2018provlimatismotext

 

 

              Eπέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της

      ενθύμησής σου. Το δειλινό της Δευτέρας μου το εξακολούθησε και μου  το συμπλήρωσε η νύχτα ίσα

      με τα ξημερώματα της Τρίτης με όλη την αχαλίνωτη ελευθερία της φαντασίας, με όλη την ωραία, την

      ηδονόπαθη, τη λογική, τη βαθυστόχαστη, την τρομαχτική, την εντατική ασυναρτησία του ονείρου..........

      Μα πώς  μου παρουσιαζόσουν εσύ, όνειρο του ονείρου μου, είναι αδύνατο να σου παραστήσω. Δε

      με βοηθά η σκέψη μου, ούτε η γλώσσα μου, ούτε η πέννα μου....Πώς ήθελα να πεθάνω και πώς ήθελα

      να αναστηθώ στη χώρα των πνευμάτων μαζί σουγια να πραγματοποιηθεί μια για πάντα το όνειρο το

      άλλο , το όνειρο που ξέρεις από τους στίχους...

      Έτσι τη νύχτα αυτή την τόσο αλλόκοτη, ανέκφραστη και ωραία της αυπνίας μου έπεφτα μια,,  δυο τρεις,

      δέκα φορές στα πόδια σου, φεγγόβολα σαν όλο το κορμί σου.Συγχώρησε τον ποιητή που όσο προχωρούν

      τα χρόνια του, τόσο περισσότερη νύχτα έχει, μα και περισσότερο φως.

       chere et divine clarte. πεθαίνω για σένα

 

 

 

 

 

                      

 

 

                  Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις

                  όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.

                 Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα

                  και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,

                  κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

                  και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας,

                  κι αν αγαπάς  τ΄ανθρωπινά  κι όσα άρρωστα δεν είναι

                  ρίξε αγιασμό και ξώρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,

                  και τη ζωντάνια σπείρε του μ΄ όσα γερά, δροσάτα.

                  Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.

                  Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν 

                  καιροί οργισμένοι,

                  κι όσα πουλιά μισέψουνε  σκιασμένα,κι όσα δέντρα

                  για τίποτ' άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,

                  μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! 

                 Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ' το,

                 και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,

                 για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούρια γέννα,

                 π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να΄ρθει

                 κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

                 

 

 

               

 

 

                  Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις

                  όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.

                 Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα

                  και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,

                  κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

                  και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας,

                  κι αν αγαπάς  τ΄ανθρωπινά  κι όσα άρρωστα δεν είναι

                  ρίξε αγιασμό και ξώρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,

                  και τη ζωντάνια σπείρε του μ΄ όσα γερά, δροσάτα.

                  Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.

                  Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν 

                  καιροί οργισμένοι,

                  κι όσα πουλιά μισέψουνε  σκιασμένα,κι όσα δέντρα

                  για τίποτ' άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,

                  μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! 

                 Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ' το,

                 και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,

                 για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούρια γέννα,

                π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να΄ρθει

                κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

                 

 

 

               

Εάν λοιπόν ο θαλασσινός του θρύλου της γοργόνας μας ρωτήσει αν ζει ο Παλαμάς, εμείς θα του απαντήσουμε, ότι ο αληθινός Παλαμάς ,ο δικός μας Παλαμάς, ζεί και βασιλεύει μέσα μας και μέσα σ΄όλους αυτούς, που λαχταρούν και παλεύουν για τη μέρα που

                        ο άνθρωπος ο βαριομοίρης

                        θα υψωθεί θριαμβευτής

                        σε μια γη πλατειά προφήτης

                        μιας πλατύτερης ψυχής.

Εάν λοιπόν ο θαλασσινός του θρύλου της γοργόνας μας ρωτήσει αν ζει ο Παλαμάς, εμείς θα του απαντήσουμε, ότι ο αληθινός  Παλαμάς, ο δικός μας Παλαμάς, ζεί και βασιλεύει μέσα μας και μέσα σ΄όλους αυτούς, που λαχταρούν και παλεύουν για τη μέρα που

                        ο άνθρωπος ο βαριομοίρης

                        θα υψωθεί θριαμβευτής

                        σε μια γη πλατειά προφήτης

                        μιας πλατύτερης ψυχής.

         O Παλαμάς από μόνος του είναι μια εποχή. Είναι όμως και μια εποχή της ζωής μας.

Τον ταυτίσαμε με όσα αγαπήσαμε, με την “Ελιά “ την τιμημένη και τον “Ύμνο εις την Αθηνάν”

των μαθητικών μας χρόνων, με τους κανόνες μετρικής, που έπρεπε να μάθουμε για να

ξεχωρίζουμε τον ίαμβο από τον ανάπαιστο, αργότεραμε τα μεγάλα και λίγο ακατανόητα τότε

για μας  συνθετικά του έργα, το Δωδεκάλογο του Γύφτου και τη Φλογέρα του Βασιλιά,

που τα γνωρίσαμε δυστυχώς μόνο αποσπασματικά και μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Και ύστερα, καθώς οι αισθητικές μας αναζητήσεις και οι ιδεολογικοί μας προσανατολισμοί

μας περνούσαν σε άλλα λογοτεχνικά ρεύματα,που απαντούσαν σε πιο σύνθετες και πολύπλοκες

ανάγκες τόσο δικές μας όσο και της εποχής μας, αφήσαμε πίσω το σεβάσμιο γέροντα με τα βαθιά

καλοσυνάτα μάτια, που χάνονταν κάτω από τα πυκνά του φρύδια.

       Έτσι νομίζαμε όμως. Ο Παλαμάς μας ακολουθούσε. Σαν τη ρίζα του μεγάλου δένδρου

και σαν τη φλέβα του κρυφού νερού συνέχιζε να είναι παντού μέσα στο λαό του, σ΄όλες τις μικρές 

και τις μεγάλες του ώρες.

              Κι αν είμαι δέντρο, είμ' ένα δέντρο

              από χορδή και μουσική,

              και τίποτ' άλλο....

      Στις χαρές και στους θρήνους του λαού μας, ο ποιητής ευαίσθητος και στοχαστικός στάθηκε δίπλα

του με τις ευαίσθητες κι όλο παλμό λυρικές του συνθέσεις.

              Βασανισμένε, ταπεινέ, και λυτρωμένε και ίσε!

              Σε ξέρω,είναι το στόμα σου της αρμονίας κρουνιά,

              θνητέ, αν δεν έγινες Θεός, άνθρωπος πια δεν είσαι,

              γιατί νοείς τ' αθάνατα και ζεις μαζί μ' αυτά.

      Αλλά και στους αγώνες του και στις θυσίες του για δίκιο και λευτεριά, ο ποιητής γίνεται ο ραψωδός

του δημιουργώντας μεγάλα συνθετικά και φαντασμαγορικά έργα για να τον υμνήσει. Η “Φλογέρα του Βασιλιά”,

μας λέει ο ίδιος ο ποιητής,αποτελεί την αναβίωση του ηρωικού πνεύματος, ένα τραγούδι επικό με σκοπό

να συνεπάρει και να ενθουσιάσει το πνεύμα και την ψυχή των Ελλήνων για το ξεσκλάβωμα των πέρα από τη Θεσσαλία ελληνικών περιοχών. Σε όλο το ποίημα με το στόμα του ποιητή μιλάει η φλογέρα του βασιλιά και περιγράφει με μια γλυκιά και τρυφερή μουσικότητα που μαγεύει  την ελληνική γη, τις πόλεις,τις θάλασσες

και τα βουνά της.

                  Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλη είν'η μέρα

                  κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι'

                 Το φως παντού κι όλο το φως κι όλα το φως τα δείχνει

                 Περήφανα και ταπεινά κι όλα φαντάζουν ίδια

                 και της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι

                 κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη

                 τα πάντα όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης.

        Κι αν η Φλογέρα του Βασιλιά, που χωρίς να είναι ιστορικό έργο, υποβαστάζει ιστορία τεσσάρων χιλιάδων χρόνων και αποτελεί ένα σάλπισμα προς τους νεώτερους για να αντικαταστήσουν τα κενά λόγια με την πράξη ,

το άλλο αριστουργηματικό ποιητικό σύνολο ο “ Δωδεκάλογος του Γύφτου” είναι η κραυγή για τη λύτρωση

της ανθρωπότητας και τη δημιουργία ενός νέου γένους ανθρώπων ελεύθερων,ανώτερων και πιο ευτυχισμένων.

Με τη συμβολική μορφή του τσιγγάνου γκρεμίζονται από τον ποιητή σταθερά κι αποφασιστικά όλες οι συμβατικές αντιλήψεις για τον έρωτα,την πατρίδα,τους αρχαίους και την τέχνη.

                                                     .....................

                 Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός

                 και να ξημερώσει μιαν αυγή

                 και να σε καλέσει ο λυτρωμός,

                 ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!

                     ................................................

               και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί

               να κατρακυλήσεις πιο βαθιά

               στου κακού τη σκάλα,

               για τ΄ανέβασμα ξανά που σε καλεί

θα αισθανθείς να σου φυτρώσουν ώ χαρά!

Τα φτερά, τα φτερά, τα πρωτινά σου τα μεγάλα.

Ο Παλαμάς έσκυψε στο πάτριο χώμα, έβαλε αφτί, άκουσε την ελληνική φωνή

και τραγούδησε τους ατομικούς καημούς και τους ομαδικούς πόθους. Τραγούδησε

σ'όλους τους ρυθμούς και σ' όλα τα μέτρα το αιώνιο και το πρόσκαιρο, το μεγάλο

και το μικρό, το προσωπικό και το γενικό.

Μα μια φορά είν' η λεβεντιά και μια φορά είν' τα νιάτα

και μια φορά αστραπόφεξες στη νύχτα της καρδιάς μου

Αγάπη για τον αρνητή και για τον πλάνο Αγάπη.

Μέσα στο έργο του Παλαμά βρήκε θέση η ιστορία καθώς κι όλα τα στοιβαγμένα

απ' τους αιώνες πράγματα, πρόσωπα, αισθήματα, θρύλοι, παραμύθια, θρίαμβοι,

καταστροφές, που βγήκανε στο φως του ήλιου μιλώντας με εκατό γλώσσες και φωνές

για όλους τους καημούς, τα βάσανα και τα μεγαλεία του λαού μας .

Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίδα, φτωχή μητέρα!

Μικρά πουλιά πετούνε μες σε κλουβί στενό

οι σταυραιτοί γυρεύουνε ελεύθερο αέρα

κι απέραντο ουρανό.

Ο λυρισμός του Παλαμά ακουμπάει θεματικά στον έρωτα και στο θάνατο, στους

δύο από καταβολής κόσμου καταγωγικούς πόλους κάθε λυρισμού και μας δίνει

μερικά από τα αισθαντικότερα και τρυφερότερα ποιήματα, που έχουμε στη γλώσσα μας.

Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος.

Ένα θεό εγώ ξέρω την Αγάπη.

Αγάπη, από το χρέος σου είμαι ωραίος.

...........................................................

Έρωτα εσύ μονάρχη και γενάρχη!

Εσύ τυφλή και η μοίρα. Εσύ και η Πρόνοια.

Ό, τι δεν αγαπάμε δεν υπάρχει.

Σατιρικά Γυμνάσματα,1912

Χαοικός και γήινος, ειδικά στα χρόνια της ωριμότητας και του γήρατος γίνεται υμνητής

“του ανείπωτου πόθου”

Το τραγούδι των άσπρων μαλλιών

Σα να σε βλέπω για πρώτη φορά

κάθε φορά που είσαι μπρος μου,

λάμπανε κι άλλη φορά έτσι χλωρά

τ' άνθια, τα νιάτα του κόσμου;

Πάντα σε βλέπω για πρώτη φορά

κι άσπρα είναι πια τα μαλλιά μου

................................................

Τάχα νεοφώτιστος τώρα

πρώτη φορά και λατρεύω;

Μες στην αφάνταστη χώρα

εγώ ο αγύρευτος, πώς σε γυρεύω;

Ο Παλαμάς υπήρξε πρωτοπόρος, καταλύτης και δάσκαλος. Συγκροτώντας και

περιφρουρώντας με το γερό, καθοδηγητικό του χέρι τις πραγματικές και γόνιμες

αξίες αυτού του τόπου, χτύπησε αποφασιστικά και αλύπητα με την ποιητική του σαίτα

τα είδωλα και τα κίβδηλα, την ολέθρια προγονοπληξία κι όλα τα σκοταδιστικά και

ανάξια, που ταλαιπωρούσαν ακόμα ένα λαό, που πάλευε να απαλλαγεί από τις

συνέπειες μιας μαύρης δουλείας αιώνων.

Στους πνιγηρούς καιρούς των “ Ευαγγελικών” και των “Ορεστειακών” ο Παλαμάς

πήρε επάνω του τη γλώσσα του λαού του, όπως αυτή είχε διασωθεί στα δημοτικά

τραγούδια, στα παραμύθια, στις παραδόσεις και στους θρύλους της λαικής λογοτεχνίας,

συνέδεσε τον Ερωτόκριτο με το Σολωμό και την εποχή του,ήρθε σε πόλεμο με τους

πολιτικούς δημαγωγούς , τον πνευματικό σκοταδισμό και τους γνωστούς γλωσσαμύντορες

της εποχής του και νίκησε. Είχε τη δύναμη και τότε ακόμα που τον σταμάτησε ο όχλος

στο κέντρο της Αθήνας με απειλές και γιουχαίσματα, αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος

με τη φυσική ασθενικότητα να διακηρύξει μεγαλόφωνα το πολυσήμαντο και επικό

εκείνο : “ Είμαι δημοτικιστής και το καυχώμαι.”

Σε ερώτηση πάλι δημοσιογάφου ποια είναι η γλυκύτερη λέξη, αυτός απάντησε ο

Δημοτικισμός

“ Τρέμω να φανταστώ, γράφει ο Τέλλος Άγρας, τί θα ήταν η νεοελληνική μας ποίηση

χωρίς τον Παλαμά. Ένα παραμύθι χωρίς γίγαντα. Μια χώρα χωρίς βουνό. Μια

θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα.”

Ο Παλαμάς σχετικά με τα πιστεύω του δήλωνε ρομαντικός επαναστάτης και

πιο συγκεκριμένα έγραφε: “ ..... έλαβα την υψηλή τιμή να διαλαλήσω προς το

γένος μου το κήρυγμα του πιο περίεργου προμαρξικού σοσιαλισμού, μαγειρεμένο

με χορταρικά και με κανελλογαρύφαλα ρομαντικής κοινωνιστικής φιλοσοφίας ....”

Εξάλλου θεωρούσε ότι “ ο ιστορικός υλισμός έχει αναμφίβολα την αλήθεια του

και δεν πρέπει να μας τρομάζει σα να ήτανε σκιάχτρο. Αν καλά κακά ξαναβγήκε η

ελληνική πολιτεία με όλα της τα ελαττώματα στον ήλιο και στη ζωή και με μόνο

το κίνητρο των οικονομικών προβλημάτων, ευλογημένος ο ιστορικός υλισμός .”

Στόχος μας δεν ήταν μια μελέτη πάνω στο έργο του Παλαμά - και πώς θα μπορούσε

να γίνει σ' ένα μικρό σαν αυτό σημείωμα- αλλά να ρίξουμε μια νοσταλγική ματιά σ' ένα

μεγάλο γνωστό μας άγνωστο,

που είχε την αξιοπρέπεια να λέει :

“ Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί , τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού”

που είχε την αντοχή να ψάχνει μοναχός του

για “το χάλασμα ενός άρρωστου καταραμένου κόσμου”

που είχε αγάπη δυνατή για το δουλευτή που μοχθεί για το ψωμί

........... Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας

ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.

Πιο δυνατά κι απ' τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας

και μ' όλο το αλυσόδεμα σκάφτουν κι η γη πλουτεί..

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου εργάτη

νόμοι το τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.

που είχε στην καρδιά οργή για τα πάθη του λαού

Κι από τα έθνη και από Καίσαρες

πιο απάνου κι από το θέλημα

του κάθε λαοπλάνου

Σπάρτακε, εσένα η Νέμεση ανασταίνει.

Και που είχε το θάρρος να βροντοφωνάζει:

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης

ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.

...................................................................................

Στους δίσεχτους καιρούς που ζούμε, καλό θα είναι, για όσους από μας

τουλάχιστον νιώθουμε πιο δυνατοί όταν έχουμε δίπλα μας φωτεισμένους οδηγούς,

που μας προετοιμάζουν

“ για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,

π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να΄ρθει....”

να φροντίσουμε να ξανασυναντηθούμε με τον αιώνιο έφηβο, που όλα του ήταν

“ Τέλος και Αρχή το Πάθος” και άνοιξε καινούργιους δρόμους όχι μόνο στον

ποιητικό μας λόγο αλλά και στην κοινωνική μας εξέλιξη.

“ Κίνησε τον τροχό της ιστορίας προς τα μπρος, γράφει ο Βάρναλης, σε μιαν εποχή,

που όλες οι δυνάμεις, πολιτικές, εκκλησιαστικές, πνευματικές τραβούσαν την ιστορία

προς τα πίσω, καθώς βρισκόταν με την καρδιά και με το νου σε άμεση και αδιάκοπη

συνάφεια και με τα τωρινά συμβάντα και με τα μελλούμενα.”

Κατερινούλα καλημέρα,

φαίνεται πως η σημερινή μέρα δεν ξεκίνησε ευχάριστα.  Έχασες ένα κομμάτι από τον Επικουρο.

Ο Αμερικανός τεχνικός Murphy που ασχολιόταν με την οργάνωση της συντήρησης των μηχανημάτων έλεγε:

"Αν κάτι μπορεί να χαλάσει θα χαλάσει"

Κι εγώ έχω πάρα πολλά παραδείγματα που αποδεικνύουν την ορθότητα αυτής της άποψης. Έχω χάσει ολόκληρα κείμενα είτε από δικό μου λάθος, είτε από λάθος του υπολογιστή. Γι αυτό δουλεύω με τον εξής τρόπο:

1. Δεν γράφω απευθείας στον κειμενογράφο του σάιτ. Γράφω στον κειμενογράφο του υπολογιστή μου και μεταφέρω με copy paste το κείμενο στον κειμενογράφο του σάιτ. Έτσι έχω πάντα ένα αντίγραφο αν κάτι πάει στραβά κατά τη μεταφορά. Συχνά κάτι πάει στραβά.

2. Όταν γράφω στον κειμενογράφο μου κάνω συχνά save. Μερικές φορές χάνω ολόκληρες παραγράφους για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω. Με τον τρόπο αυτό περιορίζω τη ζημιά στο ελάχιστο δυνατό. Χάνω μόνο το κομμάτι που έγραψα μετά το τελευταίο save.

3. Τα αντίγραφα των σημαντικών κειμένων τα κρατάω σε ένα folder που δεν είναι στην επιφάνεια εργασίας. Το έχω κάπου αλλού. Στην επιφάνεια εργασίας έχω ένα short cut μια συντόμευση για να μη ανοιγοκλείνω folders. Με τον τρόπο αυτό δεν κινδυνεύω να κάνω κατά λάθος delete ολόκληρο το folder με όλα τα αρχεία μου. Έχω πάθει και τέτοια ζημιά. Έχω χάσει με ένα delete ολόκληρη ομάδα αρχείων.

Πες με φοβητσιάρη, υπερβολικό, πες ότι θες. Αλλά εγώ έτσι δουλεύω και έχω τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Κλαίω τη χαμένη μου δουλειά όσο γίνεται λιγότερο. Όταν γράφω κάτι για πρώτη φορά είμαι ολόκληρος μέσα στο κείμενο. Το σκέφτομαι, το κεντάω, το διορθώνω. Δεν είναι δυνατό να ξανακάνω αυτή τη διαδρομή. Γι αυτό μερικές φορές, αν σε κάποιο κείμενο έχω δώσει την ψυχή μου και για κάποιο λόγο το χασω, δεν το ξαναρχίζω. Δεν έχω το ψυχικό κουράγιο να το ξαναγράψω. Το ξεχνάω. Ίσως μετά από καιρό να συνέλθω, να βρω και άλλα στοιχεία, να σκεφτώ κάτι επί πλέον και να αρχίσω από την αρχή τη δουλειά σα να μην είχα κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο , χωρίς να προσπαθώ να θυμηθω τι έχω γράψει την πρώτη φορά. Δηλαδή μετά φόβου θεού πίστεως και αγάπης αρχίζω και τελειώνω ένα εντελώς καινούργιο κείμενο με πολλά save για να μην την ξαναπάθω.

Αυτά από την πικρή πείρα μου.

Ούτε εσύ ούτε κι εγώ ξέρουμε ακριβώς τη συμπεριφορά του προγράμματος στη συνεργασία δυο συντακτών. Γιατί υπάρχει το edit στα δεξιά κάθε αρχείου; Δεν ξέρω. μερικές φορές δεν μορώ να ανοίξω ένα αρχείο που έχεις γράψει από το δικό μου πόσο και μπαίνω σαν Κατερίνα από το δικό σου και το διαβάζω. Γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν ξέρω.

Τι κάνουμε λοιπόν;

Παίρνουμε όσες προφυλάξεις μπορούμε και κάνουμε παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά του προγράμματος. Που θα πάει. Θα το μάθουμε κι εσύ κι εγώ και δεν θα αντιμετωπίζουμε προβλήματα στο μέλλον.

Σε φιλώ

 

Κατερινούλα

όταν ανεβάζω ένα έρθρο φροντίζω να έχει ένα ελκυστικό τίτλο.

Ο τίτλος ενσωματώνεται στα δεξιά της ζωγραφιάς

Πήρα μια φωτογραφία από το ιντερνετ, την έκοψα, της έβαλα ένα φόντο που να ταιριάζει και έγραψα  το όνομα του Επίκουρου στο κάτω μέρος της προτομής με αρχαιοελληνικούς χαρακτήρες.

Νομίζω ότι επειδή η ζωγραφιά περιέχει το όνομα Επίκουρος δε χρειάζεται να ξαναμπει δεξιά στον τίτλο.

Εσύ τι λές; Είναι καλός ο τίτλος; Χρειάζεται και κάτι άλλο η ζωγραφιά; Μήπως πρέπει να βάλουμε κάτι τελείως διαφορετικό;

Ότι μου πεις μπορώ να το κάνω.

 

epikouros SLIDER

                  

 

                        Η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην:γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό

                        και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το 

                        κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τί αισθανόμαστε.................

                        Όταν όμως υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων,

                        όπως νομίζουν κάποιοι, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη.

                        Γιατί τη γλυκειά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια και οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες,

                        ούτε τα ψάρια και τ' άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά

                        τα αίτια κάθε προτίμησής μας ή κάθε αποφυγής μας και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.

 

                        Eίναι αδύνατο να ζήσεις χαρούμενα, αν η ζωή σου δεν έχει φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη. Και είναι αδύνατο να' χει η ζωή σου

                        ομορφιά, δικαιοσύνη και φρόνηση αν δεν έχει και χαρά. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα.

 

                        Όποιος κατάλαβε ποια είναι τα όρια που θέτει η ζωή, γνωρίζει πόσο εύκολο είνα να αποκτηθεί ό,τι διώχνει τον πόνο της στέρησης

                        και κάνει τη ζωή τέλεια στο σύνολό της. Κι έτσι δεν έχει ανάγκη από πράγματα που αποκτώνται με ανταγωνισμούς.

 

                       Ο σοφός ακόμα κι όταν περιοριστεί στα απαραίτητα, ξέρει περισσότερο να δίνει παρά να παίρνει Τέτοιο θησαυρό αυτάρκειας

                       έχει ανακαλύψει.

 

                       Κακό πράγμα η ανάγκη. Δεν είναι όμως διόλου αναγκαίο να ζει κανείς υπό καθεστώς ανάγκης.

 

                      Τη φύση δεν πρέπει να τη βιάζουμε αλλά να την υπακούμε...Ας ευγνωμονούμε την ευλογημένη φύση, που όλα τα αναγκαία τα έκανε                                         ευκολοαπόκτητα και τα μη αναγκαία δυσκολοαπόκτητα.

 

                       Δεν ξέρω πώς να συλλάβω το Αγαθόν, αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης, αν αφαιρέσω τις σεξουαλικές ηδονές, αν αφαιρέσω την                                          ευχαρίστηση των ακουσμάτων και την τέρψη που προσφέρει η θέα μιας γλυκειάς μορφής.

 

 

                       Το φυσικό δίκαιο δεν είναι παρά σύμβαση συμφέροντος, που αποβλέπει στο να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.

                       Δικαιοσύνη αυτή καθαυτή δεν υπήρξε ποτέ. Συνθήκη ήταν πάντα, που κατά τόπους γεννιόταν μέσα από τις αμοιβαίες συναναστροφές των                                ανθρώπων.

 

                       Δεν είναι δυνατό να μη φοβάται κάποιος που προκαλεί το φόβο.

 

                       Ναι μεν, έτσι όπως έχει διαιρεθεί η γη, ο ένας έχει μια πατρίδα και ο άλλος άλλη. Όμως ο κόσμος μας αυτός περικλείεται σε μία περίμετρο,

                       κι έτσι μια πατρίδα έχουμε όλοι, τη γη ολάκερη, κι ο κόσμος είναι το κοινό μας σπίτι.

 

                       Μη σε απασχολεί τί τρως και πίνεις αλλά με ποιους τρως και πίνεις.

 

                       Η φιλία σέρνει το χορό ολόγυρα στην οικουμένη, καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας.

 

                       Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο, πως δε θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.

                       Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας                                  πεθαίνει μες στις έγνοιες.

 

                       Σε πρόλαβα,Τύχη, και σου χω φράξει όλες τις διόδους. Και δεν πρόκειται να παραδοθούμε όμηροι μήτε σε σένα μήτε σε καμιά

                       συγκυρία. Αλλά σαν έρθει η ώρα να φύγουμε θα φτύσουμε και τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία σ' αυτήν προσκολλώνται.

                       Θα φύγουμε απ' τη ζωή μ' ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο ωραία τη ζήσαμε.

 

                      Κοίτα να συνηθίσεις την ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθησή μας.

                      Όμως ο θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δε σημαίνει τίποτε για μας

                     μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου. Όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της                                      αθανασίας...........

                     Το πιο ανατριχιαστικό λοιπόν από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι

                     ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Βέβαια οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο, κι άλλοτε

                     τον αποζητούν για ν΄αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται...