"Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης
για να βλέπουμε τον κόσμο

αλλά σφυρί για να του δίνουμε σχήμα"

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι


 

2018logotexnia  2018Adimitriou

2018eikastika2018theamata


Πέρασαν πάνω από 100 χρόνια από τις 19 Δεκέμβρη του 1911, που ήρθε στη ζωή μια από τις πιο γνήσιες λυρικές φωνές των ελληνικών γραμμάτων. Το όνομά της: Νικηφόρος Βρεττάκος
"Τ όνομά σου : ένας ψίθυρος απ αστέρι σε αστέρι
τ' όνομά σου :ομιλία ρυακιών μεταξύ τους

τ' όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
............"
Το όνομά του όλα αυτά κι ακόμα πολλά περισσότερα.

vrettakos ImgL

      "Ευγενικό, δακρυσμένο φρουρό της Ποίησης και της Ελευθερίας," τον ονομάτισε ο Λάκωνας συντοπίτης, φίλος και συναγωνιστής του Γιάννης Ρίτσος. Κι ακόμα "Κορυδαλλό του Σέλλεϋ σε έναν πασίχαρο εκρηκτικό ύμνο της φύσης, της γυναίκας, της έμφυτης καλοσύνης του ανθρώπου". Λυρικός, τρυφερός, ευαίσθητος αλλά και αδιάφθορος μαχητής της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, της ειρηνικής συμβίωσης σ ένα καλύτερο κόσμο. Το όνειρο μιας ιδανικής ανθρώπινης κοινωνίας τον συντρόφευε σ όλη του τη ζωή, όπως και η πίστη του στην έμφυτη καλοσύνη του ανθρώπου.

        "Το τέλειο θαύμα, γράφει, θα το βρεις μονάχα μες στον άνθρωπο". Κι όταν κάποτε η πραγματικότητα έρχεται να τον διαψεύσει, θρηνεί αλλά και πάλι ούτε ως ποιητής ούτε ως άνθρωπος καταθέτει τα όπλα. Δύναμή του ακατάβλητη η αγάπη που πηγάζει από τη μεγάλη του καρδιά κι από το ιδεολογικό του πιστεύω.
«Επιστρατέψετε την αιωνιότητα, ανάβοντας τ' άστρο: "Αγάπη". Επιστρατέψετε την αιωνιότητα, ανάβοντας ψηλότερα απ' όλα, πάνω από το έτοιμο βάραθρο, το άστρο: "Ανθρώπινο μέτωπο!"...

        Μέχρι τα βάθη της ψυχής του αισθάνεται πως "το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεπτίζεται μέσα στο ποτάμι, ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τα άνθη. Είναι η Αγάπη". Πιστεύει, πως η αγάπη ως απολύτρωση, ως ανάσταση, ως έμφυτος δημιουργικός μηχανισμός στον άνθρωπο, είναι αυτή που θα νικήσει το κακό και τη βαρβαρότητα και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στο μέλλον που της αξίζει.

        "Εγώ στους στίχους μου είμαι απλός" ομολογεί "και είμαι πιο απλός ακόμα στα δάκρυά μου". Πράγματι το έργο του ολόκληρο πηγάζει από αυτά τα δάκρυα, που είτε τρέχουν από χαρά, καθώς τα μισά από τα ποιήματά του αποτελούν ύμνο στην ομορφιά αυτού του κόσμου, είτε χύνονται εξ αιτίας της αναλγησίας του ανθρώπου και αποτελούν θρήνο για τη βαρβαρότητα του καιρού του.
Στρατευμένος στην αλήθεια που μπορεί να αλλάξει τόσο τον κόσμο ως σύνολο όσο και το άτομο ως μονάδα, θεωρούσε, πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο... Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη "μοίρα" του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και αυτό φαίνεται καθαρά και από τη ζωή του και από το σπουδαίο έργο του. 

        Αυτός "ο μόνιμος συνομιλητής με τον ήλιο", πάντα παρών στο πόστο του, πάντα ασυμβίβαστος, δεν ολιγώρησε ποτέ, δε χαμήλωσε ποτέ το μπόι του Ανθρώπου στην πορεία του προς το φως. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή στον πόλεμο του 40. Εντάχθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ και έγινε μέλος του ΚΚΕ. "Νομίζω ότι εκείνον τον καιρό δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά απ' το να ενταχθείς στο ΚΚΕ. Ηταν το Κόμμα της θυσίας. Να σκεφτούμε μονάχα ότι από τους 650 της Ακροναυπλίας, έμειναν οι 50» είχε αφηγηθεί πολύ αργότερα στον «Ρ». Πολύ ιδιαίτερη για την υπαρξιακή απόδοση της ανθρώπινης ψυχολογίας στους ταραγμένους και δύσκολους εκείνους καιρούς είχε το πεζό του "Το αγρίμι", που χαιρετίστηκε ως το πρώτο αληθινό βιβλίο της Αντίστασης.

        Η ένοπλη ιμπεριαλιστική επέμβαση το Δεκέμβρη του 1944 και ο αγώνας του λαού της Αθήνας να διαφεντέψει τη μοίρα του τόπου του δίνει την πρώτη ύλη για τη μεγάλη του σύνθεση «33 μέρες» - γραμμένη σε πεζό - που αποτελεί ένα δοξαστικό για την ηθική υπεροχή των ηττημένων, για τον ηρωικό αγώνα των σπουδαστών του θρυλικού λόχου "Λόρδος Βύρων".
       "-- Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας! Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας!
       Αδέρφια μας όλου του κόσμου.
      Η σημαία μας κυματίζει ακόμα.
      -- Ελευθερία ή θάνατος!"

        Το 1946 κι ενώ έχει προσληφθεί ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών Πειραιά, υπογράφει τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογοτεχνών «Προς τη Δ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας». Το 1949 για πολιτικούς λόγους απολύεται όπως και η γυναίκα του. Το άσκυφτο κεφάλι του, η αξιοπρέπεια και οι αριστερές του θέσεις γίνονται εμπόδιο για να βρει δουλειά . Έχοντας ζήσει τη μοίρα του άνεργου και του σκληρά βιοποριζόμενου, γράφει στίχους ρεαλιστικούς που αποδίδουν τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων του λαού:

«Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο. Έχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Πίσω απ' τα κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ' έξω -
μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα.
Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί,
στυλώνουν τ' αυτιά, κρατούν την ανάσα ν' ακούσουν.
"Μεσημέριασε. Ο κύριος διευθυντής δεν θα 'ρθει.
Αύριο πάλι. Πρωί. Πιο πρωί".
Και φεύγουν σκυφτοί. Περπατώντας, κοιτάζουνε γύρω τους,
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο - Όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
Να ρίξουν τα χέρια τους» («Ανεργοι», 1959)
και
«...Πάνω του πέρασαν όλοι οι καιροί:
ο εργοδότης του, η φτώχεια του, ο πόλεμος.
Δεν πουλάνε γι' αυτόν τα καταστήματα τίποτα.
Δεν έχει μετά πού να πάει. Στους πέντε
περιφέρεται δρόμους της γης όταν κλείνει
το μαγαζί του ο ήλιος» («Στους πέντε δρόμους»)

        Ως κοινωνικός άνθρωπος που ζει και εκφράζει την εποχή του - πόλεμος, κατοχή, αντιφασιστικός αγώνας, ρίψη της ατομικής βόμβας - ο Βρεττάκος με την ποίηση και τα πεζά του δηλώνει τις ιδεολογικές του θέσεις χωρίς όμως να ξεπέφτει στο εύκολο και φθηνό κήρυγμα. Μάχεται χωρίς αναπαμό για τα ιδανικά του, αναζητώντας - όπως σημειώνει ο Κορδάτος - τη χαρά και την ευτυχία σε μια νέα θρησκεία, αυτή του ανθρώπου. 

        Το ταξικό υπόστρωμα της τέχνης του δε γίνεται εύκολα διακριτό, καθώς υπερισχύει η προσήλωσή του στην έμφυτη καλοσύνη του ανθρώπου, στη βεβαιότητα ότι η παγκόσμια συναδέλφωση θα έρθει μέσα από την τελική νίκη του ανθρωπισμού. Την άποψή του για την τέχνη και τον προορισμό της ως παρηγοριά και δύναμη του πάσχοντα και δρώντος ανθρώπου , τη βρίσκουμε λυρικά δοσμένη στο ποίημά του "Ο κόσμος και η ποίηση":

". . . Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη,σε φως,
σε χαρά,σε αλλαγές,σε πορεία,
σε κίνηση.
Η ζωή και η ψυχή
σ ένα αιώνιο καθρέπτισμα
μέσα στο χρόνο.
Τί νομίζεις λοιπόν. Κατά βάθος
η ποίηση είναι μια ανθρώπινη
καρδιά φορτωμένη
όλο τον κόσμο."

       Λίγα τα λόγια μας και φτωχά, όταν ο ίδιος ο ποιητής εξομολογητικά μιλά: "Και μόνο που υπάρχω, έχω περίσσευμα. Υπάρχουνε πλούσιοι ενδεείς κι ενδεείς πολύ πλούσιοι, όπως εγώ. Το σώμα μου έτυχε να 'ναι γεμάτο παράθυρα χύθηκε μέσα μου ήλιος πολύς κι ο χρυσός μου περίσσεψε" (ανέκδοτο Νικηφόρου Βρεττάκου ).

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση