Print

Ωραίο είναι να έχει κανείς τη δύναμη μέσα του και το χρόνο μπροστά του για να σχεδιάζει το όνειρο, να καλπάζει στο άλογο της βιασύνης, να γεύεται το άγνωστο, να πέφτεις λαβωμένος και να ορθώνεται πιο αποφασιστικά μπροστά στα άγρια θηρία που δε δαμάστηκαν ακόμη. Κι έρχεται κάποια στιγμή

treno1 ImgL

για όσους μέσα στη δύνη της ζωής κατάφεραν να σταθούν όρθιοι, που ρίχνουν λαχανιασμένοι όλο και πιο συχνά ματιές στη διαδρομή τους σε μια προσπάθεια να καταλάβουν τους λόγους για τους οποίους “αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας”, αυτός ο κόσμος που βαδίζει σήμερα σε τεντωμένο σκοινί φαίνεται σ' άλλους τομείς να τρέχει με ασύλληπτη ταχύτητα και σ΄ άλλους να δίνει την εντύπωση πως δεν κουνήθηκε ρούπι από τη θέση του.

        Δεν είναι απλή υπόθεση αυτές οι ματιές στα χνάρια που διανύθηκαν. Πού να πρωτοκοιτάξει κανείς, τί να πρωτοζυγίσει, πώς να καταλάβει το βάθος του γίγνεσθαι... Κι αν έτυχε μέσα του να κρύβει το φως των λέξεων και των χρωμάτων κι αν ό,τι έπραξε το έπραξε συνειδητά, αυτές οι ματιές στο παρελθόν παίρνουν κριτική μορφή και μοιάζουν με το μεγεθυντικό φακό του ερευνητή που ψάχνει το βάθος των πραγμάτων. Παλινδρομούν μπρος-πίσω κι ανεβοκατεβαίνουν αδιάκοπα σα ζυγαριά που τρελάθηκε και ίσως αποτελούν την τελευταία σκέψη ή την τελευταία ορμήνια πριν την απόλυτη σιωπή.

        Τα μαθήματα ζωής δεν έρχονται πάντα στην ώρα τους, οι μεγάλες αποφάσεις δεν παίρνονται τυχαία, τα γεγονότα δε συνέβησαν χωρίς εμάς. Για αυτό ενώ τα μάτια ατενίζουν σκυθρωπά το τρένο που πέρασε, ο νους εξακολουθεί εναγωνίως να ψάχνει τα πώς και τα γιατί με μοχλό τη δύναμη της σκέψης και της αμφισβήτησης.

Το τρένο πέρασε

Το τρένο πέρασε
Πριν ένα λεπτό, πριν μια ζωή,
Πριν ένα σταυροδρόμι, πριν μιαν απόφαση
Πριν μάθω καν το μονοπάτι να ξεχερσώνω.
Που καθυστέρησα άραγε,
γιατί στην αποβάθρα είμαι καρφωμένος;

Της αγκαλιάς μου σκόρπιζα απερίσκεπτα τα γιασεμιά
ενώ μονάχος μου τα μάζευα με κόπο
Στεφάνια τα 'πλεκα στο σχήμα της ψυχής μου.
Το ένα το χαμόγελο του αύριο να φωτίζει
Το άλλο κυνηγητό να παίζει με την ελπίδα των παιδιών
Το επόμενο πριν καν προλάβω να το δω φτιαγμένο
μ' ένα χαμόγελο το χάριζα, ούτε θυμάμαι που.

Μαγιάτικα στεφάνια έπλεκα
τα ξένα "θέλω" να μυρώνουν.
Ματσάκια γιασεμιά καρφίτσωνα
τα πέτα αγαπημένων να στολίζουν
Δεξιά ζερβά μερόνυχτα τα μοίραζα
για να γλυκαίνουνε ψυχές περαστικών.

Κι ενώ δεν ξέμεινα ποτέ από γιασεμιά
μια νύχτα έμεινα μονάχος ν' απορώ:
Πώς γίνεται να κρύβει κάποιος μέσα του πηγή
κι ο ίδιος από δίψα να πεθαίνει;
Πώς γίνεται να ιδρώνει τρέχοντας
κι ακούνητα τα πόδια του να μένουν;
Κι ενώ έχουν λιώσει τα καρφιά των παπουτσιών
την κούραση τα πόδια να μη νοιώθουν;

Απορημένος, σκεφτικός στο μισοσκόταδο
καθώς το σφύριγμα του τρένου αργοσβήνει
και η κραυγή κρυμμένη δε θέλει πια να μείνει,
του γίγνεσθαι η μελωδία που τέρπει την ψυχή
για νέο ξεκίνημα παρακινεί
κι η νύχτα ας στέκει ανελέητη εμπρός μου.

Αντώνη ΔΗμητρίου