texni-banner

 

Οι απόψεις που εκφράζονται στα άρθρα αποτελούν προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας. Παρατηρήσεις , υποδείξεις, συμπληρώσεις, και διορθώσεις, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σ' αυτή την κατεύθυνση είναι ευπρόσδεκτες.

 


 

O Ναπολέων Λαπαθιώτης άγνωστος σχεδόν στις νεώτερες γενιές, λησμονημένος και αδικημένος ακόμα κι από τις επίσημες ιστορίες της λογοτεχνίας μας υπήρξε ένας από τους καταραμένους” ποιητές των ελληνικών γραμμάτων, καθώς τα ήθη της πουριτανικής και βαθειά υποκριτικής κοινωνίας του ελληνικού μεσοπολέμου δεν μπορούσαν να ανεχθούν την αντισυμβατικότητά του.

Αν και γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, ο πατέρας του στρατηγός και υπουργός στρατιωτικών μετά τη συμμετοχή του στο κίνημα στο Γουδί, η μητέρα του ανηψιά του Τρικούπη, προτιμούσε από το να συναναστρέφεται τους ανθρώπους της τάξης του και τους λόγιους συναδέλφους του να περνάει το χρόνο του με το λαϊκό κόσμο του μόχθου και της βιοπάλης.

Το απλό παιδί που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη

δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί

δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι

τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,

μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει τα ξένοιαστα πουλιά....

Είχε το θάρρος σε εποχές δύσκολες και επικίνδυνες να παρακολουθεί ανοιχτά συγκεντρώσεις των “παράνομων” για το τότε σύστημα εξουσίας και να δηλώνει δημόσια τη συμπάθειά του προς την κομμουνιστική ιδεολογία. Σκανδαλίζοντας το αθηναϊκό κατεστημένο της εποχής και ξεσηκώνοντας εναντίον του το μένος των πανταχού “καθώς πρέπει” πολιτών, καθώς δεν είχε πρόβλημα να ομολογεί και δημόσια την αθεΐα του είχε ζητήσει με επιστολή που έστειλε την 1η Μαίου του 1927 προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών να τον αφορίσει και να τον διαγράψει και επίσημα από “τας δέλτους της ορθοδοξίας”. Αδιαφορώντας για τα κοινώς αποδεκτά και πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις και στα ισχύοντα στερεότυπα δε δίσταζε να δηλώνει αυτό που πίστευε κι αυτό που πραγματικά ήταν.

Τρυφερός αλλά και αιχμηρός, ευαίσθητος και ειρωνικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαζόμενος ερωτικός με το ωραίο, το γήινο και το αληθινό, εχθρικός με τη ρηχότητα και την ανθρώπινη ματαιοδοξία, ανικανοποίητος και ζητώντας πάντα το παραπάνω από τον εαυτό του, συνέδεσε μέσα από την προσωπική του τραγωδία τη μοίρα του με τη μοίρα του αγωνιζόμενου ανθρώπου.

Η σχέση του με την κομμουνιστική ιδεολογία ξεκίνησε νωρίς. Ήδη από το 1920 συνεργάζεται με το Ριζοσπάστη, στον οποίο και δημοσιεύει αντιπολεμικά διηγήματα, τα οποία και τον κατατάσσουν στον πρώτο αντιπολεμικό συγγραφέα της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας. Το 1932 ανεβαίνει στο περιοδικό “Νέοι Πρωτοπόροι” το πεζό ποίημά του “Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου” Και στις 23 Νοεμβρίου του 1932 διαβάζουμε σε κάποιους από τους στοχασμούς που έχουν βρεθεί στα χαρτιά του: ''Η κομμουνιστική κοινωνία είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ΄ αυτό δεν της απομένει παρά να επιστρέψει στο σκοτάδι και την αποκτήνωση”. Πολύ πιο πριν όμως, στις 13 Ιουνίου του 1921 είχε δημοσιευτεί στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη επιστολή του ποιητή, στην οποία δηλώνει “γυμνά και χωρίς προσχήματα” ότι ανήκει στις τάξεις των στρατιωτών, που παλεύουν για τον μεγάλο σκοπό . Γράφει:

Καλέ μου Ριζοσπάστη,

Σε παρακολουθώ ολοένα και με πιστή συμπάθεια από τότε που παρουσιάσθης κι εγκαινίασες τη φλογερή πολεμική σου εναντίον της κοινωνικής αθλιότητας και της βλακείας που μας περικυκλώνει. Σε θεωρούσα πάντα σαν ένα τίμιο φίλο κι ένα εντευκτήριο μαζί κοινό όλων εκείνων των ανθρώπων που ζουν πνευματικά και θέλουν την διάνοιά των υπεράνω των καθημερινοτήτων, λυπημένος που δεν μπόρεσα ως τα τώρα να αναμιχθώ ενεργότερα στη δράση σου. Κάθε μέρα όμως που περνά βλέπω πως τα πράγματα βαδίζουν ραγδαιότερα και πλέον επιτακτικά. Εκείνο που προχθές ήταν μια ευγενική διάθεσις και χθες μια ωραία προσπάθεια σήμερα πλέον αποβαίνει μια ανάγκη σιδηρά. Όπως κι αν κάμομε, προς οποιοδήποτε δρόμο κι αν στραφούμε, το ίδιο πρόβλημα προβάλλει απ' όλες τις μεριές και μας ζητεί μια λύση. Οθενδήποτε και αν ορμώμεθα οι μεν από τη φυσική πνευματική ευγένειά τους, οι δε από την άμεσον ανάγκη της λυτρώσεως, σήμερα συναντώμεθα όλοι επί ταυτόν. Ο σκοπός επείγει. Μ' αυτό το γράμμα θέλω να σου διαπιστώσω ότι ανήκω ολόψυχα στις τάξεις των θερμών στρατιωτών σου, πρώτη φορά χωρίς προσχήματα σ΄ εκείνους που παλαίουν για τον σκοπόν. Με την ελπίδα πως θάρθει μια μέρα καθώς όλοι να χρησιμοποιηθώ επίσης στον Αγώνα.

Σε χαιρετώ με το μέτωπο ψηλά

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ”

Το 1943 ο Λαπαθιώτης συνδέθηκε με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής Εξαρχείων κι έδινε στο σπίτι του πολλές φορές καταφύγιο σε καταδιωκόμενους ΕΛΑΣίτες ενώ πρόσφερε για τον αγώνα και τα όπλα του στρατιωτικού πατέρα του.

Στο ποιητικό του έργο υπήρξε θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ και είχε δεχτεί επιρροές από το συμβολισμό και τον αισθητισμό, λογοτεχνικά ρεύματα που κυριαρχούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νουμάς και Ηγησώ, στο οποίο μάλιστα ήταν ιδρυτικό μέλος μαζί με τον Βάρναλη, τον Καρβούνη κ.α.,καθώς και με τη “Νέα Εστία”, όπου και δημοσίευσε μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου. Εκτός από ποιήματα έγραψε πάνω από εκατό πεζογραφήματα, διηγήματα, επιφυλλίδες, κριτικά και αισθητικά κείμενα. Η μόνη ποιητική συλλογή που δημοσιεύτηκε ενώ ζούσε ήταν το 1939, ενώ μετά το θάνατό του ο Άρης Δικταίος εξέδωσε το 1964 τα ποιήματά του. Ο Λαπαθιώτης ανήκοντας στη διάδοχη του Παλαμά ποιητική γενιά, τη γενιά που ακολουθούσε τη γενικότερη γραμμή του γαλλικού συμβολισμού και είχε στρέψει την προσοχή της στο εσωτερικό κόσμο και την εμπειρία του ατόμου, με την ευαισθησία που τον διέκρινε ως ποιητή και σκεπτόμενο άνθρωπο βλέπει την απογυμνωμένη από αξίες και οράματα κοινωνία της εποχής του και αντιμετωπίζει με υπαρξιακό άγχος την πιθανότητα να κυβερνάται ο κόσμος από ενεργά εχθρικές δυνάμεις. “Μου φαίνεται νάμαστε όλοι στη ζωή σε ένα αδιάκοπο καρναβάλι με το πλαστό ρούχο του κορμιού μας και την αιώνια μάσκα της μορφής μας - με την τραγική διαφορά ότι τούτα δεν τα βγάζουμε ποτέ. Και γι αυτό πεθαίνουμε μια μέρα χωρίς ποτέ να γνωριστούμε...”. Η σκεπτικιστική του στάση απέναντι στις καθιερωμένες αξίες και γνώμες, η αποστασιοποίησή του από ένα περιβάλλον, που το νοιώθει εχθρικό προς αυτόν και αρρωστημένο, η σαρκαστική θέση που παίρνει ακόμα και προς τον ίδιο του τον εαυτό και το έργο του,

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα της ζωής

και της τέχνης σου το δράμα

σ΄ ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο

μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις

πώς πρέπει μεταξύ τους να τις πλέξεις

και πώς μαζί να σμίξεις κάποιους ήχους

ώστε να κλείσεις τ΄ Όνειρο σε στίχους.”

τον οδηγεί σε μια γενικότερη άρνηση κι αυτής ακόμα της ζωής.

      Είμαι τόσο κουρασμένος απ' τα λόγια τα ειπωμένα

      κι απ' τα λόγια που θα πούμε κι απ' τους άλλους κι από μένα

      κι απ' το κάλεσμα του στίχου με το μάταιο λυρισμό, 

      που η ψυχή μου δεν ελπίζει, παρά μόνο στο Λιμάνι

      και στο σάλπισμα της Μοίρας, που μια μέρα θα σημάνει τον αιώνιο Γυρισμό.

      Τότε μόνο λυτρωμένος απ της γης την ιστορία, 

      μες των κόσμων και των άστρων την ατέρμονη πορεία

      το Τραγούδι το μεγάλο, που ποτέ δεν έχω γράψει 

      το στερνό μου το Τραγούδι, σα μια δόξα που θ ανάψει τότε

       μόνο θα γραφεί!

και τελικά στην απόγνωση

      Λυπήσου εκείνους που πονούν βουβά κι ανώφελα για κάτι

      και παίρνουν για να λησμονούν της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι. (...)

      Λυπήσου αυτούς, που μια φορά με φτερά ζούσαν και τα χάνουν 

      και δεν τους μένει άλλη χαρά παρά η χαρά πώς θα πεθάνουν

και στην αυτοχειρία. 

      “ ... Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο 

      μόνος έζησα του κάκου- κι όπως ήρθα και θα φύγω.

      Τ΄ είναι για τους άλλους τάχα ο χαμός ενός ανθρώπου

      -κι όπως ήρθα και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου.”

Ο Λαπαθιώτης υπήρξε μια παραγνωρισμένη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Περιθωριοποιημένος και λόγω της πολυκύμαντης, αντισυμβατικής και προκλητικής για την αστική ευπρέπεια ζωής του και λόγω της δηκτικής ειρωνείας με την οποία αντιμετώπιζε μια κοινωνία που είχε εξορίσει και τα ιδανικά και τη θέληση ν΄ αλλάξει. Όμως το έργο του, με το οποίο πειραματίστηκε τόσο σε ποικίλες μορφές λόγου αξιοποιώντας τις διαφορετικές δυνατότητες του κάθε κειμενικού είδους όσο και σε όρους κατασκευής και αναθεώρησης της ποιητικής γλώσσας, τον κατατάσσει στους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής κι αξίζει πραγματικά να το γνωρίσουμε, όπως αξίζει να γνωριστούμε καλύτερα και με το δημιουργό του, αυτόν τον ιδανικό αυτόχειρα που “είχε έρθει να ψάλλει τ΄ ώριο το φως ” και τον “συνέτριψε το Φως γιατί είδε προς το Φως και τον συνέτριψε η Ζωή γιατί μέθυσε από Ζωή...”    

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση