«Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά

saramagu ImgL

στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου... Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε».


        Όταν το 1998 του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο Πορτογάλος λογοτέχνης, ιστορικός, στοχαστής, εξερευνητής του πνεύματος και της αλήθειας,μαχητής κατά της χούντας του Σαλαζάρ στην “Επανάσταση των Γαρυφάλλων”, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Πορτογαλίας ως το τέλος της ζωής του, είπε : “Θεωρώ ότι ανήκω στους ηττημένους, αφού η προσωπική εφήμερη επιτυχία δεν αλλάζει τον κόσμο που μας περιβάλλει και που βρίσκεται σε μαύρα χάλια”. Αλλά δεν έμεινε στη διαπίστωση μόνο. Προχώρησε παραπέρα λέγοντας ότι “ο μόνος λόγος που έχω για να ζω είναι η ανάγκη να τον αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο, που δεν είναι ένας κόσμος καλός.” Κι ακόμα ως γνήσιος αριστερός δήλωσε την απόλυτη πεποίθησή του ότι η ήττα, που προέκυψε από την αποτυχία της πρώτης απόπειρας εφαρμογής της νέας αντίληψης για τη ζωή, θα μετατραπεί σε νέα πάλη και νέα νίκη. Και στη ζωή του πάλεψε γι αυτό το σκοπό γυρίζοντας όλο τον κόσμο για να βοηθήσει με την παρουσία του ένα κίνημα, για να αντιδράσει σε μια αδικία. Αλλά τη μεγάλη μάχη την έδωσε μέσα από τις λέξεις. Γράφει “ η λέξη δεν είναι αθώα, αφού δεν είναι εξ ορισμού καλή ή κακή. Οι λέξεις είναι τρομερές και πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός όταν έχει να κάνει μαζί τους. Οι λέξεις όμως που μιλούν για δικαιοσύνη, για αλληλεγγύη, για αλλαγή του κόσμου, για αλλαγή του τρόπου ζωής που θα μας οδηγήσει σε πιο ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ μας με περισσότερο σεβασμό και κατανόηση, αυτές είναι οι καλές λέξεις. Με αυτές τις λέξεις θέλω να διατηρώ το δικαίωμά μου να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο κατά έναν τρόπο διαφορετικό”.
        Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στην Αζινιάγκα σ΄ενα μικρό ισόγειο σπιτάκι με μια πόρτα, ένα παράθυρο και μια σειρά από γαλάζια αζουλέζους. “ Γεννήθηκα, λέει σε μια συνέντευξή του, σε μια οικογένεια πάμφτωχη αναλφάβητων αγροτών. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου κι εγώ πήγαμε στη Λισαβόνα, σε ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε κανένα βιβλίο κάτω από οικονομικές συνθήκες που δεν μου επέτρεψαν να φοιτήσω στο πανεπιστήμιο. Ήμουν 20 χρονών όταν αγόρασα το πρώτο μου βιβλίο με χρήματα δανεικά από έναν φίλο μου.” Κι αλλού λέει: “ Πράγματι στη στη ζωή μου υπάρχει μια αντίφαση. Ο τόπος που γεννήθηκα, οι συνθήκες ζωής μας, η οικογένειά μου, ο κοινωνικός και πολιτισμικός περίγυρος δεν μαρτυρούσαν καθόλου ποιο θα ήταν το μέλλον μου. (...) Μάλλον επειδή οι πραγματικοί αναγνώστες γεννιούνται ακόμα και σε αναλφάβητες οικογένειες εξηγείται το γεγονός ότι από τα δεκαπέντε μου αφιέρωνα τον ελεύθερο χρόνο μου τα βράδια διαβάζοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη.” Το πρώτο του βιβλίο το έγραψε στα 58 του χρόνια. Μέχρι τότε δούλευε ως κλειδαράς, μηχανικός αυτοκινήτων για τον επιούσιο.“ Η γη του Αλεντέζου, λέει ο ίδιος, δημοσιεύτηκε όταν ήμουν 58 χρονών κι όταν εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο μου το Χρονικό του Μοναστηριού ήμουν 60. Συνήθως στα εξήντα τους οι συγγραφείς έχουν δώσει τον κύριο όγκο του έργου τους κι εγώ είχα πίσω μου δύο μόνο βιβλία. Και σκέφτομαι πως είμαι τυχερός που είχα μια μακριά ζωή..” Ο Σαραμάγκου δεν έγραψε βιβλία μανιφέστα, η ιδεολογική του στράτευση, η πολιτική του θέση, η θεώρησή του για τον κόσμο όμως ήταν παντού ορατή. Στο βιβλίο του “το Τετράδιο” μνημονεύοντας τα λόγια του Πορτογάλου ποιητή Αλμέιντα Γκαρετ αναρωτιέται, αν έχει υπολογιστεί ποτέ ο αριθμός των ανθρώπων, που υποχρεωτικά καταδικάζονται σε αθλιότητα,σε άνιση εργασία, σε εξαχρείωση, σε διεφθαρμένη άγνοια, σε ανίκητη δυστυχία, σε απόλυτη ένδεια προκειμένου να παραχθεί ένας πλούσιος. Και αλλού αναφέρει: “Σε έναν κόσμο όπου μια χούφτα άνθρωποι κατέχουν περισσότερα αγαθά από ό,τι ο μισός πληθυσμός του πλανήτη και κανένας δεν κάνει τίποτα γι αυτό, νομίζω, ότι όλες οι υπόλοιπες συντέλειες περισσεύουν.” Σαν σήμερα, στις 18 Ιουνίου του 2010, ο νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου, το φτωχόπαιδο από το κόκκινο Αλεντέζο που με τη ζωή του και το έργο του αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες αστικές αξίες, άφησε την τελευταία του πνοή. Στην αγωνία και στο φόβο που είχε, αν τελικά έφευγε απ αυτή τη ζωή γνωρίζοντας ό,τι ακριβώς και στην αρχή του ταξιδιού του, μπορούμε σίγουρα να τον διαβεβαιώσουμε ότι από το μακρύ και γεμάτο ανατροπές ταξίδι της ζωής του δεν έγινε μόνο αυτός σοφότερος αλλά έκανε και μας. Και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς για έναν άνθρωπο που θεωρούσε “ότι η αμφιβολία είναι εποικοδομητική και το σφάλμα έχει κάτι το πολύ θετικό”

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση