Ήταν 27 Μαίου του 1963 στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου δίπλα στην Μητρόπολη. Μια μάνα πολιτικού κρατούμενου, που οι Γερμανοί φασίστες της είχαν σκοτώσει τέσσερις λεβέντες, αυτοσχεδιάζει μπροστά στο φέρετρο το σκεπασμένο απ τα λουλούδια της λατρείας και της οργής ενός λαού .

 lambrakis1 ImgL

         Είναι το φέρετρο του Γρηγόρη Λαμπράκη, του Μαραθωνοδρόμου, του μαχητή της ειρήνης που νικά τον πόλεμο, της αποφασισμένης ζωής που νικά το θάνατο, του κόσμου της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και χαράς που έρχεται μέσα απ τη θυσία να νικήσει το σκοτάδι. “Η Ελλάδα σύσσωμη στο πόδι. Όχι για ταφή αλλά γι ανάσταση”. Η φωνή της μάνας ραγισμένη από τον πόνο αλλά και δυνατή σαν τις καμπάνες της αποκαλύψεως ακούγεται σα λαϊκό μοιρολόι:

Γρηγόρη σε φορτώσανε βαριά είσαι φορτωμένος
Γρηγόρη μου τις μυρουδιές να μην τις εσκορπίσεις
να τις βαστάς στην Κάτω Γης, στους νιους να τις δωρίσεις
να βάλουνε στα πέτα τους, να βγούνε στο σεργιάνι.
Γρηγόρη μου, η Κάτω Γης έχει αναστατώσει
τι έμαθε η λεβεντιά πως κάποιος κατεβαίνει.
Τρέχουνε για συνάντηση, να σε προϋπαντήσουν
τρέχουν στις βρύσες για νερό, στους κηπουρούς για φρούτα
και στις καλές νοικοκυρές γι αφράτο παξιμάδι.
Τραπέζι σου τοιμάζουνε, Γρηγόρη, να δειπνήσεις
και το κρεββάτι στρώνουνε να πέσεις να πλαγιάσεις.

        Ο θάνατος ήταν προαναγγελμένος. Το χρονικό του το παρακολουθούμε μέσα απ τις γραμμές της έκτακτης έκδοσης του περιοδικού “Δρόμοι της Ειρήνης”του Μάη του 63 αμέσως μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. “...Τρακόσιοι Έλληνες απ΄τη Θεσσαλονίκη μαζεύτηκαν στη λέσχη του Δ.Σ.Χ ν΄ αρνηθούν τον πόλεμο...Οχτώμιση το βράδυ. Ένας λεβέντης προχωράει προς το χώρο της συγκέντρωσης. Είναι ο Άνθρωπος. Ο άνθρωπος συχαίνεται τους παλιάνθρωπους. Οι παλιάνθρωποι μισούν τον άνθρωπο. Μόλις πλησιάζει, οι παλιάνθρωποι ρίχνονται πάνω του.. Εκείνος είναι λεβέντης. Οι παλιάνθρωποι είναι φασίστες. Τους παραμερίζει και περνάει-δεν περνάει ο φασισμός. Στο πέρασμα τραυματίζεται. Δεν πειράζει. Μπαίνει. Απ έξω οι φασίστες ουρλιάζουν. Φοβούνται. Όλοι οι αμαρτωλοί φοβούνται. Και βρίζουν. Όλοι οι ένοχοι βρίζουν..” Κι όταν αργότερα από την αίθουσα, που μίλησε για την ειρήνη, ο λεβέντης βγαίνει πρώτος, ο Γκοτζαμάνης εχτελεί το καθήκον του. “Αυτός είναι”. Η αστυνομία παρακολουθεί παρατεταγμένη. Η μοτοσυκλέτα ορμάει στον άνθρωπο και τον βροντάει στην άσφαλτο. Η μοτοσυκλέτα έχει χαθεί στο βάθος αντικανονικά..Ένα παλληκάρι όμως, ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, πρόλαβε και πήδηξε στο κουβούκλιο. Ο φονιάς που είναι μέσα κρύβει το πρόσωπό του. Ο Μανώλης του ορμάει. Τον αρπάζει απ τα μαλλιά. Εκείνος τραβάει πιστόλι. Θα είναι οπωσδήποτε παλληκαράς. Ο Χατζηαποστόλου δεν είναι παλληκαράς. Είναι φίλος της ειρήνης και φοβάται τα πιστόλια. Κλωτσάει με δύναμη το φονιά, η κουμπούρα του ξεφεύγει και πέφτει στο δρόμο. Παλεύουν, χτυπιούνται. Ο δολοφόνος χτυπάει τον Χατζηαποστόλου με κλομπ δυο φορές στο κεφάλι. Ζαλίζεται. Βλέπει να τον σκοτώνουν. Περαστικοί σταματούν. Παίρνουν το μέρος του αδύνατου. Τον γλυτώνουν. Αρπάζουν το δολοφόνο. Ξεσκεπάζουν τον αριθμό της κυκλοφορίας που ήταν κρυμμένος με πανιά... Εν τω μεταξύ το κορμί του λεβέντη ανθρώπου, που ψυχορραγούσε πάνω στην άσφαλτο, φέρει κάταγμα στο κρανίο, αιμάτωμα στον εγκέφαλο   .. Ώρα 6 το πρωί. Ο εγκέφαλος έχει πάψει να λειτουργεί. Η χειρουργική επέμβαση είναι αδύνατη αλλά και περιττή. Ώρα 7 το πρωί. Ο λεβέντης άνθρωπος παύει να αναπνέει. “ Πάσα ελπίς εξέλιπε”.
Ο λεβέντης άνθρωπος δεν χάθηκε. Έγινε σύμβολο λεβεντιάς. Κανένας δεν τον θυμάται σ΄ ένα φέρετρο. Μέσα στο στίβο της ζωής όλοι τον θυμούνται. “Εκεί συνάντησε, έγραψε ο Νικηφόρος Βρεττάκος στους “Δρόμους της Ειρήνης”, τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από συμπαράσταση. Συνάντησε τους απόρους, που τους γιάτρευε δωρεάν.                Συνάντησε την πατρίδα να την διαπομπεύουν, σέρνοντάς την τραυματισμένη στους δρόμους. Είδε τον κόσμο να πολεμά και να ρημάζεται. Είδε την καταστροφή να ρχεται με μεγάλα βήματα. Και σβέλτος, όπως ήταν έτρεξε παντού μέσα στον αιώνιο ανθρώπινο στίβο. Και δεν είχε ανάγκη από επιδοκιμασίες κι από χειροκροτήματα. Του έφταναν τα χειροκροτήματα που άκουγε μέσα του”. Στη συλλογική μνήμη ο Λαμπράκης υπάρχει μ ανοιχτά τα δυο του χέρια να κρατάει μπροστά στο στήθος το μαύρο πανί με το σήμα του πυρηνικού αφοπλισμού και τη λέξη ΕΛΛΑΣ. Ένας άνθρωπος που δε φοβάται και περπατάει πεισματικά και μαχητικά για την ειρήνη του κόσμου και για την ευτυχία του ανθρώπου που δεν έρχεται εύκολα και άκοπα.
        Στον Άδη ο “ωραίος νεκρός”, όπως ο Βρεττάκος έγραψε στο δοξαστικό του επίγραμμα, πήγε το άγγελμα μισό. “ ΝΕΝΙΚΗ- Άλλοι σας φέρνουν πίσω μου το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ.” Και θα 'ναι αυτοί οι πολλοί και αποφασισμένοι που συναντήθηκαν με το πνεύμα του ανυπότακτου μαχητή της ειρήνης στους δρόμους του αγώνα. Εκεί που φτιάχνεται το αύριο της ανθρώπινης ζωής και το ευτυχισμένο μέλλον της ανθρωπότητας.

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση