"Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης
για να βλέπουμε τον κόσμο

αλλά σφυρί για να του δίνουμε σχήμα"

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι


 

2018logotexnia  2018Adimitriou

2018eikastika2018theamata


“Σε δυο αφεντάδες να δουλεύει δεν μπορεί κανείς.“ Κι αν το να δουλεύεις συγχρόνως και μάλιστα καλά σε δυο ξεχωριστά και πολύ απαιτητικά αφεντικά κατά γενική παραδοχή είναι δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο, τί ισχύει για την τέχνη και τους πνευματικούς δημιουργούς; Είναι μπορετό να παράγεται έργο πνοής, έργο αξίας,

afentades ImgL

που να απαιτεί την πιο απόλυτη και ολοκληρωτική αφοσίωση ως πάρεργο και ως παρακολούθημα; Γίνεται να συνυπάρχουν στο δημιουργό δυο διαχωρισμένες ταυτότητες, που η μια να μη γίνεται εμπόδιο στην άλλη; Γίνεται μια ζωή χωρισμένη στα δύο, ένας εαυτός που αγωνίζεται να είναι ολόκληρος και όχι διχοτομημένος; Αυτά τα προβλήματα όχι στη θεωρητική τους εκδοχή αλλά ως καθημερινό βίωμα, ως βάσανο και καταδίκη μιας διαρκούς και υποχρεωτικής αμφισημίας μπορούμε να τα βρούμε συγκεντρωμένα στη ζωή και το έργο του μεγάλου μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη.

        Επικουρίες και προσβάσεις, κοιτάγματα από το παράθυρο που θα μπορούσαν να μας δώσουν μια εικόνα, ένα εργαλείο προβληματισμού για τα παραπάνω, αναζητούμε και παίρνουμε στα Ημερολόγια του Σεφέρη , τα οποία καλύπτουν μια μεγάλη χρονικά περίοδο στη ζωή του από το 1925 ως το 1960. Ήταν το 1926, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα από το Παρίσι, όταν διορίστηκε ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών ξεκινώντας μια μακρόχρονη σταδιοδρομία ως ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος που πήρε τέλος το 1962 ως πρέσβης πλέον της Ελλάδας στο Λονδίνο. Ήδη από τις 25 Αυγούστου του 1925 αρκετά υποψιασμένος ότι η επιστήμη που του διάλεξαν και το επάγγελμα που θα ακολουθούσε, αποφασισμένα από τον πατέρα του διαπρεπή δικηγόρου και κατόπιν πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, όπως συνέβαινε με τους περισσότερους νέους των αστικών οικογενειών, τον οδηγούσαν σε πράγματα που δεν άγγιζαν την ψυχή του και τον απομάκρυναν απ΄ ότι σήμαινε γι αυτόν πραγματική ζωή, έγραφε: “Σε δυο αφεντάδες να δουλεύει δεν μπορεί κανείς”. Κι αργότερα τον Απρίλη του 26 σημείωνε στο ημερολόγιό του: “Αγαπούσα τα γράμματα, την τέχνη. Με έπεισαν όμως πως αν με απασχολούσαν όλως διόλου θα ήταν η καταστροφή μου. Τώρα ξέρω πως στο δρόμο που μπήκα οποιαδήποτε πράξη, όσο επιτυχής και να ναι, δεν έχει τίποτα να κάνει με το αληθινό μου χρέος. ”Το 1927 το ίδιο δυστυχισμένος γράφει εξομολογητικά: “Φρίκη. Πάντα δυο αφεντάδες. Από εδώ όλες μου οι αντιφάσεις. Δε θέλω να γίνω μήτε δικηγόρος, μήτε δημοσιογράφος, μήτε μποέμ. Η μόνη κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω ποιήματα υπομονετικά, πεισματάρικα δουλεύοντας μήνες και χρόνους σαν κινέζος ή μανιακός χειροτέχνης.”

        Και δούλεψε σε δύο αφεντάδες πάντα με το μεγάλο έρωτα για την τέχνη και πάντα με τον καημό της λύτρωσης. Κι ακόμα πιο τραγικό ήταν το να πατάει με το ένα πόδι στον παράδεισο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και στο άλλο να βυθίζεται στο φόβο πως αν τον απασχολούσαν τα γράμματα και η τέχνη, αυτό θα ήταν η καταστροφή του. Έγινε αυτό που δεν ήθελε. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποιος θα ήταν ο Σεφέρης αν αρνιόταν τη διπλωματική καριέρα, που του εξασφάλιζε μια άνετη ζωή με αντάλλαγμα τις οπωσδήποτε υπεύθυνες υπηρεσίες του στις κυβερνήσεις της αστικής τάξης της εποχής. Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει ποιος θα ήταν ο πυρήνας, το κύριο αντικείμενο των ποιημάτων του, αν αντί να συναναστρέφεται από επαγγελματική ανάγκη την αστική πολιτική ηγεσία έβγαζε το ψωμί του δουλεύοντας σαν κινέζος, ή σα μανιακός χειροτέχνης.

        Ο έρωτας για την τέχνη συνοδευόμενος από την αδιάκοπη πεισματική και άοκνη μελέτη της μπορεί να καθορίσει την ποιότητα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το περιεχόμενο όμως της δημιουργίας θα παραμένει σημαδεμένο από τις προσωπικές επιλογές του καλλιτέχνη.

        “Σε δυο αφεντάδες να δουλεύει δεν μπορεί κανείς” πίστευε ο Σεφέρης, που δούλεψε σε δύο αφεντάδες. Να που έτσι τα 'φερε η ζωή που ακόμη κι ένα νομπελίστας να δουλεύει σε δύο αφεντάδες, και να ζει το μαρτύριο που ζουν τόσοι και τόσοι άλλοι, που είτε για βιοποριστικούς είτε για άλλους λόγους δημιουργούν έργα τέχνης. Oi εραστές της τέχνης. Αυτοί που βιώνουν την κατάρα “να τα καταφέρνουν” ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα πράγματα. Κάποιοι καταφέρνουν να ανέβουν το πρώτο σκαλοπάτι της δημιουργίας, και κάποιοι άλλοι μπορεί φτάσουν και πιο ψηλά. Όλοι τους όμως, μικροί, μεγάλοι, επώνυμοι ή ανώνυμοι είναι καταδικασμένοι να καίγονται στην κόλαση του ανολοκλήρωτου έρωτά τους, του μαρτυρίου να υπηρετούν δύο αφεντάδες. Κι αυτή η επιλογή τους σημαδεύει ολόκληρη την καλλιτεχνική τους δημιουργία.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση