provlimatismoi top banner 2019

Φυλακή δεν είναι μόνο στενοί τοίχοι και μικρά παραθυράκια με σίδερα. Είναι και τα τείχη που χτίζουμε οι ίδιοι γύρω μας με άυλα υλικά, όπως η άγνοια, η ημιμάθεια, οι προκαταλήψεις.

Ήταν 14 του Ιούλη του 1789, όταν ξεκίνησε μια επανάσταση που θα σηματοδοτούσε το τέλος μιας εποχής που είχε κρατήσει αιώνες και το άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα από μια κατώτερη ιστορική βαθμίδα εξέλιξης σε μια ανώτερη.

   Και να που ξαφνικά ταράζονται τα ήρεμα νερά. Εκεί που πριν λίγα χρόνια ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός χρησιμοποιούσε το “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” τώρα πέφτει σε σκεπτικισμό. Ξύπνησε μέσα του ο φόβος μιας μαζικής παγκόσμιας αφύπνισης.

«Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά

Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί μια ιστοριούλα που αφορά ένα δημοσίευμα της αμερικάνικης τοπικής εφημερίδας The Washington Post, που όπως διαβάζουμε είχε σκοπό να επισημανθεί η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη πραγματική αξία που έχουν πρόσωπα και πράγματα και σ’ αυτήν που έχουν “τα προϊόντα με ετικέτα”, τα “επώνυμα”, όπως συνήθως λέμε.

Τίτλος

 Αλληλεγγύη, ο πρώτος όρος της σωτηρίας

Δημιουργός

 Δημήτρης Γληνός

Δυο λόγια  Δημήτρης Γληνός. Ο επαναστάτης δεν γεννιέται... Γίνετα!.

 

 allileggii ImageFREE

Στην εποχή της κρίσης και των μνημονίων, που καλπάζει η ανεργία, η φτώχεια και η εξαθλίωση, γινόμαστε μάρτυρες κάποιων φαινομένων που με μια πρώτη ματιά φαίνονται ανεξήγητα. Εργαζόμενοι στο ιδιωτικό τομέα όχι μόνο δεν δείχνουν την αλληλεγγύη τους στους εργαζόμενους στο δημόσιο αλλά τους θεωρούν χαραμοφάηδες, δυνάστες και υπαίτιους για τα βάσανά τους. Αντίστροφα εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα αισθάνονται τη ζεστασιά κάποιων κεκτημένων και θεωρούν ότι δεν τους αφορούν τα προβλήματα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Χειρότερα: Χαλυβουργοί δεν συμπαραστέκονται στους αγώνες χαλυβουργών άλλων εργοστασίων. Χειρότερα ακόμη: εργάτες στο ίδιο εργοστάσιο δεν συμπαρίστανται σε απολυμένους συναδέλφους τους θεωρώντας ότι αυτοί “τη γλύτωσαν”. Κι ακόμη χειρότερα: Εργαζόμενοι και απολυμένοι με τσακισμένη αξιοπρέπεια και καταρρακωμένο ηθικό αισθάνονται ευγνωμοσύνη για τα ψίχουλα ελεημοσύνης που τους προσφέρουν οι υπαίτιοι της δυστυχίας τους.

Η μοιρολατρία, ο φόβος, ο ωχαδερφισμός δεν βρίσκονται στο DNA του ανθρώπου. Η φτώχεια δεν είναι η τιμωρία των ανίκανων, ούτε η κατάντια των άτυχων. Η δυστυχία υπάρχει επειδή ο συσσωρευμένος πλούτος δε βρίσκεται στα χέρια αυτών που τον παράγουν αλλά στα χέρια αυτών που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη εργασία. Η ελεημοσύνη που προσφέρουν οι κυβερνητικές ταχυδακτυλουργίες και δήθεν Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις συντηρούν την εξαθλίωση, την διαιωνίζουν και πολτοποιούν την ψυχή και το μυαλό τόσο αυτών που δέχονται όσο και αυτών που προσφέρουν την ελεημοσύνη.

Ο μεγάλος δάσκαλος Δημήτρης Γληνός μας δείχνει το μίτο της Αριάδνης που πρέπει να κρατήσουμε για να βάλουμε μια και καλή τέρμα στη δυστυχία και την εξαθλίωση, βαδίζοντας σφιχτά ο ένας πλάι τον άλλον, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια να ατενίζουν με σιγουριά το αύριο. Ας θυμηθούμε την υποθήκη που μας άφησε:

Μέσα σ΄ αυτή τη φοβερή στιγμή της παγκόσμιας κρίσης πλήθυνε το κακό, που ήτανε πάντα πολύ, μεγάλωσε η αθλιότητα των απαθλιομένων ανθρώπων. Ο εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικροεπαγγελματίας, ο υπάλληλος ζούνε μέσα σε μια αδιάκοπη αγωνία. Από τη μια βλέπουνε το πενιχρό τους μεροδούλι να γίνεται κάθε μέρα λιγότερο, τη στιγμή που όλα ακριβαίνουν ή βλέπουνε τα λιγοστά προϊόντα του ολόχρονο μόχθου τους να μένουν απούλητα ή να πουλιούνται σε τιμές εξευτελιστικές. Από την άλλη κάθε μέρα κρούει την πόρτα τους το σκιάχτρο της αναδουλειάς με τη συντρόφισσά της την πείνα. Και σ΄ όσα σπίτια μπει μέσα το μεγάλο κακό ρημάζουνε πια.

Άγριος πόλεμος κοινωνικός έχει ξεσπάσει και οι πεινασμένοι διεκδικώντας τα πιο απλά δικαιώματά τους στη ζωή, γίνονται θύματα από τούτη την πλευρά....

Απέναντι στην απέραντη τούτη τραγωδία, που πλημμυρίζει τα σκοτεινά υπόγεια και τις υγρές αυλές μέσα στις πολιτείες , τα χαμόσπιτα των συνοικισμών και τις καλύβες της αγροτιάς σ΄ όλη τη χώρα, η βοήθεια που η επίσημη και ιδιωτική φιλανθρωπία καταπιάνεται να δώσει δεν είναι ούτε σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι. Τα ελατήριά της άλλως τε δεν είναι καθαρά. Για να υπάρχει της χρειάζεται να υπάρχουνε θύματα. Ο φτωχός εργαζόμενος λαός, που είναι το θύμα και τα παιδιά που είναι διπλά θύματα, πρέπει να ζητήσουνε και να βρούνε τη βοήθεια και την απολύτρωση από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Δεν πρέπει να περιμένουνε τη σωτηρία τους από την άλλη πλευρά. Και του πιο αδύνατου η δύναμη διπλασιάζεται. Όταν ενώσει τη λιγοστή του μπόρεση με την προσπάθεια των συντρόφων του. 'Όταν ο εργάτης, ο αγρότης, ο φτωχός εργαζόμενος λαός νιώσει μιαν ολοκληρωτική αλληλεγγύη να τον ενώνει με όλους τους συντρόφους του στη δυστυχία και μέσα στα σύνορα της χώρας κι έξω απ αυτή σ΄ όλες τις χώρες της γης κι όταν κινηθεί ομόψυχα και ολόψυχα να βοηθήσει τον εαυτό το και τους άλλους, τότε θα βρει το δρόμο της ανακούφισης και της σωτηρίας,

Αλληλεγγύη των δυστυχισμένων! Να το σύνθημα μιας καινούργιας δράσης,που μπορεί να φέρει τα πιο χειροπιαστά αποτελέσματα. Αλληλεγγύη οργανωμένη, ενεργητική ζωντανή , θετική και έμπρακτη, είναι ο πρώτος όρος της σωτηρίας.

Η εργατική τάξη, το πιο οργανωμένο και το πιο συνειδητό κομμάτι του εργαζόμενο λαού, πρέπει να βαδίσει πρώτη το δρόμο αυτό στην ολότητά της. Αλληλεγγύη και ενότητα. Και μαζί με τον εργαζόμενο φτωχό λαό πρέπει να βαδίσουν όσοι νιώθουν τον εαυτό τους αλληλέγγυο με κείνους, που αγωνίζονται για την απολύτρωση, όσοι νιώθουν και όσοι πονούν. Ελάτε να οργανώσουμε την αλληλεγγύη σε τούτο τον τομέα. Να βοηθήσουμε το ξύπνημα και τη συνειδητοποίηση της αλληλεγγύης ... Η αλληλεγγύη των εργαζομένων κάνει θάματα. Μα και το πιο μικρό βήμα που μπορεί να γίνει απάνω σε τούτο το σωστό δρόμο, θα έχει τεράστια σημασία. Γιατί θα ξυπνήσει τη συνείδηση του σκοτεινού δρόμου σε χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους. Όσοι μπορούν, όσοι θέλουν, όσοι νιώθουν, ας κινηθούν. Τώρα είναι η στιγμή. Κάθε μέρα που περνάει θέτει τα προβλήματα οξύτερα και επιτακτικότερα...”

kommuna2 ImgL

         “To Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η Ιστορία στον πάσσαλο της ατίμωσης, απ΄ όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους”
Καρλ Μαρξ

          Σαν σήμερα έπεσε η αυλαία της επαναστατικής απόπειρας της εργατικής τάξης του Παρισιού να εγκαθιδρύσει τη δική της εξουσία και σαν σήμερα ακριβώς στις 28 Μαίου το επαναστατημένο προλεταριάτο πνίγεται στο αίμα από την κυβέρνηση του Λουί Τιερ. Όλος ο αστικός κόσμος, όλες οι δυνάμεις της διεθνούς αντίδρασης,, Βερσαλλιέροι και Γερμανοί εισβολείς, ενώθηκαν κατά της Κομμούνας, που αποτελούσε γι αυτούς τον κοινό τους κίνδυνο, και πολιόρκησαν μαζί το Παρίσι. Τελικά την Κυριακή 28 Μαίου 1861 η Κομμούνα έχει οριστικά καταρρεύσει. Οι νικητές μετέτρεψαν την πόλη σ΄ ένα λουτρό αίματος. Όσοι συμμετείχαν στις μάχες ή βρίσκονταν στο λάθος μέρος το λάθος χρόνο δολοφονούνται. Συνολικά περισσότεροι από 30.000 Παριζιάνοι έχουν σκοτωθεί. Περίπου 50.000 συλλαμβάνονται. Δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές πιάνονται αιχμάλωτοι, καταδικάζονται σε φυλάκιση ή στέλνονται στην εξορία. Η τρομοκρατία που ακολουθεί, ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών κομμουνάριων και των υποστηρικτών τους σε 100,000 συνολικά. Εικοσιδύο στρατοδικεία λειτουργούνε μέρα-νύχτα καταδικάζοντας και στέλνοντας στο θάνατο χιλιάδες μαχητές της ελευθερίας. “Η τάξη, η δικαιοσύνη, ο πολιτισμός επιτέλους νίκησαν..Η γη είναι στρωμένη με τα πτώματα των εχθρών μας...” τηλεγραφεί ο Τιερ στους Νομάρχες καθησυχάζοντάς τους. Και οι κομμουνάριοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που έπεσαν στα οδοφράγματα, που τουφεκίστηκαν στους τοίχους, που δικάστηκαν στα στρατοδικεία, που εξορίστηκαν κι εκτελέστηκαν, άφησαν τη ζωή με την πίστη ότι η κόκκινη σημαία της Κομμούνας σύντομα θα υψωθεί κι ότι οι νικητές θα γίνουν οι ηττημένοι του αύριο..
“...αυτο;i μας αλυσόδεσαν, για τα σίδερα υπάρχουν όμως λίμες
και σαν οι αλυσίδες πέσουν από τα κορμιά μας
μ΄αυτές τα κεφάλια των νικητών θα σπάσουμε...”
Paul Verlain
 

 

Ο Λένιν για την Κομμούνα


ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ
Από τη “Ραμπότσαγια Γκαζέτα” αρ. Φύλλου 4-5, 15 (28) Απρίλη 1911

        (...) Σύμφωνα με τα καθιερωμένα το γαλλικό προλεταριάτο (...) στο τέλος του Μάη θα καταθέσει ξανά στεφάνια στους τάφους των κομμουνάριων που εκτελέστηκαν, των θυμάτων της φοβερής “βδομάδας του Μάη” κι επάνω στους τάφους τους θα δώσει και πάλι πάλι όρκο να παλέψει ακούραστα ως τον πλήρη θρίαμβο των ιδεών τους, ως την πλήρη αποπεράτωση του έργου που άφησαν κληρονομιά. Αλλά γιατί το προλεταριάτο όχι μόνο το γαλλικό αλλά και όλου του κόσμου, τιμά στο πρόσωπο των αγωνιστών της παρισινής κομμούνας τους προδρόμους του; Και ποια είναι η κληρονομιά της κομμούνας;

        Η Κομμούνα γεννήθηκε αυθόρμητα: Κανένας δεν την είχε προετοιμάσει συνειδητά και σχεδιασμένα. Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, τα βάσανα τον καιρό της πολιορκίας, η ανεργία στις γραμμές του προλεταριάτου και η καταστροφή της μικροαστικής τάξης, η αγανάκτηση των μαζών ενάντια στις ανώτερες τάξεις και ενάντια στις αρχές που είχαν δείξει πλήρη ανικανότητα, ο υπόκωφος αναβρασμός στους κόλπους της εργατικής τάξης, που ήταν δυσαρεστημένη με την κατάστασή της και επιδίωκε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, που αποτελούσε κίνδυνο για την τύχη της δημοκρατίας, όλα αυτά και πολλά άλλα μαζεύτηκαν, με αποτέλεσμα να σπρώξουν τον πληθυσμό του Παρισιού στην επανάσταση της 18ης Μάρτη, η οποία παρέδωσε απροσδόκητα την εξουσία στα χεριά της Εθνοφρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης, που είχε προσχωρήσει σ' αυτήν. Αυτό ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία. Ως τότε η εξουσία βρισκόταν συνήθως στα χέρια των τσιφλικάδων και των κεφαλαιοκρατών, δηλαδή σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, που συγκροτούσαν τη λεγόμενη κυβέρνηση. Ύστερα όμως από την επανάσταση της 18ης Μάρτη, όταν η κυβέρνηση του Θιέρσου με το στρατό της, την αστυνομία και τους υπαλλήλους της έφυγε από το Παρίσι, ο λαός έμεινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε στο προλεταριάτο. Στη σημερινή όμως κοινωνία, το προλεταριάτο, που οικονομικά είναι υποδουλωμένο στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά, αν δε σπάσει τις αλυσίδες του που το κρατούν δεμένο στο κεφάλαιο. Και να γιατί το κίνημα της Κομμούνας όφειλε να πάρει αναπόφευκτα σοσιαλιστική χροιά, δηλαδή να επιδιώξει την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την καταστροφή των θεμελίων του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.

        Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν πάρα πολύ μπερδεμένο και ακαθόριστο. Προσχώρησαν σ' αυτό και πατριώτες που έλπιζαν ότι η Κομμούνα θα ξαναρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς και θα τον φέρει σε νικηφόρο τέρμα. Το υποστήριξαν και οι μικροί καταστηματάρχες που τους απειλούσε η καταστροφή αν δε δινόταν αναστολή στην εξόφληση των γραμματίων και στην καταβολή των ενοικίων (η κυβέρνηση δεν ήθελε να δώσει αυτή την αναστολή, όμως η Κομμούνα την έδωσε). Τέλος, στις αρχές το συμπαθούσαν εν μέρει και οι αστοί δημοκράτες που φοβούνταν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση («η χωριατιά», οι άξεστοι τσιφλικάδες) θα επαναφέρει τη μοναρχία. Τον κύριο όμως ρόλο στο κίνημα αυτό τον έπαιζαν, φυσικά, οι εργάτες (ιδίως οι χειροτέχνες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους τα τελευταία χρόνια της 2ης Αυτοκρατορίας είχε γίνει δραστήρια σοσιαλιστική προπαγάνδα και πολλοί απ' αυτούς ανήκαν και στη Διεθνή.

        Μόνον οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Κομμούνα. Οι αστοί δημοκράτες και οι μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ' αυτήν: τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικός -σοσιαλιστικός, ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν, όταν είδαν ότι ήταν καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και ακούραστα τη δική τους κυβέρνηση, μόνο αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι' αυτήν, δηλαδή για την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των εργαζομένων.

        Εγκαταλειμμένη από τους χτεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη, η Κομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Όλη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες, οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές ενώθηκαν εναντίον της. Η αστική αυτή συμμαχία, που υποστηριζόταν από τον Μπίσμαρκ (αυτός απελευθέρωσε από τη γερμανική αιχμαλωσία 100.000 Γάλλους φαντάρους για να υποτάξουν το επαναστατημένο Παρίσι), πέτυχε να ξεσηκώσει τους καθυστερημένους αγρότες και την επαρχιακή μικροαστική τάξη ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο και να κυκλώσει το μισό Παρίσι μ' ένα σιδερένιο κλοιό (το άλλο μισό ήταν μπλοκαρισμένο από το Γερμανικό στρατό). Σε μερικές μεγάλες πόλεις της Γαλλίας (Μασσαλία, Λυών, Σεντ - Ετιέν, Ντιζόν κ.ά) οι εργάτες έκαναν επίσης απόπειρες όμως αυτές κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία. Και το Παρίσι, που ύψωσε πρώτο τη σημαία της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του μόνο δυνάμεις και καταδικάστηκε σε σίγουρη καταστροφή. 

        Για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Το 1871 όμως και οι δύο αυτοί όροι δεν υπήρχαν. Ο γαλλικός καπιταλισμός ήταν ακόμη αδύνατα αναπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε χώρα κυρίως των μικροαστών (βιοτέχνες, αγρότες, καταστηματάρχες κ.ά). Από την άλλη μεριά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε προετοιμασία και μακρόχρονη εξάσκηση της εργατικής τάξης που στη μεγάλη πλειοψηφία της δεν καταλάβαινε και πολύ καθαρά τα καθήκοντά της και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Δεν υπήρχε ούτε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε μαζικά συνδικάτα και συνεταιριστικές ενώσεις...
Το βασικό όμως που έλειψε από την Κομμούνα ήταν ο χρόνος, η ελευθερία να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση και να καταπιαστεί με την εφαρμογή του προγράμματός της. Δεν πρόφτασε η Κομμούνα ν' αρχίσει το έργο της, και η κυβέρνηση, που είχε εγκατασταθεί στις Βερσαλλίες, άρχισε, με την υποστήριξη όλης της αστικής τάξης, τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στο Παρίσι. Και η Κομμούνα έπρεπε να σκεφτεί πρώτ' απ' όλα για την αυτοάμυνά της. Και ως το τέλος, που επήλθε στις 21 - 28 του Μάη, δεν είχε καιρό να σκεφτεί σοβαρά για τίποτε άλλο.

        Ωστόσο, παρά τις τόσο δυσμενείς συνθήκες, παρά την ολιγόχρονη ύπαρξή της, η Κομμούνα πρόφτασε να πάρει κάμποσα μέτρα, που είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν το πραγματικό της νόημα και τους πραγματικούς της σκοπούς. Η Κομμούνα αντικατέστησε το μόνιμο στρατό, το τυφλό αυτό όργανο στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων, με το γενικό εξοπλισμό του λαού: θέσπισε το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, κατάργησε τον προϋπολογισμό των θρησκευμάτων (δηλαδή τη μισθοδοσία των παπάδων από το κράτος), έδωσε στη λαϊκή μόρφωση καθαρά κοσμικό χαρακτήρα και κατάφερε έτσι ένα ισχυρό χτύπημα στους ρασοφόρους χωροφύλακες. Στον καθαρά κοινωνικό τομέα λίγα πρόφτασε να κάνει, ωστόσο, αυτά τα λίγα εκφράζουν πάντως αρκετά καθαρά το χαρακτήρα της, σαν λαϊκής, εργατικής κυβέρνησης: απαγόρευσε τη νυχτερινή δουλειά στα αρτοποιεία, κατάργησε το σύστημα των προστίμων, τη νομιμοποιημένη ληστεία των εργατών, τέλος εξέδωσε το περίφημο διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όλες οι φάμπρικες, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια, που εγκαταλείφθηκαν ή κλείστηκαν από τους ιδιοκτήτες τους, παραδίνονταν στις συνεργατικές για να επαναλάβουν την παραγωγή. Και σα να ήθελε να υπογραμμίσει το χαρακτήρα της, το χαρακτήρα μιας πραγματικά δημοκρατικής προλεταριακής κυβέρνησης, η Κομμούνα καθόρισε ότι η αμοιβή των υπαλλήλων της διοίκησης και της κυβέρνησης όλων των βαθμών δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 6.000 φράγκα το χρόνο (λιγότερο από 200 ρούβλια το μήνα).

         Όλα αυτά τα μέτρα έδειχναν αρκετά καθαρά ότι η Κομμούνα αποτελεί θανάσιμη απειλή για τον παλιό κόσμο, το θεμελιωμένο στην υποδούλωση και στην εκμετάλλευση. Γι' αυτό η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα όσο στο δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη σημαία του προλεταριάτου. Και όταν τελικά η οργανωμένη κυβερνητική δύναμη κατόρθωσε να καταβάλει την άσχημα οργανωμένη δύναμη της επανάστασης, οι βοναπαρτικοί στρατηγοί, που τις έφαγαν από τους Γερμανούς και έκαναν το γενναίο απέναντι στους νικημένους συμπατριώτες τους, οι Γάλλοι αυτοί Ρενενκάμπφ και Μέλερ - Ζακομέλσκι, οργάνωσαν μια σφαγή που δεν είχε ξαναδεί το Παρίσι. Περίπου 30.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν από την εξαγριωμένη φανταρία, 45.000 περίπου πιάστηκαν και αργότερα πολλοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα και στην εξορία. Γενικά το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 από τα παιδιά του και ανάμεσα σ' αυτά τους καλύτερους εργάτες απ' όλα τα επαγγέλματα.

         Η αστική τάξη ικανοποιήθηκε. «Με το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύν καιρό!», έλεγε ο αρχηγός της, ο αιμοδιψής νάνος, ο Θιέρσος, ύστερα από το αιματηρό λουτρό που έκανε με τους στρατηγούς του στο παρισινό προλεταριάτο. Του κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια.

         Ύστερα από 6 περίπου χρόνια από την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της έλιωναν ακόμα στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα. 

          Η καινούρια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δεν ήταν όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των μαχητών της Κομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά με τα συνθήματα: «Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!». Και ύστερα από άλλα 2 χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα, με τη ζύμωση που ανέπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.
Τη μνήμη των μαχητών της Κομμούνας την τιμούν όχι μόνο οι Γάλλοι εργάτες, αλλά και το προλεταριάτο όλου του κόσμου. Γιατί η Κομμούνα δεν πάλευε για κάποιο τοπικό, είτε στενά εθνικό σκοπό, αλλά για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλων των ταπεινών και καταφρονεμένων. Η Κομμούνα, σαν πρωτοπόρος μαχητής της κοινωνικής επανάστασης, απέσπασε τη συμπάθεια του προλεταριάτου παντού όπου αυτό υποφέρει και αγωνίζεται. Η εικόνα της ζωής και του θανάτου της, η μορφή της εργατικής κυβέρνησης, που πήρε και κράτησε στα χέρια της πάνω από δύο μήνες την πρωτεύουσα του κόσμου, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και τα μαρτύριά του μετά την ήττα, όλα αυτά ανέβασαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, αναπτέρωσαν τις ελπίδες τους, και τράβηξαν τη συμπάθειά τους προς το μέρος του σοσιαλισμού. Η βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ' ένα βαθύ ύπνο και έδωσε παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής - σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Να γιατί το έργο της Κομμούνας δεν πέθανε, ζει μέχρι σήμερα στον καθένα από μας. 

        Η υπόθεση της Κομμούνας είναι υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, υπόθεση της ολοκληρωτικής πολιτικής και οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, είναι υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με την έννοια αυτή το έργο της Κομμούνας είναι αθάνατο.

«Ραμπότσαγια Γκαζέτα», αρ. φύλλου 4-5, 15(28) Απρίλη 1911

--------------------------

 

Τα διδάγματα της Κομμούνας


        Ύστερα από το πραξικόπημα που κατέληξε στην επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε για 48 χρόνια κάτω από το ζυγό του Ναπολέοντος*. Το καθεστώς αυτό, όχι μόνο οδήγησε τη χώρα στην οικονομική καταστροφή, μα και στην οικονομική ταπείνωση. Το προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, είχε εκτελέσει δύο καθήκοντα: ένα εθνικό κι ένα κοινωνικό. Ελευθέρωσε τη Γαλλία από τη Γερμανική εισβολή και τους εργάτες από τον καπιταλισμό, εγκαθιστώντας το σοσιαλισμό. Το βασικό χαρακτηριστικό της Κομμούνας συνίσταται στο συνδυασμό των δύο αυτών καθηκόντων. 

        H μπουρζουαζία συνέστησε τότε μια κυβέρνηση «εθνικής αμύνης» και το προλεταριάτο υποχρεώθηκε να αγωνιστεί κάτω από την καθοδήγησή της για εθνική ανεξαρτησία. Πραγματικά, επρόκειτο για μια κυβέρνηση «εθνικής προδοσίας» που θεωρούσε τον εαυτό της σαν καλεσμένη να παλέψει κατά του προλεταριάτου του Παρισιού. Μα το προλεταριάτο δεν τα παρατηρούσε αυτά, στραβωμένο καθώς ήταν από πατριωτικές αυταπάτες. Η πατριωτική ιδέα έλκει ακόμη την καταγωγή της από τη Μεγάλη Επανάσταση του 18ου αιώνα. Σ’ αυτή προσκολλήθηκε το πνεύμα των σοσιαλιστών της Κομμούνας κι ο Μπλανκί π.χ. που αναμφισβήτητα ήταν επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε καταλληλότερο όνομα για την εφημερίδα του από την αστική ιαχή: «Η πατρίδα κινδυνεύει!». 

        Το θανάσιμο σφάλμα των σοσιαλιστών βρισκόταν στην ένωση δυό αντίθετων σκοπών: του σοσιαλισμού και του πατριωτισμού. Το Σεπτέμβρη του 1870 κιόλας, στο Μανιφέστο της Διεθνούς ο Μαρξ τράβηξε την προσοχή του προλεταριάτου κατά της ψεύτικης εθνικής ιδέας. Συντελέσθηκαν μεγάλες αλλαγές από τη Μεγάλη Επανάσταση και δώθε, οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν, και η πάλη τότε κατά της αντίδρασης σ’ ολόκληρη την Ευρώπη αγκάλιαζε όλο το επαναστατικό έθνος, ενώ τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να ενώσει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων εχθρικών του τάξεων. Ας πάρει η μπουρζουαζία τις ευθύνες για την ταπείνωση του έθνους. Το έργο του προλεταριάτου είναι να παλέψει για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της δουλειάς από το ζυγό της μπουρζουαζίας.

        Και πραγματικά, δεν άργησαν ν’ αποκαλυφθούν οι πραγματικοί σκοποί του αστικού «πατριωτισμού». Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού σύναψε επαίσχυντη ειρήνη με τους Πρώσους, καταπιάστηκε με το άμεσό της καθήκον: χτύπησε τον εξοπλισμό, τρομερό γι’ αυτήν, του Προλεταριάτου του Παρισιού. Οι εργάτες απάντησαν προκηρύσσοντας την Κομμούνα του Παρισιού και τον εμφύλιο πόλεμο.

        Παρά το ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν διαιρεμένο σε πολλές ομάδες, η Κομμούνα αποτέλεσε εξαίσιο παράδειγμα, για τον ομόφωνο τρόπο που το προλεταριάτο ξέρει να λύνει τα δημοκρατικά προβλήματα που η μπουρζουαζία μόνο να διακηρύξει ήξερε. Το προλεταριάτο αφού κατέλαβε την εξουσία, προχώρησε απλά και πραγματικά, χωρίς καμιά πολυσχιδή νομοθεσία, στη δημοκρατικοποίηση του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη γραφειοκρατία, πραγματοποίησε την εκλογή των αντιπροσώπων από το λαό. 

        Δύο όμως σφάλματα εκμηδένισαν τους καρπούς της λαμπρής αυτής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου, αντί να προβεί στην «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», άφησε να παρασυρθεί από το όνειρο της εγκαθίδρυσης μιας ανώτερης ισότητας στη χώρα, ενωμένη γύρω στο εθνικό της καθήκον. Ιδρύματα όπως οι τράπεζες π.χ. έμειναν άθικτα, η θεωρία των προυντονικών κυριαρχούσε ακόμη ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Το δεύτερο σφάλμα βρισκόταν στην ανώτερη μεγαλοψυχία του προλεταριάτου. Έπρεπε να εκμηδενίσει τους εχθρούς του αντί να προσπαθεί αν τους επηρεάσει ηθικά, παραμέλησε τη σημασία της καθαρά στρατιωτικής δράσης στον εμφύλιο πόλεμο κι αντί να επιστέψει την παρισινή νίκη με μια ενεργητική επίθεση κατά των Βερσαλλιών, τρενάρισε το πράμα κι έδωσε τον καιρό στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών να συντάξει τις δυνάμεις της και να ετοιμάσει τη ματωμένη βδομάδα του Μάη. Παρ’ όλα όμως τα σφάλματά της η Κομμούνα είναι το μεγαλύτερο παράδειγμα του μεγαλύτερου προλεταριακού κινήματος του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ έδωσε μεγάλη σημασία στην ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν κατά την προδοτική επίθεση των βερσαλλιέζικων ορδών κατά του προλεταριάτου του Παρισιού να το αφοπλίσουν, οι εργάτες άφησαν ν’ αφοπλιστούν χωρίς μάχες, η ηθική κατάπτωση που θα προξενούσε μια τέτοια αδυναμία στους κόλπους του προλεταριακού κινήματος, θα είχε συνέπειες πολύ πιο οδυνηρές, από τις απώλειες που υπέστη η εργατική τάξη κατά την πάλη, υπερασπίζοντας τα όπλα τους. Όσο μεγάλες κι αν είναι οι θυσίες τις Κομμούνας, ισοζυγίζονται από τη σημασία της για το γενικό αγώνα του προλεταριάτου. Εκδήλωσε το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ευρώπη, έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διάλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες και κατέρριψε την απλοϊκή πίστη προς τα εθνικά ιδανικά της μπουρζουαζίας. Η Κομμούνα δίδαξε το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο, να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το μάθημα που πήρε το προλεταριάτο δε θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα το εκμεταλλευτεί, όπως το εκμεταλλεύτηκε κιόλας στην επανάσταση του Δεκέμβρη (1905).

        Ήταν 27 Μαίου του 1963 στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου δίπλα στην Μητρόπολη. Μια μάνα πολιτικού κρατούμενου, που οι Γερμανοί φασίστες της είχαν σκοτώσει τέσσερις λεβέντες, αυτοσχεδιάζει μπροστά στο φέρετρο το σκεπασμένο απ τα λουλούδια της λατρείας και της οργής ενός λαού .

15 Μάη 1941 ο Αρης Βελουχιώτης μιλάει στη «Σύσκεψη της Καισαριανής» για την ανάγκη του ένοπλου αγώνα.

         Η διεθνής κρίση του καπιταλισμού του 1929 είχε ως συνέπεια για την Ελλάδα μεταξύ άλλων και τη μείωση στο ελάχιστο των εξαγωγών, κυρίως των καπνικών, που είχαν αποτελέσει για όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου τη βασική πηγή συναλλάγματος της χώρας.