dimitriou top banner 2019

 

 

 

Την εποχή της παρακμής, όταν παντού κυριαρχεί το γκρίζο και οι φυλακισμένοι που κάποτε ονειρεύονταν να σκαρφαλώσουν ως τον ουρανό τώρα αισθάνονται να τους διώκουν οι εφιάλτες, η μόνη γλώσσα αναγνώρισης είναι τα χρώματα των λουλουδιών.

ortansies dimitriou

ΟΙ ΟΡΤΑΝΣΙΕΣ
Το κουδούνι της εξώπορτας χτυπούσε επίμονα,
εγώ αργοπορούσα ν' ανοίξω, απολαμβάνοντας όπως πάντα
την αγωνία μου. Όταν άνοιξα ένας νέος στεκόταν έξω.
¨Είσαι ο Αρθούρος Ρεμπώ απ' τη Σαρλεβίλ, είπα - τί θέλετε;¨
¨Κινδυνεύουμε κι οι δύο¨ μου λέει. Όμως εγώ δεν έδωσα σημασία.
Συνέχισα να σηκώνομαι αργά το πρωί, έψηνα τσάι και διόρθωνα
λίγο το καπέλο μου που για να παραπλανώ τους διώκτες μου
το φορούσα ακόμα και στον ύπνο. Αλλά το πρόβλημα ήταν μετά.
Πώς θα περνούσαν οι ώρες; Η μικρή κόρη του κηπουρού είχε πεθάνει
σ' ένα νοσοκομείο απόρων, οι φυλακισμένοι έκοβαν βόλτες
στα γκρίζα προαύλια χωρίς να κοιτάζουν τον ουρανό
και το καφενείο ¨Η Ωραία Εποχή¨ που μαζευόμαστε νέοι είχε κλείσει.
Καθόμουν λοιπόν και χαιρόμουν την ησυχία ή ξεφύλλιζα δρομολόγια
τραίνων ή πλοίων (η αεροπλοΐα ήταν ακόμα για τους πολύ τολμηρούς
κι η λήθη πάντα για τους χαμένους).
“Αρθούρε, του λέω, πώς μ' ανακάλυψες, εμένα κανείς δε με ξέρει.¨
Χαμογέλασε. ¨Πάντα αγαπούσα τις ορτανσίες¨ είπε.
Και κατεβήκαμε τη σκάλα και πήραμε τους μεγάλους δρόμους
που δε βγάζουν πουθενά...

Τάσος Λειβαδίτης

 

ortansies02

 

ortansies01

 

 

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση