"Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης
για να βλέπουμε τον κόσμο

αλλά σφυρί για να του δίνουμε σχήμα"

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι


 

2018logotexnia  2018Adimitriou

2018eikastika2018theamata


Σαν σήμερα μια νεκρική πομπή, μια ανθρωποθάλασσα κυρίως από νέους που τόσο αγάπησαν και αγαπήθηκαν από το Γιώργο Σεφέρη μεταβλήθηκε σε μια διαδήλωση, σε ένα ξέσπασμα μίσους, οργής και αγανάκτησης κατά της τυραννίας και της ανελευθερίας που είχε επιβάλλει το καθεστώς των συνταγματαρχών. Ο μεγάλος μας ποιητής, πραγματικό ορόσημο

seferis ImgL

στην εξέλιξη του ποιητικού μας λόγου είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στις 20 Σεπτέμβρη, μέσα στην καρδιά των σκοτεινών χρόνων της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η επέτειος αυτή μας δίνει αφορμή για προβληματισμό, για βαθύτερη γνωριμία, για ένα προχώρεμα σε πράγματα γνωστά ή και γιατί όχι σε μια αναθεώρηση, σε ένα άλλο διαφορετικό κοίταγμα, σε μια αναχαρτογράφηση με νέα δεδομένα.

Οι στίχοι του Σεφέρη ”...διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό.” τραγουδισμένοι από χιλιάδες στόματα έγινε το πρώτο εγερτήριο σάλπισμα λευτεριάς δείχνοντας πως η ποίηση όταν είναι μεγάλη ξεπερνώντας ακόμα και την όποια πρόθεση του δημιουργού της μπορεί να γίνει κτήμα του λαού, να διαπεράσει την ψυχή του και να γίνει αποκούμπι του στα δύσκολα, ορμητήριο για μάχες και εφαλτήριο για πετάγματα υψιπετή. “Όλες οι τέχνες, έγραφε ο δάσκαλος Βάρναλης, πολιτεύονται είτε το ξέρουνε, είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι και η επαναστατική τέχνη πολιτεύεται με τη διαφορά ότι το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική συνήθεια γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας και από αντίδραση στη συνήθεια”. Και η ποίηση του Σεφέρη σαφώς δεν είχε στόχευση επαναστατική, ούτε και ο γράφων διακατεχόταν από ανάλογες ιδεολογικές και πολιτικές προθέσεις. Υπήρξε όμως ένας πραγματιστής, άνθρωπος που με νου, ευθυκρισία, εντιμότητα, ευαισθησία, αίσθηση δικαίου παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα χωρίς να κλείνει τα μάτια σε όσα ξέφευγαν και ξεπερνούσαν το πολιτικό και ιδεολογικό του κοσμοείδωλο, ανοιχτός στην πρόκληση των καιρών. Έχοντας υψηλή συνείδηση του χρέους του απέναντι στην εποχή του έβλεπε την ποίηση ως πράξη ευθύνης, ως πνευματικό προϊόν βασανιστικού κι επίπονου μόχθου που φτιάχνεται με υλικά την ες αεί κατακτημένη γνώση και την αγάπη που συμπορεύεται με την αγωνία για τις ανθρώπινες τύχες. Δεν υπήρξε στρατευμένος, για να χρησιμοποιήσουμε το γνωστό γι αυτό το θέμα όρο, πιστεύοντας πως μέσα από την τέχνη δεν γκρεμίζονται συστήματα ούτε ανατρέπονται καθεστώτα. Δε θεωρούσε πως η τέχνη πρέπει να ξεφεύγει από το ρόλο της και να γίνεται πολιτική ιδεολογία.

Σίγουρα όμως ο Σεφέρης, για να θυμηθούμε αυτά που έγραφε ο Ελύτης για τον Πικάσο, τα έργα του τα ήθελε χρήσιμα, όπως ακριβώς τα καράβια για τους ψαράδες και τα σπιτικά για τους χωρικούς. “Ήθελε να μπορείς να τα κατοικήσεις, να ζεσταθείς στη θέρμη τους, να ταξιδέψεις στην πλώρη τους που βυθίζεται με σιγουριά στο μέλλον.” Δεν έγραφε ποίηση για την ποίηση. Δεν έκανε τέχνη για τους λίγους, τους επαΐοντες, τους ομόγλωσσους, τους πνευματικά μυημένους. Δεν έκανε τέχνη ερμητική, άλογη, ελιτίστικη, αυτοαναφορική, ναρκισσιστικά δυσνόητη. Ούτε όμως και εύκολη με την έννοια να πρέπει “να ξεκουράζει τον κατάκοπο οικογενειάρχη που γυρίζει το βράδυ στο σπίτι του”. Είναι καθαρά διακριτό ότι ο Σεφέρης δε θεωρούσε την ποίηση εύκολη υπόθεση ούτε για τον γράφοντα ούτε για τον αποδέκτη της. Δεν υπάρχει, γράφει, βασιλικός δρόμος, δεν υπάρχει λεωφόρος Συγγρού, που να οδηγεί ίσα στην ποίηση. Αφού γνωρίσει κανείς τα μεγάλα έργα και εξοικειωθεί μαζί τους κάνοντάς τα αίμα και μεδούλι του και αφού καλλιεργήσει μέσα απ' αυτά και δυναμώσει την ευαισθησία του, θα 'ρθει μια στιγμή που μόνος και αβοήθητος από θεούς κι ανθρώπους θα πρέπει να περάσει το σκοτεινό δάσος αφήνοντας πίσω του την αρχική του γνώση. Από την τέχνη του δε ζήτησε τίποτε άλλο παρά να μιλήσει απλά για την υπόθεση του Ανθρώπου :

“Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,

να μου δοθεί ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές,

που σιγά σιγά βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ

που φαγώθηκε απ' τα μαλάματα το πρόσωπό της...”.

Στόχος του μέσα σ έναν κόσμο άναρχο και τραγικά θρυμματισμένο που του λείπουν οι κοινοί προσανατολισμοί και οι κοινές αναφορές να μπορέσει να δημιουργήσει με τον ποιητικό του λόγο μια σιωπηρή συναισθηματική συμφωνία. Να καταφέρει να επικοινωνήσει με ό,τι πιο βαθύ και ουσιαστικό υπάρχει μέσα μας, να εκφράσει την κοινή αίσθηση ζωής, όλα αυτά τα κοινά συναισθηματικά δεδομένα που μας ενώνουν υπόγεια κάνοντας την ποίηση εργαλείο και μέσο για να πλησιάσει ο ένας τον άλλο σε μια προσπάθεια σύμπλευσης και αλληλέγγυας συμπόρευσης πάνω σε κοινούς αξιακούς κώδικες σ΄ ένα δρόμο αυτοπραγμάτωσης και εξανθρωπισμού.

Η τέχνη, για να ξαναγυρίσουμε στο Βάρναλη, ως αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, έχει μέσα της ταξικότητα. Και δε γίνεται αλλιώς, αφού σ' ένα κοινωνικό γίγνεσθαι που αποτελεί πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων αντιμαχόμενων συμφερόντων, καμμιά συνείδηση και πολύ περισσότερο η ευαίσθητη συνείδηση του καλλιτέχνη δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη και αμερόληπτη. Έτσι έρχεται κάποια οριακή στιγμή, που ο δημιουργός που σέβεται τον εαυτό του και το έργο του καλείται αφουγκραζόμενος το βηματισμό της ανθρώπινης ιστορίας να μιλήσει. Μια τέτοια στιγμή λοιπόν ήρθε και για το μεγάλο μας ποιητή μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Αφού για δυο σχεδόν χρόνια απείχε εντελώς από το δημόσιο βίο της χώρας έχοντας δηλώσει ήδη με την περιφρονητική του σιωπή τον αποτροπιασμό του και την αντίθεσή του στο τυραννικό καθεστώς θεωρώντας ότι η σιωπή του δεν ήταν αρκετή και ότι χρέος του πνευματικού δημιουργού είναι η ανάληψη θέσης ευθύνης, προχώρησε σε μια δημόσια διακήρυξη καταγγελίας της χούντας των συνταγματαρχών. Η απάντηση ήταν να του αφαιρέσουν τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή, το δικαίωμα χρήσης του διπλωματικού του διαβατηρίου και να τον διαπομπεύσουν ως ανθέλληνα, όργανο του διεθνούς κομμουνισμού και των ξένων κυβερνήσεων, ξοφλημένο ποιητή και υπεύθυνο για το ξεπούλημα της Κύπρου.

Κάποτε συμβαίνει να εμφανίζεται η αντίφαση η ευαισθησία του δημιουργού και η ικανότητά του να συλλαμβάνει σε βάθος τον εσωτερικό δυναμισμό της κοινωνίας, να δημιουργεί έργο τέτοιας πνοής και δύναμης, που να μπορεί να ξεπερνά και την κοινωνική τάξη από την οποία προέρχεται και την όποια του κοσμοθεωρία. Έτσι και ο Σεφέρης έχοντας αφήσει πίσω του τις συντηρητικές καταβολές του ανέβηκε στο ύψος του πνευματικού δημιουργού, που με το έργο του μπόρεσε και υποστήριξε τις πιο σπουδαίες αλήθειες του ανθρώπου. Αυτές που δημιούργησαν οι αγώνες όλων εκείνων, που εδώ και χιλιάδες χρόνια προσπάθησαν και συνεχίζουν να προσπαθούν προκειμένου να περάσει η ανθρωπότητα από τα πηχτά σκοτάδια της βαρβαρότητας ενός κόσμου, όπου η ανθρώπινη ζωή αποτελεί την πρώτη ύλη εκμετάλλευσης, στον πολιτισμό της ελευθερίας. Γι αυτό και ο λαός δε χάρισε τον ποιητή στους αντιπάλους του αλλά τον τίμησε και τον αγάπησε σαν δικό του άνθρωπο.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση