μιας νέας χώρας. Την Αμερική τη χωρίζουν απ' την Ρωσία 9.000 μίλια κι ένας πελώριος ωκεανός. Τον ωκεανό μπορείς να τον περάσεις σε 5 μέρες. Τη θάλασσα όμως της ψευτιάς και της συκοφαντίας δεν την περνάς έτσι γρήγορα...». Γιατί... «Εκανα ένα σάλτο 7.000 βέρστια μπροστά, μα βρέθηκα 7 χρόνια πίσω». «Ο τρόπος που κέρδισες τα εκατομμύρια σου, δεν ενδιαφέρει καθόλου εδώ στην Αμερική. Όλα είναι μπίζνες, όλα επιχείρηση, όλα όσα γεννούν δολάρια. Πήρες ποσοστά από κάποιο ποιητικό σου έργο που έκανε κρότο; Αυτό είναι μπίζνες. Έκλεψες και δεν σ' έπιασαν; Και αυτό μπίζνες. Τις μπίζνες σού τις μαθαίνουν από τα παιδικάτα σου».


Τραγουδά τη νεαρή ΕΣΣΔ


Το 1924, πεθαίνει ο Λένιν και ο Μαγιακόφσκι ολοκληρώνει το μεγάλο συνθετικό του ποίημα «Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν». «Τέλειωσα το ποίημα "Λένιν". Το διάβασα σε πολλές εργατικές συγκεντρώσεις. Αυτό το ποίημα το φοβόμουν πολύ, γιατί ήταν εύκολο να πέσω σε μια απλή πολιτική αφήγηση. Η στάση του εργατικού ακροατηρίου μου 'δωσε χαρά και μου εδραίωσε την πεποίθηση για την αναγκαιότητα του ποιήματος».


Ζωντανός σαν πρώτα
Μας καλεί ο Λένιν:
Προλετάριοι
Στη μάχη συνταχτείτε
Τη στερνή!
Στυλώστε
Οι δούλοι τις πλάτες
Ορθοί οι γονατισμένοι!
Των προλετάριων
Η στρατιά,
Παρατάξου εμπρός!
Αυτός είν' ο πόλεμος
Στα αλήθεια
Ο πιο τρανός
Απ' όσους γνώρισε η ιστορία.


Με τα ποιήματα και τα θεατρικά έργα του απευθυνόταν στους εργάτες, στους πολίτες της νεαρής ΕΣΣΔ. «Καινούριους οικοδόμους περιμένουν οι ερειπωμένες πόλεις. Ο ανεμοστρόβιλος της επανάστασης ξερίζωσε από τις καρδιές τις ροζιασμένες ρίζες της σκλαβιάς. Τη μεγάλη σπορά περιμένει η λαϊκή ψυχή. Σε σας που πήρατε στα χέρια σας την κληρονομιά της Ρωσίας, σε σας που το πιστεύω, αύριο θα γίνετε αφέντες όλου του κόσμου, απευθύνω το ερώτημα: με τι είδους φανταστικά κτίρια θα σκεπάσετε το χώρο των χθεσινών πυρκαγιών; Τι είδους τραγούδια και μουσικές θα ξεχύνονται απ' τα παράθυρά σας; Σε τι λογής Βίβλους θα ανοίξετε τις ψυχές σας;».
Το 1927, με αφορμή τα δέκα χρόνια της Επανάστασης, ο Μαγιακόφσκι γράφει το συνθετικό ποίημα «Ποίημα του Οχτώβρη» ή «Καλά πάμε», που αποτελεί ουσιαστικά μια ποιητική τοιχογραφία της δεκαετίας του '20. Καταγράφει την πείνα, τις στερήσεις, την ιμπεριαλιστική επίθεση στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, μαζί με την εποποιία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.


Χειμώνας τσουχτερός.
Μεγάλη παγωνιά.
Μα τα κορμιά
Όλα ίδρωτα
Κολλάνε από τις μπλούζες κάτου.
Κάτω απ' τις μπλούζες
Οι κομμουνιστές
Καυσόξυλα φορτώνουνε βαριά
Στην εθελοντική εργασία του Σαββάτου.
Δε θα σκολάσουμε
Αν και
Πέρασε η ώρα της δουλειάς
Κι είναι το σκόλασμα
Δικαίωμά μας.
Δικά μας τα βαγόνια
Και
Δικός μας δρόμος όπου πας,
Κι εμείς
Φορτώνουμε
Τα ξύλα τα δικά μας.
Μπορούμε
Να σκολάσουμε
Κατά τις δυο -
Μα εμείς
Αργά θα φύγουμε
Τη νύχτα
Παγώνουν τα συντρόφια μας,
Κρύο τσουχτερό.
Χρειάζονται τα ξύλα μας.
Μες στη φωτιά τους ρίχτα.
Βαρειά δουλειά,
Δουλειά εξαντλητική, να πεις
Κι ούτε καπίκι
Για όλη αυτή
Την αγγαρεία.
Όμως εμείς
Δουλεύουμε
Σάμπως εμείς
Να φτιάχνουμε
Την πιο μεγάλη εποποιία.


Το έργο του χαστούκι στη θεωρία ότι η στράτευση καταστρέφει την τέχνη


Στις 14 του Απρίλη του 1930 έθεσε τέρμα στη ζωή του... Μένει όμως ο λόγος του, η ποίησή του που μας καλεί... Άλλωστε, όπως σημειώνει και ο Γιάννης Ρίτσος στα Μελετήματά του περί Μαγιακόφσκι.
«Η ποίηση του Μαγιακόφσκι είναι συνυφασμένη φύσει και θέσει με τη δύναμη της νεότητας της επανάστασης (...). Η γενική αναγνώριση του έργου του Μαγιακόφσκι το κατέστησε μια ουσιαστική κοινωνική, προοδευτική δύναμη, ένα όπλο πάλης που το χρησιμοποιούσε κανείς, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να σταθεί στη μέση της μάχης και με δάχτυλα ψυχρά και ουδέτερα να ψηλαφίσει και να περιεργαστεί το καυτό μέταλλό του. Το κύρος, επιπλέον του Μαγιακόφσκι, στάθηκε μια έμπρακτη απόδειξη της κοινωνικής ποίησης (και το θεμέλιό της άλλωστε) κι ένα αποστομωτικό επιχείρημα των συνάδελφων του στη χώρα του, και των προοδευτικών ποιητών όλου του κόσμου, έναντι των δύσπιστων, των ταλαντευόμενων, των αναποφάσιστων ή των αμείλικτων αρνητών που αμφισβητούσαν κατά βάση τη δυνατότητα ύπαρξης μιας καθαρά κοινωνικής, ιδεολογικής κι ακόμα περισσότερο κομματικής ποίησης. Και η ποίηση του Μαγιακόφσκι ήταν μια δύναμη, ένα όπλο, μια απόδειξη κι ένα επιχείρημα».

Αλ. Π

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση