2018texnitext


 

2018logotexnia 2018eikastika 2018theamata


 Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1966, όταν η Ρωμιοσύνη, το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου που ζωντανεύει τους αγώνες του λαού μας στην ιστορική του διαδρομή, γίνεται μουσική, τραγούδι, παιάνας δοξαστικός στα χίλια αυτών για τους οποίους γράφτηκε

romiosini ImgL

 

 και για τους οποίους δημιουργήθηκε. Μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη μέσα σ' ένα βράδυ, «μονορούφι» όπως ο ίδιος λέει, μετά από άγριο ξυλοδαρμό του από την Αστυνομία. «Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο "Κεντρικό", που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη "Ρωμιοσύνη"», σημείωνε αργότερα ο συνθέτης. Το καλοκαίρι του '66 η «Ρωμιοσύνη» πλημμυρίζει το γήπεδο της ΑΕΚ, στη Ν. Φιλαδέλφεια, στην πρώτη λαϊκή συναυλία σε ανοιχτό χώρο. «Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε για να εμποδίσει το λαό να 'ρθει να μας ακούσει...». Η «Ρωμιοσύνη» γίνεται ο ύμνος της πάλης ενός λαού και παίρνει παγκόσμιες διαστάσεις.
        "Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις". Είναι η εκφρασμένη βεβαιότητα του Γιάννη Ρίτσου για το σήμερα αλλά και η διαχρονική βεβαιότητα για την αγωνιστική πορεία ενός λαού που έμαθε να πολεμά στα μαρμαρένια αλώνια για τα πανανθρώπινα ιδανικά της ελευθερίας, της τιμής και της δικαιοσύνης .
Στον αντίποδα του στίχου-θρύλος "τη Ρωμιοσύνη μη την κλαις" βρίσκεται ο στίχος που έγραψε και μελοποίησε τη δεκαετία του '80 ο Μίκης Θεοδωράκης "τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις", που ακούγεται στο “Διόνυσο”. Έχουν γραφτεί διάφορες εκτιμήσεις για την αλήθεια και τη σημασία αυτού του στίχου που δεσπόζει στο έργο και που αναμφίβολα λειτουργεί απαισιόδοξα στις ψυχές.
       Ο μύθος πάνω στον οποίο βασίζεται το έργο μπλέκει το θνητό Διόνυσο που είναι θύμα των Άγγλων και της ελληνικής αστικής τάξης της εποχής στα Δεκεμβριανά μπλέκεται με τον αρχαιοελληνικό Θεό Διόνυσο. Στα μυαλά των αποδεκτών του έργου δεν είναι ξεκάθαρη η μορφή του Διόνυσου. Το μόνο που μένει τελικά στο μυαλό και στην ψυχή των αποδεκτών είναι η απαισιοδοξία. Ο στίχος “τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις” εξυπηρετεί την άποψη των "νικητών", που μόνιμα φλέγονται από την επιθυμία να “ξεμπερδέψουν” με αυτούς που αγωνίζονται για ένα καλύτερο κόσμο να τους αποθαρρύνουν, να τους αποδυναμώσουν και να τους περιθωριοποιήσουν.
Τι ισχύει σήμερα; Χάθηκε η αγωνιζόμενη Ρωμιοσύνη; Την κατάπιαν οι ρεμούλες του τότε ΠΑΣΟΚ ή μιας “αριστεράς” ανίκανης να παρέμβει δυναμικά και να βάλει τη σφραγίδα της στις κοινωνικές εξελίξεις; Να βάζουμε μαύρες πλερέζες κάθε φορά που η αστική τάξη παίρνει τα πάνω της για τον ένα ή τον άλλο λόγο; Το παιχνίδι με άλλα λόγια χάθηκε ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, που μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Ευρώπης το κίνημα βρίσκεται σε ύφεση σε παγκόσμια κλίμακα;

Την απάντηση δίνει ο ποιητής της Ρωμιοσύνης:

"...Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά.
Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.
Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους
καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς
καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ,
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων και των άστρων και των αδελφών.”


        Κι εμείς δε γίνεται παρά να συμφωνήσουμε με τον ποιητή της Ρωμιοσύνης. Γιατί, όταν η ζωή στέκει πάνω από το θάνατο, λάβαρο και έπαθλο μαζί κι όταν οι ώρες στο ρολόι του χρόνου "περπατάνε" φέρνοντας το μέλλον ακόμα κι από το δρόμο το μακρινό όλο και πιο σιμά, τότε το Αύριο το φωτεινό, το Αύριο της νίκης του μαχητή ανθρώπου είναι σίγουρο, αναπότρεπτα και αμετάκλητα θριαμβευτικό.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση