2018provlimatismotext

Από το έργο του του Γιάννη Κορδάτου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ», Β’ έκδοση, εκδόσεις «Πέτρος Δ. Καραβάκος», Αθήνα 1956 

Μέσα στα δέκα χρόνια από το 1908 έως το 1918 ξέσπασαν σχεδόν σ’ όλες τις πόλεις της χώρας μεγάλες εργατικές απεργίες. Αν και

apergia17 ImgL η συνδικαλιστική οργάνωση ήταν ακόμα σε νηπιώδη κατάσταση, ωστόσο το προλεταριάτο μας, με το όπλο της απεργίας, αγωνίστηκε για να καλυτερέψει τους όρους της ζωής του.

Στις αρχές του 1911, Γενάρη μήνα, απεργούν οι τραμβαγέρηδες της Αθήνας. Η απεργία αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και γι’ αυτό θα κάνουμε ξεχωριστό λόγο για δαύτη και θα διηγηθούμε το ιστορικό της κάπως πιο πλατιά.

Αρχίζουμε από τις αιτίες που ανάγκασαν τους τραμβαγέρηδες ν’ απεργήσουν. Η Ηλεκτρική Εταιρεία είχε πάρει την απόφαση να διαλύσει το σωματείο τους. Έβλεπε πως οι εργάτες της όλο και σήκωναν κεφάλι και γι’ αυτό θέλησε να τους κάνει έναν αιφνιδιασμό και να τους χτυπήσει εκεί που χρειαζόταν. Έτσι η Εταιρεία έριξε το σύνθημα: Να διαλυθεί ο σύνδεσμος των τροχιοδρομικών. Οι τραμβαγέρηδες απάντησαν με απεργία, που δείχνει ολοφάνερα πως οι εργάτες – αν και την εποχή εκείνη ο ρεφορμισμός ήταν στις δόξες του – με το ταξικό τους ένστιχτο, γράφουν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος.

Η απεργία κηρύχτηκε στις 21 του Γενάρη. Η κίνηση αμέσως σταμάτησε ολότελα. Οι απεργοσπάστες είναι πολύ λίγοι. Οι δύο πρώτες μέρες πέρασαν ήσυχα. Την τρίτη όμως μέρα η Εταιρεία γυρεύει να βάλει σε κίνηση μερικά τραμ, χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες. Αυτό το είχαν αποβραδίς μάθει οι απεργοί και πρωί πρωί μπλοκάρουν το αμαξοστάσιο, φέρνουν μάλιστα μαζί τους και τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Έτσι η απεργία παίρνει επαναστατικό χαραχτήρα. Το θέαμα της απεργιακής αυτής εξέγερσης δεν το ξανάδε η Αθήνα. Οι τραμβαγέρηδες, με την αποφασιστική τους στάση και τον ηρωισμό τους, δείξανε πως και στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα έχει ζωντάνια. Η κυβέρνηση στέλνει στρατό και η συνοικία της Αγίας Τριάδας στρατοκρατείται. Η μάντρα της Λαχαναγοράς θαρρείς πως είναι στρατώνας. Οι απεργοί όμως δεν τρομοκρατούνται.

Είναι πρωί ακόμα (24 του Γεννάρη) κι ακούονται φωνές και τραγούδια. Έρχεται μια ομάδα από τσιγαράδες κι αρβυλοεργάτες του Εργατικού Κέντρου. Μπροστά ανεμίζει το κόκκινο λάβαρο (...) Οι απεργοί ενθουσιάζονται. Ο ερχομός των τσιγαράδων και των αρβυλοεργατών τούς δίνει κουράγιο. Είναι, μπορούμε να πούμε, ο αρραβώνας της εργατικής, της ταξικής αλληλεγγύης. Οι ώρες περνούν με συζητήσεις, φωνές, γέλια και λογής λογής σχόλια γύρω στην απεργία. Πλησιάζει δέκα και μισή, όταν φτάνουν ο εισαγγελέας, ο ανακριτής, ο διευθυντής της Αστυνομίας κι ο νομάρχης (...) Τα πνεύματα ήταν ερεθισμένα. Η κυβέρνηση φαινόταν σαστισμένη. Η Εστία απειλούσε. Πρέπει να πάρει τέλος, έγραφε, αυτή η απεργία. Ο ένας ύστερα από τον άλλο οι πλουτοκράτες Στρατούλης, Νεγρεπόντης, Οικονομίδης, Μπενάκης πηγαίνουν στον Βενιζέλο και διαμαρτύρονται: Ακούς εκεί απεργίες; Πρέπει να τσακιστούν όσο είναι καιρός. Καλομάθανε. Μα, δεν υποφέρονται!.. Ο ιδιοκτήτης της Πατρίδος Σίμος, σαν τη λυσσασμένη μαϊμού, βγάζει σάλιατα και φοβερίζει το Βενιζέλο «διά την χλιαράν στάσιν του απέναντι της απεργίας». Να μην τα πολυλογάμε, το σύνθημα της κεφαλαιοκρατίας ήταν: Βαράτε!

Ο Βενιζέλος όμως, πιο πονηρός και πιο έμπειρος, τους καθησυχάζει. Δε βιάζεται. Στέλνει τον Θεοδωρόπουλο να δώσει στους απεργούς υποσχέσεις για να λύσουν την απεργία. Η βενιζελική ταχτική πέτυχε. Οι απεργοί παρασύρθηκαν κι αναθέσανε στον Θεοδωρόπουλο να πάει στον Βενιζέλο να του ζητήσει να μεσολαβήσει η κυβέρνηση για να δεχτεί η Εταιρεία τα περισσότερα αιτήματά τους.

Ο Βενιζέλος αρχίζει να τρίβει τα χέρια από τη χαρά του. Έτυχε να βρεθεί τότε στο υπουργείο των Εσωτερικών, μαζί με τον Ρέπουλη, και γυρίζοντας του λέει: «Τα βλέπεις; Η ταχτική μου έφερε αμέσως το αποτέλεσμα που περίμενα». Και χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ύφος θυμωμένου και λέει στον Θεοδωρόπουλο να πει στην επιτροπή των απεργών πως η κυβέρνηση «θ’ αναλάβη να υποστηρίξη όλα τα αιτήματα των απεργών και θ’ ασκήση όλην την προς τούτο επιρροήν της διά να γίνουν δεκτά παρά της Εταιρείας, υπό έναν και απαράβατον όρον, να αναλάβουν πρώτον οι απεργοί εργασίαν». Ο Θεοδωρόπουλος κατέβηκε ν’ ανακοινώσει στους απεργούς τις κυβερνητικές υποσχέσεις και με τρόπο άρχισε να κάνει προπαγάνδα για τη διάσπαση της απεργίας. Βρήκε όμως τους απεργούς ενωμένους.

Είχε πια νυχτώσει και οι ώρες περνούσαν. Κοντεύανε μεσάνυχτα. Έξω χιόνιζε. Μα οι απεργοί ήταν στις θέσεις τους. Ο αστυνόμος Μαρούδας με μια κουστωδία από χωροφύλακες πάει να πιάσει την απεργιακή επιτροπή, μα τα βρίσκει σκούρα. Οι απεργοί αντιστέκονται. Πέφτουν πυροβολισμοί. Ένας από τους απεργούς φρουρούς, ο Σκούτελας, κρατάει καλά τη θέση του. Οι δυο άλλοι, ο Αναστασίου και ο Γεωργίου, ξεφεύγουν με τρόπο και πάνε και χτυπάνε την καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Η οδός Πειραιώς γεμίζει από κόσμο, φωνές, ποδοβολητά αλόγων, βρισιές, κακό μεγάλο. Η μάχη αρχίζει. Ζήτω η απεργία, ακούεται μια φωνή, και μεμιάς χίλια στόματα φωνάζουν: Ζήτω η απεργία! Την απάντηση στη ζητωκραυγή αυτή τη δίνει ένας αξιωματικός με τη διαταγή: Πυρ!

Το Πεζικό αρχίζει τις τουφεκιές και το Ιππικό κάνει επέλαση. Μάχη σωστή. Στήνονται οδοφράγματα. Οι απεργοί, καταμεσής του δρόμου, ταμπουρώνονται με ό,τι βρούνε μπροστά τους. Στο αναμεταξύ έρχεται κι’ άλλος στρατός. Οι απεργοί είναι περικυκλωμένοι από παντού. Αν και τα χέρια τους είναι ξυλιασμένα από την παγωνιά της νύχτας, ωστόσο κρατούν καλά τα πιστόλια τους. Σημαδεύουν και ρίχνουν.

Δε δειλιάζουν. Σπάζουν κιόλας τη στρατιωτική ζώνη και τραβούν για τα γραφεία του σωματείου τους. Το Ιππικό κάνει νέα επέλαση. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Φτάνουν, τέλος, μπροστά στα γραφεία κι αντιστέκονται όσο μπορούν στην επίθεση της κρατικής βίας. Οι πόρτες του γραφείου του σωματείου τους σπάζουν. Ο στρατός είναι πολύς κι έχει πιάσει όλα τα πόστα. Δε λιγοψυχούν, μα και δε βαστούν άλλο. Η αντίστασή τους κλονίζεται. Όμως, δε χάνουν το ηθικό τους. Υποχωρούν, μα δεν παραδίνονται. Αρχίζει τότες το κυνηγητό και οι συλλήψεις.

Έτσι η απεργία λύθηκε την άλλη μέρα, στις 26 του Γενάρη, και η Εταιρεία αναγκάστηκε να ξαναπάρει όλους τους απεργούς. Ποιος νίκησε; Κανένας. Ούτε οι απεργοί, ούτε η Εταιρεία. Ωστόσο κάποιο μεγάλο δίδαγμα για τους εργάτες βγήκε από την απεργία αυτή. Ήταν το βάφτισμά τους στους ταξικούς αγώνες.”

Αύριο, 14 Δεκέμβρη 2017 οι εργαζόμενοι δίνουν και πάλι τη μάχη από τις επάλξεις του αγώνα. Ελευθερωμένοι από τους φόβους και τις φοβίες, που καλλιεργούν οι στυλοβάτες του συστήματος, ρίχνονται στο πεδίο της ταξικής σύγκρουσης. Αποβάλλουν την παθητικότητα και τη μοιρολατρία, παύουν να είναι φοβισμένα και ακίνδυνα πλάσματα. Δημιουργούν προοπτική και στόχο πάλης. Με την απεργία αποκτούν συνείδηση της κοινωνικής τους θέσης. Γίνονται τάξη για τον εαυτό τους. Αντιλαμβάνονται την ουσία του κοινωνικοοικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο ζουν, την κυρίαρχη σχέση που διέπει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που δεν είναι άλλη από την ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την αδιάκοπη διαπάλη ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ η εκμετάλλευση του ιδρώτα τους, η ιδιοποίηση του πλούτου που παράγουν τους στερεί το δικαίωμα όχι μόνο σε μια καλύτερη ζωή αλλά στην ίδια τη ζωή. Η εργατική τάξη όμως έχει ιστορική πείρα. Πείρα που έχει δημιουργηθεί από τους δικαιωμένους κι αδικαίωτους αγώνες της, από το ποτάμι αίμα που έχει χύσει. Όπως η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο αποτελεί αναπόσπαστο και διαχρονικό στοιχείο του καπιταλισμού, το ίδιο διαχρονικό είναι και το στοιχείο της ταξικής πάλης και της ταξικής αλληλεγγύης.

Γι αυτό και η αυριανή απεργία μπορεί και πρέπει να γίνει παρακαταθήκη για τους αγώνες που έχει η εργατική τάξη μπροστά της. Εγγραφή μιας ακόμα υποθήκης στο βιβλίο των μαχών που θα δίνει μέχρι την αναπόδραστη τελική νίκη!

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση