Αυτό που σήμερα είμαστε, αυτά που γνωρίζουμε, ο τρόπος που ζούμε, οι ιδέες και οι αξίες μας, οι βεβαιότητες και οι αμφιβολίες μας, ο κόσμος μας και η σύγχρονη πραγματικότητά μας περνάει μέσα από την παρακολούθηση της συναρπαστικής πορείας του ανθρώπου από την εμφάνισή του πάνω στη γη μέχρι και τις μέρες μας.

 kordatos ImgFRONT

Η κατανόηση του σήμερα απαιτεί την ανακάλυψη και αξιολόγηση του παρελθόντος, καθώς τόσο το παρόν όσο και το μέλλον, ως στοιχεία της όλης ιστορικής εξέλιξης, είναι αδιάρρηκτα δεμένα με σύνθετους και πολύπλευρους δεσμούς με ό,τι προϋπήρξε. Και το αντίστροφο, η εξέταση και η ορθή τοποθέτηση κάθε ιστορικού φαινομένου στηρίζεται στη διερεύνηση και τη μελέτη της αλληλοσυσχέτισής του με τη σύγχρονη κοινωνική εξελικτική διαδικασία, με το παρόν. Έτσι μόνο μπορεί να αποκτηθεί η αληθινή γνώση του ιστορικού γίγνεσθαι και να γίνει γνώση ζωντανή κι επαναστατική, που θα έχει την ικανότητα να εξηγεί και την απαιτούμενη δύναμη για να αλλάζει τον κόσμο.

Με εργαλείο τον ιστορικό Υλισμό

Στην αναζήτηση αυτής της ιστορικής αλήθειας,που γίνεται δράση και ανατροπή στα χέρια των μαζών, των πρωταγωνιστών της ιστορίας, ο Γιάννης Κορδάτος αφιέρωσε όλη του τη ζωή . Μέγιστος διανοητής, νομικός, κοινωνιολόγος, ερευνητής, αυτοδίδακτος ιστορικός, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και σε μια εποχή, που οι θεωρητικοί και ιδεολόγοι του σοσιαλισμού στην Ελλάδα προσπαθούσαν ακόμα να απαγγιστρωθούν από τον ουτοπικό σοσιαλισμό, πρώτος αυτός και χωρίς επιστημονικό προηγούμενο άνοιγε με οδηγό και εργαλείο τον ιστορικό υλισμό νέους δρόμους στην ιστορική επιστήμη. Αγωνίστηκε για την υλική θεμελίωση της ανθρώπινης ιστορίας αναδείχνοντας την πάλη των τάξεων και γενικότερα την έννοια της σύγκρουσης ως γενεσιουργό αιτία του ιστορικού φαινομένου Ρίχνοντας φως στο σύνθετο δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων και των μεταβατικών βαθμίδων από το παρελθόν στο παρόν ερεύνησε κάθε ιστορική εποχή στον πυρήνα της. Εκεί, που εμπεριέχονται όλα αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που πραγματικά τη διαφοροποιούν από τις άλλες και δεν είναι τίποτε άλλο από τον τρόπο παραγωγής της, που αγκαλιάζει τόσο τις παραγωγικές δυνάμεις, δηλ. τα δημιουργημένα από την κοινωνία μέσα εργασίας μαζί με τους ανθρώπους που τα χρησιμοποιούν για να παράγουν όσο και τις παραγωγικές σχέσεις, που στην πλατιά σημασία του όρου περιλαμβάνουν όλες τις μορφές των οικονομικών σχέσεων, που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής είναι τελικά αυτός που καθορίζει και προσδιορίζει την εξελικτική διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής πορείας της ζωής γενικά σε κάθε εποχή. Αναζητάει και εντοπίζει τα αντικειμενικά, γενεσιουργά αίτια κάθε φαινομένου ξεκινώντας από το αξίωμα ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, πραγματικός. Με την ακεραιότητα, το θάρρος και το πείσμα που τον διακρίνει στην προσπάθεια ερμηνείας από μαρξιστικής σκοπιάς των κάθε λογής ευρημάτων και πηγών, διατύπωσε και τεκμηρίωσε αμφισβητήσεις καθιερωμένων ιδεολογημάτων,όπως του “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού”, της “Μεγάλης Ιδέας”, της “εθνικής συνέχειας” ,που η επίσημη τότε ιστοριογραφία προωθούσε ως συμπληρωματικά στοιχεία μιας ενιαίας πολιτικής ιδεολογίας: Της ιδεολογίας μιας άρχουσας τάξης, που προσπαθούσε να κατοχυρώσει την ύπαρξη και την ηγεμονία της χτυπώντας όχι τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στη χώρα της αλλά το λαϊκό κίνημα και την ιδεολογία του. Η ιστορία, που έγραψε με μόχθο μιας ολόκληρης ζωής αυτός ο χαλκέντερος επιστήμονας και αγωνιστής, ήταν το γεμάτο περιπέτειες και γνώση ταξίδι του ανθρώπου στη δυναμική του εξέλιξη μέσα στο χρόνο.

Η ζωή του Κορδάτου

Γεννημένος σαν σήμερα, την 1η του Φλεβάρη του 1891, στη Ζαγορά του Πηλίου ήρθε πολύ νωρίς σε επαφή με την προοδευτική διανόηση του καιρού του. Στο Ελληνογερμανικό Λύκειο του Γιαννίκη, στη Σμύρνη, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τελειώσει το Γυμνάσιο, ευτύχησε να έχει καθηγητή του το μεγάλο δάσκαλο Δημήτρη Γληνό. Όταν μετά επέστρεψε στο Βόλο σε μια πόλη, που “συνταράζονταν από το ξύπνημα της εργατικής τάξης”, εντάχθηκε στο κίνημα ξεπερνώντας γρήγορα και τις συντηρητικές οικογενειακές αντιλήψεις αλλά και τις μεσοοαστικές καταβολές, που προέρχονταν από το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν ένας πολύ εύπορος κτηματίας και έμπορος. “Είχαν οργανωθεί μεγάλες απεργίες το 1909 και 1910 και οι εργάτες στις μαχητικές τους διαδηλώσεις τραγουδούσαν εργατικά τραγούδια. Ο ψυχικός μου κόσμος αναστατώθηκε. Δεν μπορούσα να κρύψω τη συμπάθειά μου προς τους εργάτες και τους κολλήγους της Θεσσαλίας”, έγραφε ο ίδιος. Στάθηκε με συνέπεια κοντά στους πρωτεργάτες του σοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και συνδέθηκε με τους προοδευτικούς χώρους “Φοιτητική Συντροφιά” και “Εκπαιδευτικό όμιλο” διατηρώντας φιλία και αλληλογραφία με τον αγαπημένο του δάσκαλο Δημήτρη Γληνό, από την εποχή που ήταν ακόμα φοιτητής στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Επεξεργάζεται με ευσυνειδησία το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό, ταυτίζεται πολύ γρήγορα με την επαναστατική ιδεολογία της εργατικής τάξης και αγωνίζεται με συνέπεια για τη δημιουργία οργανωμένης πάλης. Η ιδρυτική πράξη του ΣΕΚΕ το Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά έχει και την υπογραφή του. Συμμετέχει ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής στο δεύτερο συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Απρίλιο του 1920, όπου αποφασίζεται η προσχώρηση στην Γ Διεθνή, η συμπλήρωση του τίτλου του με τη λέξη “κομμουνιστικό” η απόφαση να τεθεί ο Ριζοσπάστης, στον οποίο ήδη από το 1917 ο Κορδάτος αρθρογραφούσε, υπό τον έλεγχο του κόμματος, να του ανατεθεί η ευθύνη για την πολιτική αρθρογραφία και από τον επόμενο χρόνο και η διεύθυνση της εφημερίδας, που την κράτησε μέχρι το 1925. Το Φεβρουάριο του 1922 αναλαμβάνει το ύψιστο κομματικό καθήκον και γίνεται Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής παραμένοντας στη θέση αυτή έως το 1924, οπότε και αποχωρεί διαφωνώντας με τη θέση του κόμματος για το Μακεδονικό. Σ όλη του τη ζωή παλεύει για τις ιδέες της προόδου και της ειρήνης και διώκεται γι αυτό. Το 1940 θα φυλακιστεί για την αντιφασιστική του αρθρογραφία, αργότερα θα συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ, στα Δεκεμβριανά θα φυλακιστεί από τους Άγγλους μαζί με τη σύζυγό του και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου θα φυλακιστεί για πολλούς μήνες και θα δικαστεί. Το 1945 μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο χάνει το γιο του Λένιν, που τον δολοφονούν οι Χίτες. Μετά το τέλος του εμφύλιου θα ενταχθεί στην ΕΔΑ, θα αναδειχθεί μέλος του Γενικού Συμβουλίου της και το 1961 παραμονές Πρωτομαγιάς κι ενώ ετοίμαζε το κεντρικό άρθρο για την επέτειο της εργατικής εξέγερσης θα τον βρει ο θάνατος όρθιο ως οργανωμένο και μαχόμενο κομμουνιστή.

Το βιβλίο ορόσημο στην ιστορική έρευνα,

Η εποχή μας- για μας τους κομμουνιστές- δεν είναι εποχή της ήρεμης εργασίας του σπουδαστηρίου. Άγνωστο για πόσο καιρό, λόγω της επαναστατικής περιόδου που περνούμε, για μας θα είναι άγνωστη η ησυχία, αφού ζούμε μέσα στο εργατικό κίνημα, που παίρνει στη χώρα μας μια επαναστατική και συνειδητή κατεύθυνση”. Αυτά έγραφε ανάμεσα σε άλλα το 1924 στον πρόλογο του βιβλίου του “ Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821”, του πρώτου βιβλίου της ελληνικής ιστοριογραφίας που εισάγει τον ιστορικό υλισμό ως μέθοδο στη μελέτη,στην ανάλυση και στην ερμηνεία της ιστορίας και που γι αυτό το λόγο προκάλεσε πολυπληθείς και έντονες αντιδράσεις ακόμα και την ποινή του αφορισμού του συγγραφέα από την Ιερά Σύνοδο. Το έργο αυτό ανοίγει νέους ορίζοντες στην ιστορική έρευνα των νεοελληνικών προβλημάτων , που κύρια συνδέονται με την ιστορική εξέλιξη, το πέρασμα δηλ. από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και με το χαρακτήρα της επανάστασης, ως εθνικοαπελευθερωτικής ή και αστικής. Επεξεργάζεται και θεμελιώνει επιστημονικά με πλούσιο αρχειακό υλικό, με απομνημονεύματα των αγωνιστών καθώς και άλλες εργασίες, τη σημασία και το ρόλο στην επανάσταση της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ο ίδιος θεωρεί το έργο αυτό πολύ σημαντικό και για έναν ακόμα λόγο καθαρά ιδεολογικό και πολιτικό, καθόσον “από την αστική ανάγνωση της ελληνικής επανάστασης και του χαρακτήρα της αντλούν οι αντιδραστικές δυνάμεις ιδεολογικά εφόδια για να κρύβουν το ρόλο τους και να θολώνουν την κρίση του λαού”. Πραγματικά, η αστική θεώρηση της ιστορίας έβριθε από αντιεπιστημονικές απόψεις καθώς χρησιμοποιούνταν σαν δεκανίκι ιδεαλιστικών και εθνικιστικών απόψεων, όργανο πολιτικό στα χέρια της νεαράς ακόμα αστικής τάξης. Αποκαλύπτει την προδοτική στάση του πατριαρχείου με τα σκανδαλιστικά του προνόμια και γενικά τον αντιδραστικό ρόλο του ανώτερου κλήρου, των κοτζαμπάσηδων και των Φαναριωτών, οι οποίοι μετεπαναστατικά εμφανίστηκαν για να διεκδικήσουν ανερυθρίαστα το ρόλο του εθνοσωτήρα. Ανέλυσε την οικονομική βάση του φαινομένου της εξάρτησης τεκμηριώνοντας με συνέπεια προς την μαρξιστική μεθοδολογία τον εξαρτημένο χαρακτήρα της οικονομίας και της πολιτικής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κατέδειξε ότι μετά την απελευθέρωσή της η Ελλάδα είχε γίνει “συγκεκαλυμμένο προτεκτοράτο της Αγγλίας” και “ότι ο ελληνικός λαός δεν μπορούσε να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα”. Το 1945 στην τέταρτη έκδοση κάνει αλλαγές και προσθέτει κεφάλαια για τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην προεπαναστατική Ελλάδα και για τη συμβολή των λαϊκών μαζών στον εθνικό αγώνα καθώς και για τις ταξικές αντιθέσεις. Έτσι παραδίνονται στην ιστορική έρευνα νέα πιο προωθημένα και μεθοδολογικά πιο σωστά συμπεράσματα, που αποδείχνουν ότι “η ελληνική αστική τάξη με το να είναι πλήρως εξαρτημένη από το ξένο κεφάλαιο και υποχείρια των Ελλήνων κεφαλαιούχων δεν έπαιξε κανένα προοδευτικό ρόλο ...στάθηκε στο βάθος αντιδραστική..” και άφησε άλυτα τα πιο βασικά προβλήματα της δημοκρατικής αλλαγής στον τόπο μας.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ”

και το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο

Oι γραμμένες ιστορίες είναι σχεδόν όλες κατορθώματα μεγάλων δυναστών και τις γράφουν οι λακέδες τους. Των λαών όμως οι ιστορίες μένουν άγραφτες. Και οι ιστορίες αυτές των λαών είναι σειρά μαρτυρίων και αγώνων για λευτεριά. Αυτή την ιστορία του ελληνικού λαού την γράφει ένας ακούραστος κι αληθινός δάσκαλος του γένους, ο Γιάννης Κορδάτος, ο πρώτος ιστορικός συγγραφέας του λαού μας και των απελευθερωτικών του αγώνων”, έγραφε ο Βάρναλης στον πρόλογο του κορυφαίου έργου του Κορδάτου “Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας”. Πραγματικά έργο ζωής, που τελείωσε δυο χρόνια μόλις πριν από το θάνατό του, οκτώ χιλιάδων και πάνω σελίδων και αποτελεί μια συναρπαστική οδοιπορία διάρκειας τριάντα περίπου αιώνων μέσα στο χρόνο, που ξεκινάει από τους προέλληνες και την ομηρική εποχή και φτάνει ως τον εικοστό αιώνα. Επίτευγμα εκπληκτικό, συγγραφικό κατόρθωμα ανεπανάληπτο. Aβοήθητος απ΄ όλους μέσα σε μια εχθρική ατμόσφαιρα με αφάνταστες οικονομικές θυσίες και με καταβολή υπεράνθρωπου μόχθου αναζήτησε το ιστορικό τεκμήριο, όπου μπορούσε να βρεθεί και στην προσπάθειά του αυτή έδειξε ακατάβλητη θέληση και μεγάλο ιστοριοδιφικό ταλέντο. Γύρισε μοναστήρια, έσκυψε σε μουχλιασμένα έγγραφα, αντέγραψε με συνεργία αντιγραφέων που αυτός πλήρωνε πολύτιμες μαρτυρίες, ανάσκαψε ιδιωτικές βιβλιοθήκες,, μάζεψε λαογραφικό υλικό, ζήτησε προφορικές πληροφορίες” αναφέρει ο Πορφύρης στην Επιθεώρηση Τέχνης . Στον πρόλογο της 12τομης Ιστορίας της Ελλάδας ο Κορδάτος αναφέρεται στις ρίζες του νέου ελληνισμού και κάνει κριτική στις θέσεις του Κ.Παπαρρηγόπουλου που τις βρίσκει αντιεπιστημονικές .Αρνιέται τις απόψεις των αστών ιστορικών για τη διαίρεση της ιστορίας των Ελλήνων σε αρχαία, μεσαιωνική και νεώτερη και διαστέλλει την έννοια του έθνους από τις έννοιες γένος και φυλή αντικρούοντας ως αντιδραστικές τις αντιλήψεις για τη δήθεν καθαρότητα και αδιάκοπη συνέχεια του νεοελληνικού έθνους επισημαίνοντας ότι “στα νεώτερα χρόνια κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος και ότι εκείνο που παίζει σπουδαίο ρόλο είναι όχι το αίμα αλλά η εθνική συνείδηση του κάθε λαού”. Συνεπής δε με την μαρξιστική αντίληψη συσχετίζει το έθνος με την ανάπτυξη του καπιταλισμού εξηγώντας γιατί η αστική τάξη είναι φορέας εθνικισμού. Στον επίλογο του έργου του και δείχνοντας, πόσο τον πονάει η τύχη του “καθημαγμένου” ελληνικού λαού και πόσο κοντά είναι στα προβλήματά του, γράφει: “Από το 1924 που καταπιάστηκα συστηματικά με την μελέτη της ελληνικής ιστορίας και για να συγκεντρώσω το υλικό θυσίασα τόσα χρόνια μόχθου και κοπιαστικής εργασίας στις έρευνες και μελέτες μου, βρήκα πάντα την κάθε φορά ηγέτιδα τάξη να περιφρονεί και να μη βρίσκεται στο πλευρό του πολυβασανισμένου λαού μας....Ο εργαζόμενος λαός, αυτός που μοχθεί από τα χαράματα ως τη νύχτα στα χωράφια, στα εργαστήρια, στα εργοστάσια και στα μαγαζιά, αυτός που πληρώνει τους φόρους, αυτός που στρατεύεται και χύνει το αίμα του στους πολέμους, εξακολουθεί να είναι ο παρίας..”

Η συγγραφή της Ιστορίας του Αγροτικού και του Εργατικού κινήματος με την προβολή των αγώνων και των θυσιών των ανθρώπων του μόχθου στα χωράφια και στα εργοστάσια σε ύπαιθρο και πόλη υπήρξε μια ακόμα ανεκτίμητη προσφορά και συμβολή του επιστήμονα Κορδάτου στην πάλη για να γίνει συνείδηση, ότι οι κατακτήσεις υπάρχουν μόνο μέσα στον οργανωμένο ταξικό αγώνα.

Με τα φιλολογικά του έργα ο Κορδάτος δίνει νέα κατεύθυνση στην έρευνα καθώς αρνείται να φυλακιστεί στο σχολαστικισμό του παρελθόντος και προσπαθεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο της γλώσσας και της εξέλιξής της μέσα από ιστορικολογική προσέγγιση. Στο έργο του Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός, που εκδόθηκε το 1927, ανατρέχει στις ρίζες της δημοτικής γλώσσας, στη φεουδαρχική κοινωνία του Βυζαντίου κι εκεί ανακαλύπτει τη διγλωσσία ως αντανάκλαση των τότε κοινωνικών σχέσεων. Η μεγάλη προσφορά και συμβολή στη φιλολογική έρευνα φαίνεται με το έργο του “Νέα προλεγόμενα στον Όμηρο”, για το οποίο ο Δημήτρης Γληνός γράφει πως “ό,τι δεν έκανε η πανεπιστημιακή φιλολογική επιστήμη, το έκανε ο Κορδάτος. Γνώστης βαθύς της αρχαίας ελληνικής ιστορίας σ όλες τις εκδηλώσεις και ακούραστος μελετητής του αρχαίου ελληνικού βίου μελετώντας την ιστορία και προιστορία της γραφής των αρχαίων μεσογειακών και ανατολικών λαών έφτασε στο συμπέρασμα πως και οι Προέλληνες και οι Πρωτοέλληνες είχαν γραφή”....

Αλλά και στα θρησκειολογικά του έργα “Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός”, “Η Παλαιά Διαθήκη στο Φως της Κριτικής”, “Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός” επιχειρεί μια υλιστική ερμηνεία του φαινομένου της θρησκείας και χωρίς να περιορίζεται μόνο στην κριτική του ρόλου της εκκλησίας προχωράει θαρραλέα και στο δογματικό-θεολογικό μέρος εξετάζοντας το Χριστιανισμό στις πραγματικές ιστορικές του διαστάσεις.

Αδυναμίες που σχετίζονται με την αδυναμία της τότε Μαρξιστικής σκέψης

Το συγγραφικό ιστορικό έργο του Κορδάτου, καθώς εκτείνεται σε μεγάλο θεματολογικό και χρονολογικό εύρος, από την αρχαία Ελλάδα και τη Σαπφώ έως την αγροτική εξέγερση του 1910 στο Κιλελέρ και από την αρχαία τραγωδία έως την ελληνική κεφαλαιοκρατία και το δημοτικισμό, δεν μπορούσε παρά να πάσχει από απλουστεύσεις, από θεωρητικά σχήματα χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, από λάθη που κυρίως προέρχονται από το ότι ο μαρξισμός του είναι σχετικά “πρωτόλειος”, από το ότι η μόνη μαρξιστική βοήθεια που διέθετε ήταν η μελέτη του Γ. Σκληρού για “Το Κοινωνικό μας ζήτημα” και έπρεπε ουσιαστικά να ξεκινήσει από την αρχή. Άλλωστε και οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ήταν ώριμες ώστε να ευνοήσουν μια συλλογική δουλειά, που θα ξεκαθάριζε κάποια θεωρητικά ζητήματα πάνω στο Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό και θα καθοδηγούσε τις ιστορικές σπουδές. Ακόμα η διάσωση και η ταξινόμηση ενός τόσο ασύνδετου υλικού αντί να λύνει, πολλές φορές δημιουργούσε προβλήματα. Και έτσι συχνά, όπου οι μαρτυρίες δεν ήταν επαρκείς ή ήταν συγκεχυμένες, αναγκαζόταν να εμπιστευτεί το ιδεολογικό του κριτήριο διατυπώνοντας τη δική του ιστορική θεωρία με λογική συνέπεια σε κάποιες υποθέσεις του να έχει επιβεβαιωθεί και σε άλλες να έχει διαψευστεί από τη μεταγενέστερη έρευνα. Στο βαθμό που καταπιάστηκε με θέματα με μια σχετική χρονική εγγύτητα οι εκτιμήσεις του ήταν συνήθως σωστές. Όταν όμως η χρονική απόσταση μεγάλωνε και η κοινωνική πραγματικότητα ήταν πολύ μακρινή, τότε οι αστοχίες γινόταν συχνότερες. Αυτονόητο είναι ότι πολλές από τις ελλείψεις του έργου του έχουν σχέση με την τότε ανωριμότητα της μαρξιστικής σκέψης στον ελλαδικό χώρο και από τις δυσκολίες που αντικειμενικά παρουσιάζει η γόνιμη ανταλλαγή και πάλη των ιδεών.

Η ζωή και το έργο του πολύτιμη προσφορά στην κατάκτηση της κοινωνίας του αύριο.

Οι άνθρωποι, όπως σημειώνει ο Μαρξ, δημιουργούν την ιστορία τους σε συνθήκες δοσμένες, που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν με την παράδοση όλων των νεκρών γενεών να βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Αυτόν τον βραχνά ο Κορδάτος πάλεψε να νικήσει μελετώντας τις ανθρώπινες κοινωνίες που προηγήθηκαν μέσα από τις οικονομικές, πολιτικές και πνευματικές σχέσεις που ανέπτυξαν σε αντιστοιχία πάντα με τη βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, προκειμένου ξεκλειδώνοντας τα μυστικά του χτες να διερευνήσει τους νόμους του κοινωνικού γίγνεσθαι, που θα χρησιμεύσουν ως πολύτιμη γνώση στην αναπόφευκτη αλλαγή του σήμερα. Ερευνητής και μελετητής των ιστορικών φαινομένων επιχείρησε να ερμηνεύσει την ιστορία και συγχρόνως ως δρον υποκείμενο μέσα από τις γραμμές του οργανωμένου εργατικού κινήματος έδωσε αγώνα να την αλλάξει. Με όλη του τη ζωή,την αγωνιστική του δράση και το επιστημονικό του έργο, ο Κορδάτος προτείνει την επαναστατική πράξη και τον μαχητικό διαφωτισμό.

Σε τέτοιες μάλιστα ιστορικές στιγμές μεγάλης κρίσης και παρακμής, όπου οι αντεπαναστατικές δυνάμεις φαίνονται παντοδύναμες και η ιστορία παραχαράσσεται, η αλήθεια παραμερίζεται και διαστρεβλώνεται προς όφελος των συμφερόντων αυτών, που αντιμάχονται την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένα λαός είναι να υποδουλωθεί νοητικά, να αλλοτριωθεί σε τέτοιο βαθμό που να ξεχάσει δυο πολύ σπουδαία πράματα: το τί έχει κερδίσει ως τώρα και το σημαντικότερο τί απομένει να κερδηθεί. Και η πολύτιμη προσφορά του Κορδάτου έγκειται και σε αυτό .Να μην στερηθεί ο λαός μας την αληθινή του ιστορία, αυτή που έγραψε ο ίδιος με τους αγώνες και τις θυσίες του και αντλώντας γνώσεις και δυνάμεις από την προοδευτική του παράδοση να γκρεμίσει το ιστορικά καταδικασμένο κοινωνικό σύστημα του σήμερα και να διεκδικήσει την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση