texni-banner

 

Οι απόψεις που εκφράζονται στα άρθρα αποτελούν προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας. Παρατηρήσεις , υποδείξεις, συμπληρώσεις, και διορθώσεις, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σ' αυτή την κατεύθυνση είναι ευπρόσδεκτες.

 


 

...Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που χε τα πάντα αλλάξει;

Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να΄ ναι για μας πλωτός;

Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει

για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα

που ανοίγει τα επουράνια κι ειν΄ όλα βολετά

προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα

την ώρα που του δειλινού χάνονται τ΄ ανοιχτά τριαντάφυλλα.....

seferis 3 ImageFREE

10 Δεκεμβρίου ήταν του 1963, όταν στην τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ στην υπέροχη αίθουσα της βασιλικής Ακαδημίας της Στοκχόλμης ο Σεφέρης γίνεται ο πρώτος Έλληνας που τιμάται με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, την ανώτατη σε παγκόσμια κλίμακα αυτή πνευματική διάκριση, “για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες”, όπως αναφέρει στο σκεπτικό της η Σουηδική Ακαδημία. Το ίδιο βράδυ στο επίσημο γεύμα, που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης για να τιμηθεί ο Έλληνας νομπελίστας, ο Σεφέρης είπε ανάμεσα σε άλλα: “ Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό, παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας δόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται . Δέχτηκε τις αλλοιώσεις, που δέχεται κάθε τι ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: “ Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα”, λέει ο Ηράκλειτος “ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν”... Στην Ελλάδα των ημερών μας η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι θελήσατε να τιμήσετε και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη κι όταν αναβρύζει ανάμεσα σ΄ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τί θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; (…) Η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή, που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο. Απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι αυτήν δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς. (…) Σ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα”.

Με τον άρτιο αυτό λόγο ο ποιητής δεν έδωσε μόνο μια ακέραιη εικόνα της πνευματικής ταυτότητας της χώρας του μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας αλλά και την αναγκαιότητα της διαφύλαξης της ποίησης ως ένα μεγάλο αγαθό για τον κατακερματισμένο σύγχρονο κόσμο μας.

Ανανεωτής του ποιητικού μας λόγου

Ανανεωτής του λυρικού μας λόγου και εκφραστής της τραγικής μοίρας του Ελληνισμού ο Γιώργος Σεφέρης θεωρείται ο νεοκλασσικός της μοντέρνας μας ποίησης, ο κορυφαίος εκπρόσωπος της “γενιάς του 1930”, οδηγός και δάσκαλος όλων των κατοπινών. Μετά απ΄ αυτόν τίποτα πια δεν είναι το ίδιο στον ποιητικό μας λόγο. Όταν το 1931 κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια λιγοσέλιδη ποιητική συλλογή με τίτλο “Στροφή” και όνομα ποιητή Γ. Σεφέρης, κανένας δεν είχε καταλάβει ότι συντελούνταν μια πραγματική στροφή, μια βαθιά αλλαγή σε ό, τι ήταν γνωστό και καθιερωμένο έως τότε. Καθώς απαλλάσσεται ο λόγος από τις προκαθορισμένες φόρμες και τα ψεύτικα στολίδια, τις περιττολογίες και τους άχρηστους βερμπαλισμούς, με όχημα τη συμπύκνωση, την απλοποίηση και τη λιτότητα δημιουργείται μια νέα έκφραση και μια νέα ποίηση. Και εισηγητής αυτής της νέας ποίησης στην ιστορία της νεοελληνική μας λογοτεχνίας γίνεται ο άγνωστος μέχρι τότε νέος ποιητής με το όνομα Γ. Σεφέρης. Από το πρώτο του κιόλας ποίημα το καινούργιο και το διαφορετικό γίνεται αισθητό κυρίως στην έκφραση, που είναι λιτή, δωρική με φρέσκες εικόνες και πυκνές, ελλειπτικές διατυπώσεις που επιτρέπουν και πολλαπλές αναγνώσεις.

ΣΤΡΟΦΗ

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι, που είχα τόσο αγαπήσει

με πρόφταξες ίσια στη δύση σα μαύρο περιστέρι.

Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου, απαλός αχνός ύπνου

στο γέρμα ενός μυστικού δείπνου...

Στοιχείο ακόμα πολύ ουσιαστικό είναι η βασική και επίμονη χρήση του “εμείς” σε αντίθεση με το κυρίαρχο στην ποίηση της εποχής “ εγώ”. Βλέπουμε μάλιστα και σε ποιήματα καθαρά εξομολογητικά το εγώ να διευρύνεται προς το διπλανό και το προσωπικό δράμα να υψώνεται στην καθολικότητα της τραγωδίας. Στον “Ερωτικό λόγο” το γλυκύτατο περιεχόμενο δίνει μια ιδιαίτερη μελωδική γραμμή στους δεκαπεντασύλλαβους, που είναι και από τους ωραιότερους που έχουν γραφεί, αλλά και από τους τελευταίους.

Ρόδο της μοίρας γύρευες να βρεις, να μας πληγώσει

μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί

κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχθηκες να δώσει

κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί...

Στα 1935 που γεννιέται “το Μυθιστόρημα” στην Ελλάδα και σ όλη την Ευρώπη πέφτει χωρίς να βρίσκει αντίσταση ο βαρύς ίσκιος των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο ποιητής καταφεύγει σε καινούργια ταξίδια εξερευνητικά στο μύθο και στην ιστορία. Η έννοια του τραγικού, όπως πρώτοι τη συνέλαβαν οι Έλληνες, ξαναγυρνά ολοένα με βασανιστική επιμονή ως ένα σημείο σταθερό και ως αντίβαρο στην τραγικότητα της εποχής. Η στροφή πια παγιώνεται. Στροφή από τις παραδοσιακές μορφές στίχου με τον εξωτερικό και λυρικό ρυθμό της μετρικής τους προς τον ελεύθερο, πεζολογικό και κουβεντιαστό στίχο με την αυστηρή και εσωτερική ρυθμικότητά του. Το ποιητικό εγώ εκφράζοντας ένα συλλογικότερο εγώ σ΄ ένα μεταίχμιο ομιλίας και σιωπής, ονείρου και πραγματικότητας προσπαθεί να επικοινωνήσει με το αρχαίο κλέος που έρχεται με το βάρος των αιώνων που κουβαλά. Πού θα συναντηθούν οι μοίρες τους;

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια,

που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ΄ ακουμπήσω.

Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο

έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει...

Και ύστερα καθώς έχει αρχίσει ήδη ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος με το Ημερολόγιο καταστρώματος ο ποιητής δίνει μέσα σ ένα κλίμα αγωνίας, “Κάποτε συλλογίζομαι, πως τούτα εδώ που γράφω δεν είναι παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι”, που δεν κρύβει όμως πανικό παρά μόνο τόλμη και αποφασιστικότητα, συγκλονιστικούς στίχους με κορυφαίο το τελευταίο ποίημα της συλλογής το“ Βασιλιά της Ασίνης”. Εδώ ο ποιητής μέσα από τον ξεχασμένο βασιλιά συνειδητοποιεί πως πέραν του παρόντος δεν υπάρχει καμιά άλλη πραγματικότητα ζωής, καμμιά διασφάλιση ή συνέχεια για την ύπαρξή μας, καμιά προσμονή για σωτηρία έξωθεν.

...Κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα,

άγνωστος, λησμονημένος απ΄ όλους κι απ΄ τον Όμηρο

μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα

..........................

ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ την προσωπίδα

Στην επόμενη συλλογή, που έχει τον ίδιο τίτλο “Ημερολόγιο καταστρώματος Β”, ο Σεφέρης που από το 1941 ζει στη Μέση Ανατολή και στη Ν. Αφρική, καθώς ως διπλωμάτης ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση “παραμένοντας εις την αυτήν θέσιν και αναμένοντας διαταγές”, όπως ξερά αναγράφει, μετουσιώνει με πόνο τις εμπειρίες των χρόνων του πολέμου . Πιο σημαντικό ίσως ποίημα ο “Τελευταίος Σταθμός”, που ήταν και το τελευταίο λιμάνι στο δρόμο της επιστροφής προς την ελεύθερη πια πατρίδα.

...Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

...............................................................................

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας

Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ ακούς γλυκότερα κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται

γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει...

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες:

ο Μιχάλης που έφυγε μ ανοιχτές πληγές από το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν τη νύχτα εκείνη που έσερνε το ποδάρι του

μες στη συσκοτισμένη πολιτεία, ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας

Στα σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε..

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά...

Δυο χρόνια αργότερα, αποτραβηγμένος ο ποιητής στον Πόρο γράφει ίσως το πιο αινιγματικό και πιο προσωπικό του ποίημα την “Κίχλη”, από το όνομα ενός καραβιού, βυθισμένου από τους Γερμανούς στο λιμανάκι του νησιού. Παραδομένος πρώτη φορά ύστερα από χρόνια στη μοναξιά και στην περισυλλογή πλανιέται μέσα από τους δικούς του αντιμεταφυσικούς δρόμους στα απόρρητα της ζωής και του θανάτου, στη διπλή υπόσταση της ζωής που γίνεται θάνατος, του φωτός που γίνεται σκοτάδι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,

γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου

δακρυσμένο γέλιο......

Αγγελική και μαύρη μέρα..

Δέκα χρόνια περνάνε, όπου ο ποιητής βρίσκεται και πάλι έξω από την Ελλάδα, για να εκδώσει μια μικρή συλλογή με τίτλο έναν στίχο του Ευριπίδη “Κύπρον ου μ΄ εθέσπισεν”. Στα ποιήματα αυτά μεταπλάθονται ο φυσικός και ανθρώπινος κόσμος του νησιού μέσα από την εμπειρία ενός δράματος, “που όποιες και νάναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής συναλλαγής, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας”, όπως γράφει ο ίδιος. “ Τ΄ αηδόνια δε σ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”, ξεκινά μέσα από τη μουσική γοητεία της μεσογειακής νύχτας ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματα της συλλογής η “Ελένη”, για να καταλήξει σε μια από τις πιο σπαρακτικές κραυγές της νεώτερης ποίησης μας από το στόμα του Τεύκρου, αδελφού του Αίαντα:

Κι ο αδελφός μου;

Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,

τ΄ είναι θεός; τί μη θεός; και τί τ΄ανάμεσό τους;

Η Σεφερική ποίηση είναι γεμάτη Ελλάδα

Μύστης της ελληνικής παράδοσης ιχνηλάτης των αξιών της ο Σεφέρης με το μεστό και ουσιαστικό του λόγο ανέδειξε τη σύγχρονή του Ελλάδα με τις πληγές και τα τραύματά της, την ιστορία, τη γλώσσα της και τα μνημεία της, το ολόφωτο μεσημβρινό τοπίο, “το ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού”, δίνοντας μια καθολική εικόνα του τόπου μέσα από το μοναδικά δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα και να τα αισθάνεται.

Η ποίησή του είναι πρώτα απ όλα “ο τόπος τούτος ο κλειστός”, είναι οι αγώνες και οι αγωνίες ενός λαού που έρχεται από μακριά και πάει μακριά, δεμένα όλα αυτά με την αρχαία παράδοση, αυτή που χάρισε στην οικουμένη αριστουργήματα του Λόγου, που αποκρυστάλλωσε ιδέες υψηλού στοχασμού και καθαρού ανθρωπισμού. Η Ελλάδα του Σεφέρη δεν έχει τη φανταχτερή λαμπρότητα μιας θεώρησης εξωτερικής αλλά μια συνείδηση γεμάτη βάρος και ευθύνη, αδιαίρετη στον τόπο, στο χρόνο και στο ανθρώπινο στοιχείο “με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη”.

Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική”

Η γλώσσα του δημοτική πέρα ως πέρα κατασταλάζει μέσα της όλο το δούλεμα που πήρε η ελληνική λαλιά στην μακρόχρονη ιστορία της από τον Αισχύλο και το Σοφοκλή ως την Κοινή των Ευαγγελίων και από το δημοτικό τραγούδι και τον Ερωτόκριτο ως το Σολωμό και τον Καβάφη.

Βαθύς στοχαστής χωρίς να γίνεται πεσιμιστής

Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής ωστόσο δεν είναι και σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλάει είναι δύσκολη, όμως είναι και καθαρή και απερίφραστη, καθώς μπορεί και πετυχαίνει την καίρια έκφραση με μια απλότητα, που φτάνει ως τη θερμότητα της εξομολόγησης και μια σταθερότητα - σε αντίθεση με την εκφραστική διάλυση της προηγούμενης λογοτεχνικής γενιάς-, που μας επιτρέπει να τον ονομάσουμε κλασσικό . Η ποίησή του δεν είναι χαρούμενη. Θα μπορούσαμε να την πούμε απαισιόδοξη και μελαγχολική. Κουβαλάει τη θλίψη του ανθρώπου, που συλλογίζεται πολύ πάνω στ΄ ανθρώπινα κι ακόμα του Έλληνα με το κατακάθι της πίκρας από τις εθνικές περιπέτειες και τις σύγχρονες πυορροούσες πληγές.

Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στον πεσιμισμό. Για το Σεφέρη από την άλλη πλευρά του σκοταδιού υπάρχει πάντα το φως, μαύρο αλλά και αγγελικό, που βρίσκεται από το μέρος του ήλιου” καθώς θ΄ ανέβει στο τέλος “ασπιδοφόρος πολεμώντας”.

Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη, που προστατεύει από την απελπισία και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων, που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό. “Κατά βάθος, όπως γράφει ο Καραντώνης, είναι η απαισιοδοξία ενός γερού οργανισμού, που δε φοβάται να ψηλαφίσει την αρρώστια του”. Η δύναμη του στοχασμού του, η διαύγεια και η πρωτοτυπία των εικόνων του, ο ομφάλιος λώρος με τον οποίο δένει τον αρχαίο ανθρωπισμό με τις νεοελληνικές αξίες, αυτή η φιλοσοφική διάθεση γύρω απ΄ την ανθρώπινη μοίρα, που γίνεται άλλοτε με ιριδισμούς νεανικής αισιοδοξίας κι άλλοτε με περαστικούς ίσκιους πικρής περισυλλογής, συνθέτουν ένα γοητευτικό έργο μεγάλης πνοής, που τέρπει αισθητικά και ανοίγει δρόμους για να περπατήσει και το μυαλό και η ψυχή.

Πνευματικός οδηγητής

Κι όταν ο ποιητής έφυγε μέσα στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας, όπως είχε γίνει και στην κηδεία του Παλαμά, αφού και οι δυο μεγάλοι μας ποιητές είχαν εκφράσει την Ελλάδα σ΄ ό,τι βαθύτερο και ουσιαστικότερο είχε, μια θάλασσα από λαό και νιάτα πορεύτηκαν μαζί του στο στερνό προς το κοιμητήρι δρόμο τραγουδώντας το “Διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό” Κι ενώ ο ποιητής αποχαιρετούσε τον ουρανό της Αττικής ένα νέο παιδί ξεχωρίζοντας από το πλήθος ζήτησε για λογαριασμό των νέων να μιλήσει απλά, όπως ήθελε κι ο ποιητής, για να του πει, πως όπως αυτός αγάπησε και πίστεψε στα νιάτα, έτσι αγαπήθηκε κι από τους νέους αυτού του τόπου και πως τους στάθηκε πνευματικός οδηγός και δάσκαλός στις κρίσιμες για τον τόπο ώρες. Και είχε δίκιο το παιδί, γιατί ο ποιητής πίστευε στα νιάτα, σ αυτά “τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή τη νύχτα -μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί;...” Σ ένα κόσμο, όπου ο ποιητής θα συμφωνούσε, ότι το μέλλον του είναι “ άδηλον παντί πλην ει θεώ” και ότι “λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ΄ αρέσουν” εμείς με τα δικά του πάλι λόγια θα αντιτάξουμε ότι “καιρός του σπείρειν καιρός και του θερίζειν” γιατί “η μοίρα μας αν και χυμένο μολύβι, μπορούμε και πρέπει να την αλλάξουμε”. 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση