"Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης
για να βλέπουμε τον κόσμο

αλλά σφυρί για να του δίνουμε σχήμα"

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι


 

2018logotexnia  2018Adimitriou

2018eikastika2018theamata


Σαν σήμερα στις 3 Αυγούστου του 1973 έφυγε από τη ζωή ένας μεγάλος των ελληνικών γραμμάτων. Ο Ηλίας Βενέζης, ο ραψωδός της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Έχοντας βιώσει την εμπειρία της αιχμαλωσίας του '22, την μαρτυρική επιβίωση στα τάγματα εξόντωσης του μικρασιατικού αντρικού πληθυσμού,τις σφαγές, τις πυρπολήσεις, το “λευκό θάνατο” των ομήρων,

galini ImgLτη βαρβαρότητα του πολέμου έκλεισε μέσα στα βιβλία του όλο το ρεαλισμό των αναμνήσεών του αλλά και την τρυφερότητα, την κατανόηση και τη βαθιά του αγάπη για τον πάσχοντα άνθρωπο ανεξάρτητα από εθνότητα και θρησκεία. Έγραψε αυτά που έζησε και έπαθε. Και το έκανε χωρίς μίσος με το όνειρο και την ελπίδα ότι η λογοτεχνία, όπως έλεγε ο ίδιος,” μπορεί να εξημερώνει, να βοηθά τους ανθρώπους να γίνονται καλύτεροι με το να τους υπενθυμίζει το τί συμβαίνει όταν αποχαλίνονται τα ένστικτα”. Επάνω στην πλάκα του τάφου του στο παλιό μικρό νεκροταφείο του Μόλυβου, όπως είχε ο ίδιος ζητήσει η μόνη λέξη που υπάρχει είναι η “Γαλήνη”. Αυτή, που η πολυτάραχη ζωή του αναζητούσε, αυτή που τελικά οι ξεριζωμένοι από την άλλη όχθη του Αιγαίου κέρδισαν, αφού πρώτα τάβαλαν με τη μοίρα και όλες τις σκοτεινές δυνάμεις της ζωής και βγήκαν νικητές. Στο βιβλίο του “Γαλήνη” , που είναι το βιβλίο της προσαρμογής, της πεισματικής προσπάθειας και τελικά της νίκης του αγωνιζόμενου ανθρώπου, περνάει σαν κόκκινη κλωστή η αλληλεπίδραση του τοπίου και του ανθρώπου. Μέσα από τον αγώνα του ο άνθρωπος για να τιθασεύσει το άγριο και εχθρικό τοπίο, για να αντιμετωπίσει τις σκληρές και ενάντιες συνθήκες αναδιαμορφώνει τον εαυτό του και δημιουργεί τη νέα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα πάνω στην οποία θα κτίσει τη ζωή και το μέλλον του. Με το τοπίο λοιπόν, ως καταγραφέα αυτής της διαδρομής, θα παρακολουθήσουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου το δράμα των ξεριζωμένων, την πάλη του νέου με το παλιό που αντιστέκεται, την τελική συμφιλίωση και ειρήνευση, που οδηγεί τελικά στην αναζητούμενη Γαλήνη. Και δε μιλάμε βέβαια για τη γαλήνη της συνδιαλλαγής και της ενσωμάτωσης αλλά για την ανάσα που είναι απαραίτητη για το ξεκίνημα των νέων αγώνων που θα φέρουν κάποια στιγμή το πραγματικό ζητούμενο, που είναι η ελευθερία και η ευτυχία του ανθρώπου.

 

Το τοπίο στη “Γαλήνη” του Ηλία Βενέζη.

        Ο Βενέζης, συνδέθηκε με μια δραματική στιγμή του Ελληνισμού με τη συμφορά της Μικρασία, που σήμανε το τέλος της μεγάλης Ιδέας και την είσοδο σε μια νέα εποχή. Και συνδέθηκε όχι ως απλός παρατηρητής των γεγονότων αλλά με τις άμεσες τραυματικές του εμπειρίες και την ατομική του περιπέτεια: πρώτα ως αιχμάλωτος και σκλάβος στα εργατικά τάγματα της Ανατολής (Αμελέ Ταμπουρού) ύστερα ως πρόσφυγας που έζησε τον καημό της χαμένης πατρίδας, τέλος ως νοσταλγός προσπαθώντας ν' αναστήσει με τη μνήμη το χαμένο καιρό και το χαμένο κόσμο του.

        Αυτό το τελευταίο, η δραματική δηλαδή προσπάθεια του κυνηγημένου πρόσφυγα να περιμαζέψει ότι του απέμεινε και να ριζώσει στη νέα του πατρίδα με όλες τις κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που αυτό συνεπαγόταν , δόθηκε αριστουργηματικά στη “Γαλήνη” μέσα από την ιστορία της εγκατάστασης μιας ομάδας ξεριζωμένων Μικρασιατών στην άγονη και αφιλόξενη γη της Αναβύσσου και του αγώνα τους για να ριζοβολήσουν και να ξαναβρούν τη χαμένη τους γαλήνη. Τη γαλήνη που είχαν και έχασαν όταν ζούσαν στα ευλογημένα χώματα της Ανατολής, όπου η ζωή ήταν άνετη και πλούσια και ο κάθε άνθρωπος είχε την ψυχική του ηρεμία.

        Ο χρόνος πραγματικός και ιστορικός είναι το καλοκαίρι του 1923. Όλα όσα προηγήθηκαν εν τω μεταξύ είχαν συμβεί με ρυθμούς κινηματογραφικής ταινίας. Πόλεμοι, αιματοχυσίες, σφαγές, εξανδραποδισμοί και το τοπίο στα Βαλκάνια άλλαζε συνέχεια. Τα όπλα και η διπλωματία έκαναν τα σύνορα στην περιοχή μας να μετατοπίζονται διαρκώς. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι έφεραν την Ελλάδα μέχρι το Νέστο ποταμό και ο Α' Παγκόσμιος μέχρι την Ανατολική Θράκη. Η Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων άρχιζε να γίνεται πραγματικότητα. ¨Η άλλοτε κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία συντρίφτηκε, καθώς η έκτασή της από τα 1.709.000 τχμ μειώθηκε στα 170.000 και ο πληθυσμός της από 24. εκατομμύρια κατοίκους στα 10 εκατομμύρια. Κι ενώ το 1919 ο ελληνικός στρατός κατοχής επιβιβάζεται στη Μ.Ασία, οι Τούρκοι με πρωταγωνιστή και ψυχή της αντίστασης το Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (= πατέρας των Τούρκων) αφυπνίζονται εθνικά, αποκηρύσσουν το Σουλτάνο, σχηματίζουν νέα κυβέρνηση και οργανώνουν στρατό για πόλεμο κατά της Ελλάδας. Καθώς όμως οι προ ολίγου σύμμαχοι στρέφονται προς τους Τούρκους, οι οποίοι εξυπηρετούν πλέον καλύτερα τα γαιοπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα, η Ελλάδα μένει εντελώς αβοήθητη και ανίκανη να σηκώσει το βάρος ενός τόσο μεγάλου πολέμου. ¨Έτσι όταν οι πιστώσεις κόβονται από τους Αγγλογάλλους και ο Ελληνικός στρατός καθηλώνεται στο Σαγγάριο, το τέλος είναι πια θέμα χρόνου. Το 1922 στην αντεπίθεση του Κεμάλ το Ελληνικό μέτωπο έσπασε στο Αφιόν Καραχισάρ και ο στρατός άρχισε να υποχωρεί αφήνοντας τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας στο έλεος των Τούρκων. 300.000 σφάχτηκαν και πλήθη προσφύγων έφυγαν κάτω από τρομακτικές συνθήκες για τις απέναντι ακτές. Μεγάλη νύχτα απλώθηκε σ' όλη την Ελλάδα όταν έφτασαν 1.500.000 Έλληνες της Ιωνίας, αυτές οι στρατιές από φαντάσματα και σκελετούς, από ανθρώπους ερείπια, που κάθε σκέψη τους ήταν εφιάλτης και κάθε λόγος τους ήταν θρήνος. Μήνες τραγικοί ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβρης του '22 κι όλοι οι υπόλοιποι του '22 και '23 για όλο μαζί το έθνος και ξεχωριστά για τον καθένα Έλληνα, που ήξερε πόσο δύσκολο ήταν για τη φτωχή ελληνική γη να θρέψει τα τόσα πεινασμένα στόματα, που έβλεπε τη μέρα την αθλιότητα και την απόγνωση στους δρόμους και δε μπορούσε τη νύχτα να κλείσει μάτι. Δυο κόσμοι αδελφοί και χωρισμένοι από πλατιά θάλασσα από φύση διαφορετική και από ανόμοιες πολλές συνήθειες, βρέθηκαν στην ίδια γη και έπρεπε να πιστέψουν ότι μαζί όλα θα τα μπορούσαν καλύτερα. Αυτό ήταν λοιπόν το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, το μεγάλο τοπίο, ο καμβάς στον οποίο ο Βενέζης υφαίνει το μύθο της “Γαλήνης”.

        Η ιστορία της αρχίζει αμέσως μετά την έξωση από τον κήπο της Εδέμ όταν ένα κοπάδι Φωκιανοί πρόσφυγες έρχονται στην άνυδρη ακτή του Ευβοϊκού, την Ανάβυσσο, αποφασισμένοι να πιάσουν ρίζες και να εγκαταστήσουν τους Εφέσιους θεούς τους. Η “Γαλήνη” είναι δηλαδή το βιβλίο της δημιουργικής πράξης, είναι η ιστορία ενός τοπίου που από “κρανίου τόπος” γίνεται τελικά “πεδίο νίκης” εκείνων που σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων κατάφεραν να ξαναβρούν την “ισορροπία που χάθηκε” και να συμφιλιώσουν την ερημιά της Αναβύσσου με τη χάρη των αντικρινών ακτών του Σαρωνικού. 

        Από την πρώτη κιόλας γραμμή του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου δίνεται το πλαίσιο, δηλαδή ο τόπος και ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν τα περιστατικά της ιστορίας. Το σκηνικό -ο τόπος που λέγεται Ανάβυσσος (έρημο μέρος, άγονη γη) προβάλλεται αμέσως και ξεκάθαρα από το συγγραφέα προκειμένου να δώσει το στίγμα του μύθου και να ζωντανέψει τις συνθήκες και την ατμόσφαιρα όπου θα ξετυλιχτεί η δράση, εσωτερική και εξωτερική, της ιστορίας και όπου θα ζήσουν και θα δημιουργήσουν οι ήρωές του βιώνοντας όλα εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά που θα συνθέσουν την πλοκή του έργου. Επειδή για το Βενέζη το τοπίο δε συνιστά κάποιο ουδέτερο τεχνικό στοιχείο, ούτε αποτελεί μόνο σκηνικό διάκοσμο, αλλά συνδέεται ποικιλότροπα με την υπόθεση, τις συναισθηματικές καταστάσεις, το χαρακτήρα και τη μοίρα των προσώπων του, γι αυτό και μπορούμε ν' αντιληφθούμε γιατί βιάζεται να καταθέσει μια πλήρη περιγραφή του χώρου, η οποία θα λειτουργεί πληροφοριακά και συγκινησιακά.

         Σα να δίνει στοιχεία για να γίνει τοπογραφικό διάγραμμα μορφοποιεί στο μυαλό μας το τοπίο αναπαριστώντας το ως την τελευταία του λεπτομέρεια. “Άγονο”, μας λέει, “και άγριο μέρος, αποκομμένο από τον κόσμο χωρίς ούτε ένα δέντρο παρά μόνο σκίνα, βούρλα, αγκάθια και άμμο, κλεισμένο από πίσω με λόφους που αφήνουν ένα μόνο στενό πέρασμα κατά το πέλαγος”. Μόνο με την περιγραφή της σκληράδας του τοπίου, που προοικονομεί τη σκληρή μοίρα των κυνηγημένων προσφύγων, καταφέρνει ο Βενέζης να μας εισάγει στον κύκλο της απελπισίας και της αγωνίας που περίμενε αυτούς τους αποκαμωμένους από τη συμφορά και τον πόνο ανθρώπους. Η άξενη γη που με τα βράχια της και την αρμύρα της ήταν όλο αντίσταση και προδοσία για όποιον αποφάσιζε να την καλλιεργήσει και που έδιωχνε από πάνω της ακόμα και τα σύννεφα αρνούμενη έτσι την ευλογία της βροχής, γίνεται για το συγγραφέα το μέτρο των δυσκολιών και ο πήχυς της αντοχής της ψυχής των ξεριζωμένων σ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρικής οδοιπορίας τους. Η αγριάδα και η ξεραΐλα του τοπίου της Αναβύσσου (“όλες ψάχνουν απεγνωσμένα για τον ίσκιο ενός δέντρου) μαζί με το άπλετο ελληνικό φως που γίνεται σκληρό και εχθρικό, καθώς δεν υπάρχει τίποτα για να το ανακόψει και να το διυλίσει, συνθέτουν το σκηνικό με το οποίο θα πρέπει να αναμετρηθούν και να υπερνικήσουν. Καθώς μάλιστα πρόκειται για ένα ομαδικό δράμα, τα προβλήματα αδυσώπητα και σκληρά αγγίζουν όλους το ίδιο γυρεύοντας όχι ατομικές αλλά συλλογικές απαντήσεις.

         Οι δυσκολίες της εγκατάστασης φαίνεται να μεγαλώνουν καθώς οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται από το φτωχό και κοινωνικά ανοργάνωτο περιβάλλον των γηγενών σαν εισβολείς. Έτσι βλέπουμε το τοπίο να γίνεται πεδίο σύγκρουσης και αιτία αγώνα μέχρι θανάτου ανάμεσα στους ντόπιους, που υπερασπίζονται με αδίστακτο τρόπο τα ζωτικά τους συμφέροντα, που είναι δεμένα με το φτωχό και άγονο αυτό τόπο, και τους πρόσφυγες που διεκδικούν την ίδια γη για να την οργώσουν, να τη σκάψουν, να την πρασινίσουν και να την καρπίσουν. Και είναι αυτή η αιώνια πάλη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο ανάμεσα στη συντήρηση που όλα τα θέλει ίδια και απαράλλαχτα και στην πρόοδο που αγωνίζεται για την αλλαγή και την εξέλιξη. Έμμεσα μ΄ αυτό τον τρόπο προβάλλεται από το συγγραφέα το νεωτεριστικό πνεύμα και γενικότερα η θετική επίδραση που είχαν στην κοινωνική ζωή αλλά και σ΄ όλους τους τομείς της εθνικής δραστηριότητας οι άνθρωποι της Ιωνίας, καθώς δέθηκαν στον εθνικό κορμό κάνοντάς τον πιο δυνατό και σφριγηλό. 

        Ανάμεσα σ΄ αυτό το βιβλικό κοπάδι των αποίκων, που παλεύουν πεισματικά για το καινούργιο θεμέλιωμα, ξεχωρίζει για το δημιουργικό του ένστικτο το σύμπλεγμα των Γλάρων. Άνθρωποι με θάρρος και όραμα, οι οποίοι κινούμενοι με δυναμικότητα και αισιοδοξία συμβολίζουν το θαύμα της ανθρώπινης θέλησης, της δημιουργικής σχέσης με τη γη, της απόλυτης συνέπειας οραματισμού και δράσης, πίστης και πράξης. ¨”Όλος ο τόπος είναι το ίδιο ξερός”, λέει η Ελένη στο Γλάρο για τη γη της Αναβύσσου. Όμως αυτός γνωρίζοντας με τη σοφία του απλού ανθρώπου ότι η ιστορία η δική του και των παιδιών τους θα είναι η ιστορία του τόπου που θα κατοικίσουν, αποφασίζει να ψάξει και να διαλέξει για το σπιτικό τους γη που φέρνει τα χνάρια προηγούμενης ζωής από ανθρώπους που πέρασαν από κει πριν από αυτούς. Και πράγματι η σκέψη και το ένστικτο του Γλάρου τον οδήγησαν σωστά, καθώς η γη που τελικά επέλεξε κρατούσε προφυλαγμένο στα σπλάχνα της πραγματικό θησαυρό, ένα μικρό τυφλό κούρο. Ο αρχαίος κόσμος που αναπαυόταν στα βάθη της γης της Αναβύσσου δένεται έτσι με το δράμα των καινούριων της κατοίκων ενώνοντας το παρόν με το παρελθόν και προβάλλοντας την κοινή ταυτότητα των δύο κόσμων που ζούσανε στις απέναντι όχθες του Αιγαίου. 

        Όμως για το Γλάρο το όνειρο του αιφνίδιου πλουτισμού στηριγμένο στις ανασκαφές αρχαίων αγαλμάτων θα διαψευστεί πολύ γρήγορα. Ο τόπος λες και θέλει να κρατήσει στα έγκατά του κρυμμένους τους θησαυρούς του αντιστέκεται στο βιασμό της αξίνας του Γλάρου και συγκρούεται μαζί του δείχνοντάς του το πιο εχθρικό του πρόσωπο. Το ξεχειλισμένο ποτάμι πνίγει τη γυναίκα του καθώς φύλαγε τον κλεμμένο θεό στο απόμερο κτήμα τους και ο Γλάρος πρώτος από τους ήρωες της “Γαλήνης” θα πληρώσει το φόρο αίματος για την εγκατάστασή του στην αφιλόξενη γη. Το τοπίο γι ακόμα μια φορά γίνεται “τοπίο τιμωρός” λειτουργώντας εχθρικά απέναντι στο ξένο στοιχείο, που εισέβαλε απρόσκλητα διαταράσσοντας τη γαλήνια από αιώνες ηρεμία του.

        Αλλά και οι ντόπιοι Βλάχοι, κομμάτι και αυτοί του αφιλόξενου κι άγριου τοπίου, σκληροτράχηλοι όπως κι η γη που τους γέννησε, ορθώνονται μπροστά στους Φωκιανούς πρόσφυγες απειλητικά και γίνονται πρόξενοι μιας φριχτής τραγωδίας. “Τσιμουδιά μην τύχει και μαθευτεί το τι έγινε ψηλά με τα ρέματα! Αλλιώς τα χουμε σκούρα. Και όλοι συμφώνησαν να μη βγάλουν άχνα για το πως έγινε και σε μια νύχτα φράξαν όλα τα χαντάκια όπου σκορπιζόταν το νερό, μόλις ξεμπούκερνε απ΄ τις ρίζες του λόφου, και το νερό το πήγαν έτσι απ΄ όλες τις μεριές να χυθεί μες στο βαθουλωμένο φαρδύ μονοπάτι που περνούσε μέσα απ΄τα καλύβια της Αναβύσσου”.Έτσι το τοπίο -φύση και άνθρωποι μαζί- αντιστέκεται σθεναρά στη δύναμη της αλλαγής και γίνεται για τους κατατρεγμένους Φωκιανούς η μοίρα τους, που πρέπει να την αντιπαλέψουν και να τη νικήσουν. Μα όταν το κουφάρι της νεκρής Ελένης μπαίνει στο χώμα της Αναβύσσου και ο ξένος άνθρωπος σμίγει με την ντόπια γη και γίνονται ένα, η ψυχή του τοπίου αρχίζει σιγά-σιγά να ημερώνει.

        Ο αγώνας των Φωκιανών προσφύγων αρχίζει να δίνει τους πρώτους του καρπούς. Τα σπίτια τους στήθηκαν δίπλα στη θάλασσα, η γη ξεχερσώθηκε και φυτεύτηκε, ακούστηκαν και τα πρώτα τραγούδια από τα πικραμένα τους χείλη. Ο Γλάρος μετά το θάνατο της γυναίκας του με τη θάλασσα κάνει το καινούργιο του ξεκίνημα. Αυτή του ξυπνάει μέσα του την ζωή. Ταξιδεύει μούτσος, μαζεύει οικονομίες, αγοράζει βάρκα. Και όλα αρχίζουν να φαίνονται ευκολότερα. Η θάλασσα είναι πάντα γι αυτούς τοπίο ζωής και ελπίδας, δύναμη για συνέχεια, θάρρος και αισιοδοξία. Πάνω στα κύματά της ταξιδεύει η μοίρα η δική τους αλλά και ολόκληρης της φυλής. Ακόμα και το αγέρι το θαλασσινό, όταν φυσάει, λειτουργώντας ως μυθικό στοιχείο σκορπίζει το φόβο τους , διαλύει τη θλίψη τους, τους δίνει τη χαμένη δύναμη και αυτοπεποίθηση, τους θυμίζει ποιοι είναι και από που έρχονται.

        Στην ιστορία αυτή πέτρες, βράχοι και βουνά, οι κολώνες του αλατιού, τα πτερωτά και άπτερα, τα ουράνια και τα επίγεια, όλα ως και τα ταπεινά σκουλήκια παίρνουν μέρος άλλοτε λειτουργώντας συμβολικά και άλλοτε προσωποποιημένα για να σχολιάσουν μια κατάσταση ή για να προετοιμάσουν μια εξέλιξη. Η τοπιογραφία, η επιμονή του συγγραφέα στην περιγραφή και στην ανάδειξη του εξωτερικού περιβάλλοντος και γενικότερα του φυσικού στοιχείου, βλέπουμε ότι οδηγεί στην προβολή του ψυχικού τοπίου καθώς παρουσιάζεται η εναγώνια τριβή του εσωτερικού ανθρώπου με τα πράγματα που τον περιβάλλουν και τον καθορίζουν. Ανάλογη είναι και η παρατήρηση του Γιάννη Χατζίνη ότι στο έργο του Βενέζη “οι δεσμοί του ανθρώπου με τον άνθρωπο αποτελούν τη φυσική συνέχεια των δεσμών του με τον τόπο και τη φύση”. Έτσι το τοπίο εκτός από αναγνωριστικά και σκηνογραφικά συμβάλλει και στην υλοποίηση των στόχων του συγγραφέα όσον αφορά τον ψυχολογικό φωτισμό των χαρακτήρων των ηρώων του.

        Ο χιμαιρικός Δημήτρης Βένης, για παράδειγμα, πλασμένος περισσότερο ίσως από τους άλλους ήρωες με τα υλικά της Ανατολής τον παρακολουθούμε να πορεύεται με μια στωική καρτερικότητα κι ένα διαβρωτικό νιχιλισμό, που είναι κοντά στη μοιρολατρία και στην ηττοπάθεια, να δραπετεύει συχνά στο όνειρο και στις τεχνικές οάσεις της φαντασίας του, να δέχεται αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα τα χτυπήματα της μοίρας ακόμη κι αυτόν τον ύψιστο πόνο από το χαμό του αγγελόμορφου κοριτσιού του. Οι αργοί ρυθμοί στους οποίους κινείται αυτή η ψυχολογία του κισμέτ και της αβουλίας που τον χαρακτηρίζει προβάλλει έντονα το σύνδεσμο με το τοπίο της Ανατολής, όπου γεννήθηκε, ανατράφηκε και εξακολουθεί να κουβαλάει μέσα του. Ακόμα και το φύτεμα πάνω στην άμμο του τριαντάφυλλώνα, η μόνη ίσως πράξη του, που έχει μια διάσταση αγωνιστικότητας, είναι κι αυτή συνδεδεμένη με τη ζωή στην Ανατολή, προσκολλημένη σε τόπο και χρόνο παρελθοντικό κι οριστικά χαμένο.

        Αλλά και η Ειρήνη Βένη αναπολώντας τα μυθικά χρόνια της νιότης της, όταν “ωραία πριγκίπισσα του παραμυθιού” με το φύλακα αράπη πάνω στο αμάξι της έβγαινε για να κάνει τον περίπατό της κρατιέται πεισματικά στο παραδεισένιο γι αυτή χθες αρνούμενη να δεχθεί το σκληρό και άδικο σήμερα, όπως επίσης και να ενταχθεί στο τοπίο της εγκατάστασής τους. Και όταν νοιώθει την απομόνωσή της, όταν βλέπει πως ακόμα και ο χιμαιροκυνηγός σύζυγός της είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα, την πίστη του να ανταμείβεται και μόνο αυτή να παραμερίζεται από την ίδια τη ζωή και να περιθωριοποιείται, δυναστευμένη από τον ανικανοποίητο ψυχισμό τους και στην πιο έξαλλη μανία της ξερριζώνει τον τριανταφυλλώνα του άντρα της. Η άρνηση όμως της πραγματικότητας του χρόνου και του τόπου οδηγεί πάντα σε δυσαρμονία, απελπισία και αδιέξοδο. Έτσι με την ιδιόμορφη αυτή γυναίκα, που δεν μπορεί να συνδιαλλάξει μέσα της αυτό που υπήρξε κάποτε μ' αυτό που είναι σήμερα, που δεν επιτρέπει στον τόπο που τώρα κατοικεί να της δώσει τη νέα της ταυτότητα και ιθαγένεια, το τοπίο του παρόντος θα λειτουργεί ως τιμωρός και ασυμφιλίωτος ξένος. Και μόνο όταν η γη θα δεχθεί το σώμα της κόρης της και θα λιπανθεί με το δάκρυ και τον πόνο, τότε ο θάνατος θα φέρει με τρόπο οδυνηρό αυτό που δεν μπόρεσε να φέρει η ίδια η ζωή: την ειρήνευση και εξοικείωση με τον τόπο. Έτσι το τοπίο μπολιασμένο πια με τη μνήμη παύει να είναι ξένο και γίνεται σιγά-σιγά πατρίδα.

        Και καθώς οι μέρες δένονταν με τις νύχτες, ο καιρός κυλούσε λυτρωτικά για τους ανθρώπους της Αναβύσσου, που συνεπαρμένοι από τα φτερά της δημιουργίας έχτισαν μικρές καλύβες που γρήγορα έγιναν μικρά θαλπερά σπιτάκια, άνοιξαν πηγάδια, ύψωσαν ανεμόμυλους, καλλιέργησαν χίμαιρες που απέδωσαν ανθούς, φύτεψαν κλήματα που πρασίνισαν το μικρό τους κάμπο... Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά μια γενιά καινούργια, που σπάρθηκε τις πρώτες δύσκολες ώρες, χωρίς το βάρος από τις οδυνηρές μνήμες του χθες άρχισε το αβέβαιό της βάδισμα. Το τοπίο γαλήνεψε, οι άνθρωποι που το κατοίκησαν ονειροπόλοι και αισιόδοξου μαχητές, κατάφεραν να το δαμάσουν αφού πρώτα βέβαια χτυπήθηκαν από τη μοίρα, ήπιαν τα πικρά φαρμάκια της, μάτωσαν από τα δηλητηριώδη βέλη της. Όμως για το Βενέζη η κάθε στιγμή χαράς και ευτυχίας θέλει την πληρωμή της και η ζωή, αυτό “το μέγα αγαθό και πρώτο” παίρνει νόημα μόνο με τον πόνο. Έτσι οι ξεριζωμένοι Φωκιανοί, αφού έκαναν το χρέος τους προς τη ζωή, αφού πρώτα “πάλεψαν και υπέφεραν πολύ” κατάφεραν στο τέλος να φτάσουν στη Γαλήνη. Κι αυτό έγινε μόνο όταν μπόρεσαν και συμφιλίωσαν το τοπίο του καημού και της νοσταλγίας τους, την όμορφη και εύφορη γη της Ελληνικής Μικράς Ασίας με το τοπίο της άγονης και αρμυρής γης της Αναβύσσου, μόνο όταν το τοπίο της γενέθλιας γης τους ταυτίστηκε σιγά-σιγά με το τοπίο της γης της υποδοχής, μόνο όταν η χαμένη πατρίδα και η καινούργια πατρίδα έγιναν ένα μέσα στις ψυχές τους...

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση