Γράφει η Κατερίνα Σ.

Είμαστε εμείς που νικήσαμε τη σκλαβιά. “ Χρόνια παλεύαμε Λευτεριά για νάρθεις. Αιματοποτισμένοι οι δρόμοι μας, γεμάτα τα νεκροταφεία μας. Γκρεμισμένα τα σπίτια μας.

Χτικιό στα στήθη μας και κουρέλια σκεπάζουν το κορμί μας. Μα κοίταξέ μας, φτερουγίζουμε, λάμπουμε. Είμαστε εμείς που νικήσαμε τη σκλαβιά. Είμαστε εμείς που σπάσαμε τις αλυσίδες. Εμείς που χύσαμε το αίμα μας. Εμείς που θα σε ξαναχτίσουμε Ελλάδα ελεύθερη. Ανεξάρτητη. Λαοκρατούμενη. Χωρίς τυράννους και τυραννίες. Χωρίς φασίστες και διχτάτορες...”

Αυτά φώναξε μυριόστομα με κραυγές χαράς, δάκρυα στα μάτια και συνθήματα αγωνιστικά ο λαός της Αθήνας στις 12 και 13 του Οκτώβρη, όταν ξεχύθηκε ποτάμι ορμητικό στο κέντρο απ΄ όλες τις συνοικίες της πόλης με τα χωνιά στα χέρια, αυτά τα ίδια χωνιά που τις μαύρες μέρες της σκλαβιάς σάλπιζαν την αντίσταση και τον αγώνα, σκόρπιζαν το φως και την ελπίδα για νίκη και λευτεριά. “...Ανεβασμένοι στα αυτοκίνητα ρίχνουν οι Εαμίτες τα συνθήματα, που τ΄ αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ άκρη σε άκρη της Ελλάδας: Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά, Λαοκρατία” ! Πλημμυρισμένη η πλατεία Συντάγματος, η Πανεπιστημίου, η Σταδίου, η Ακαδημίας, το Ζάππειο, η πλατεία Ομονοίας, οι γύρω δρόμοι. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη αντιπροσωπείες του ΕΑΜ καταθέτουν τα στεφάνια της νίκης, εκεί που ο λαός πριν από λίγο με λύσσα ποδοπάτησε τα στεφάνια που είχαν το θράσος να καταθέσουν οι Γερμανοί φασίστες φεύγοντας.

Παντού σημαίες, γαλανόλευκες και κόκκινες. Τεράστια πανό του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, χέρια γροθιές, άνθρωποι γονατισμένοι που ψάλλουν το πένθιμο εμβατήριο “πέσατε θύματα, αδέλφια εσείς”, φωνές γεμάτες παλμό που τραγουδούν τον εθνικό ύμνο, καρδιές που φλέγονται από το όνειρο της πραγματικής και ολοκληρωτικής λευτεριάς του λαού. Οι επονίτες ανεβασμένοι στα καμπαναριά χτυπάν τις καμπάνες της χαράς και τα βαγόνια του τραμ έρχονται κατάφορτα, στολισμένα με σημαίες, λουλούδια, συνθήματα.

Ο τηλεβόας φώναζε: “ Να καθαρίσουμε τις γειτονιές, να ετοιμάσουμε το στόλισμά τους για τη μεγάλη γιορτή” Χαρούμενο μελίσσι ευτυχίας ξεχύθηκε ο κόσμος στη δουλειά. Βγήκαν οι νοικοκυράδες ν΄ ασπρίσουν τα σπίτια τους, τα αητόπουλα να καθαρίσουν τους δρόμους απ τις πέτρες, χαρούμενες φωνές και γέλια ακούγονται από παντού. Όλες οι συνοικίες ετοιμάζονται να γιορτάσουν, όπως της αξίζει τη μέρα της λευτεριάς και να κάνουν την πιο λαμπρή υποδοχή στον ελευθερωτή λαϊκό στρατό, τον ηρωικό ΕΛΑΣ.

Στις 9.45 το πρωί της Πέμπτης κατεβαίνει το σύμβολο του φασισμού από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και ελασίτες μαχητές ανεβάζουν τη γαλανόλευκη. Το τέλος της γερμανικής κατοχής είχε σημάνει. Στην μπαρουτοκαπνισμένη Αθήνα του αγώνα και της θυσίας είχε έρθει και επίσημα πια η ώρα της λευτεριάς.

Όμως η πραγματική αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την πρωτεύουσα θα γίνει την επόμενη. Μέχρι την τελευταία στιγμή οι μάχες ανάμεσα στους φασίστες που ξεψυχούν αλλά συνεχίζουν αδίστακτα να δολοφονούν και να καταστρέφουν και στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ συνεχίζονται λυσσαλέες. Από τα εργοστάσια του Πειραιά ως το αεροδρόμιο του Τατοΐου οι Γερμανοί προσπαθούν να μην αφήσουν όρθια καμμιά βασική βιομηχανική υποδομή .Το πρωί μάλιστα της Παρασκευής ξεκινούν το σχέδιο ανατίναξης των λιμενικών εγκαταστάσεων της Ηλεκτρικής Εταιρείας, που έδινε φως και ηλεκτρική ενέργεια σ όλο το λεκανοπέδιο. Φτάνοντας στην είσοδο του εργοστασίου βρήκαν να τους περιμένουν τα πυρά των ελασιτών του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που είχε αναλάβει την προστασία του. Το εργοστάσιο σώθηκε. Μετά από σκληρή μάχη δυόμιση ωρών που στοίχισε τη ζωή 11 Ελλήνων πατριωτών οι Γερμανοί εγκληματίες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με βαριές απώλειες.

Δυστυχώς το λιμάνι του Πειραιά δεν είχε την ίδια τύχη. “Την 5.30 απογευματινήν της 12ης Οκτωβρίου ήρχισαν αι τρομακτικαί ανατινάξεις και εξηκολούθησαν μέχρι νυκτός. Κόπος και μόχθος γενεών κατεστρέφετο”, έγραφε ο Τσάτσος στο βιβλίο του “ Αι παραμοναί της απελευθερώσεως.”Την παραμονή της αποχώρησής τους και μετά από απαίτηση των δοσίλογων συνεργατών τους Γερμανοί και Έλληνες φασίστες όρμησαν στην ανταρτομάνα Καισαριανή για να δώσουν το τελευταίο άνανδρο χτύπημα δολοφονώντας με απαγχονισμό τους αγωνιστές που συνελάμβαναν. Δυο μέρες πριν Γερμανοί και τάγματα ασφαλείας μαζί είχαν εκτελέσει 47 πατριώτες και είχαν πυρπολήσει τετρακόσια σπίτια στο Κορωπί. Η πρακτική της καμμένης γης δεν είχε τέλος.

Η χώρα έβγαινε από τον πόλεμο πραγματικά κατεστραμμένη. Οι νεκροί σε μάχες, οι εκτελεσμένοι και δολοφονημένοι, αυτοί που πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες, αυτοί που θανατώθηκαν ως όμηροι στα γερμανικά στρατόπεδα υπολογίζονται πάνω από 500.000. Χωριά ολοκληρωτικά πυρπολημένα 1.700. Η οικονομία αγροτική και βιομηχανική ανύπαρκτη. Από το σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο μόνο χαλάσματα. Αλλά ο λαός έβγαινε απ' αυτή την καταστροφή νικητής και προσδοκούσε δικαίωση του αίματος που έχυσε, δικαίωση των θυσιών και των αγώνων του.

Η λευτεριά του δεν είχε έρθει από τον ουρανό. Δεν του τη χάρισε κανείς. Ήταν η νομοτελειακή κατάληξη ενός αιμάτινου τετράχρονου αγώνα που έκαναν τα πιο άξια και αγνά παιδιά του και τώρα ήταν εξαιρετικά ανήσυχος. Η θανάσιμη για τη δική του προοπτική απειλή διαγραφόταν κιόλας στον ορίζοντα. Γράφει σχετικά η Διδώ Σωτηρίου για τις μέρες εκείνες “...Στον Πειραιά οι Ελασίτες μάχονταν να σώσουν το εργοστάσιο του Ηλεκτρισμού. Κι εγώ στο τυπογραφείο του παράνομου αντιστασιακού Τύπου, στη Νέα Ελβετία, έγραφα όρθια πάνω στο μάρμαρο το πρώτο κύριο άρθρο της απελευθέρωσης. Δεν έγραφα, παραληρούσα, χαιρετίζοντας την ανάσταση. Κι αμέσως μετά στο γκαζοζέν της συγκοινωνίας και στην Αθήνα. Στα Παλαιά Ανάκτορα περίμενε ο υπουργός τους δημοσιογράφους. Κι ο υπουργός αυτός ήταν ο Ζέβγος.

Η καρδιά χοροπηδούσε. Δικός μας υπουργός! Πραγματικότητα ή όνειρο; Πέρασα την πόρτα που άλλοτε δρασκελούσαμε κυνηγημένοι για να επιδώσουμε υπομνήματα και διαμαρτυρίες. Ένιωθα σαν τον δρομέα, που τρέχει να φωνάξει το “Νενικήκαμεν”. Ξαφνικά μου κόπηκε η φόρα. Οι Γερμανοί φύγανε κι αυτό ήτανε κάτι υπέροχο. Οι Άγγλοι όμως; Οι Αμερικάνοι; Τα τάγματα, οι Ράλληδες, οι βασιλιάδες, οι στρατηγοί τους; Θα μας αφήσουν να φτιάξουμε τον καινούργιο κόσμο που είχαμε ονειρευτεί; Σαν πολύ όμορφα ήταν τούτα για να τα πιστέψει κανείς για αληθινά. (...) Λίγες μέρες αργότερα πατούσε το έδαφός μας η μοιραία κυβέρνηση της εθνικής συμφοράς. “ Πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν”, “ Θα τιμωρήσωμεν τους δοσιλόγους”, “Νέος κόσμος θα υψωθεί από τα ερείπια”. “Αχ, λαέ προδομένε!

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο λαός μας δεν μπόρεσε να χαρεί τους καρπούς της νίκης του και των θυσιών του. Ο ΕΛΑΣ ο στρατός του ΕΑΜ έπρεπε να διαλυθεί. Το πνεύμα του ΕΑΜ, που ήταν το πνεύμα του επαναστατημένου λαού, έπρεπε να σβήσει. Το εαμικό κίνημα έπρεπε να πνιγεί στο αίμα. Αυτό είχε αποφασίσει η αστική τάξη της χώρας μας και οι σύμμαχοί της Εγγλέζοι και Αμερικάνοι.

Όταν όμως ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. Δίλημμα κάθε εποχής και κάθε ανθρώπου που θεωρεί την ελευθερία ως το απόλυτο αγαθό.

Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη.

Τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη.”

                                                       Άγγελος Σικελιανός

Κατερίνα Σ

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση